Ζάουμε Καμπρέ: Ζούμε σε μια δύσκολη εποχή μετάβασης προς το άγνωστο

0
705

Ο Ζάουμε Καμπρέ (Jaume Cabre), ο Καταλανός μυθιστοριογράφος που έχει συζητηθεί όσο λίγοι τα τελευταία χρόνια και του οποίου το βιβλίο «Confiteor» έγινε μεγάλη επιτυχία και στην Ελλάδα (εκδόσεις Πόλις), μιλάει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ενόψει της συμμετοχής του στη 14η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης, για όλα τα κρίσιμα ζητήματα που ξεδιπλώνει η λογοτεχνία του: για την ιστορία της βίας και του Κακού στην Ευρώπη (από την Ιερά Εξέταση μέχρι το Ολοκαύτωμα), για τον ρόλο της τέχνης στις πιεστικές ημέρες μας, για τις υψηλές απαιτήσεις που έχει το «Confiteor» από τον αναγνώστη, όπως και για την πολιτική και τη μνημονική δύναμη της αφήγησης.

cabre

«Η λογοτεχνία» λέει επιγραμματικά ο Καμπρέ «μπορεί να είναι ένα όπλο ενάντια στη λήθη». 

 Ο Καμπρέ γεννήθηκε το 1947 στη Βαρκελώνη, σπούδασε καταλανική φιλολογία και δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Λέριδα. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια, καθώς και τηλεοπτικά και κινηματογραφικά σενάρια. Έχει τιμηθεί επανειλημμένα στην Ισπανία και στην Ευρώπη με σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία, όπως το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας, το Βραβείο Κριτικών και το Prix Mediterranee. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες.

  Ερ: Το «Confiteor» αποτελεί μια μακρά περιπλάνηση στην ιστορία της βίας στην Ευρώπη: από την εποχή της Ιεράς Εξέτασης μέχρι το Ολοκαύτωμα και το ‘Αουσβιτς. Πρόκειται, αν λάβουμε υπόψη και τον τίτλο του βιβλίου, για μιαν εξομολόγηση των τρομακτικών αμαρτιών που έχει διαπράξει η εξουσία. Πώς εγγράφεται αυτή η λογοτεχνική στάση στο πλαίσιο της πολιτικής και οικονομικής κρίσης η οποία μαστίζει εδώ και καιρό την ευρωπαϊκή ήπειρο;

Απ: Μου είναι δύσκολο να συσχετίσω ένα λογοτεχνικό έργο με την τωρινή κατάσταση στην Ευρώπη. Όπως οποιοσδήποτε ευρωπαίος πολίτης, ζω και ζούμε σε μια δύσκολη εποχή μετάβασης προς το άγνωστο. Μια εποχή αλλαγής στην οποία, πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να προσαρμοστούν. Η ιστορία πάντα είχε στιγμές γενικής σιωπής και στιγμές αναταραχής, και στις μέρες μας, στον οικονομικό τομέα, η συμβουλή που έχει δοθεί στους νέους είναι ότι η καλύτερη στάση όσον αφορά τα επαγγελματικά είναι να ξέρεις να προσαρμόζεσαι σε οποιαδήποτε δουλειά: βρισκόμαστε στην εποχή του απρόβλεπτου. Είναι προφανές ότι η Ευρώπη ως πολιτικό ον αλλάζει (κι ο κόσμος επίσης). Κάποιοι πίστευαν ότι ο χάρτης της Ευρώπης ήταν αμετάβλητος. Αλλά η πραγματικότητα μας λέει ότι μόνο από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα εμφανίστηκαν πολλά νέα κράτη και θα εμφανιστούν κι άλλα καινούργια. Πρέπει να προσαρμοστούμε στο ότι τα κράτη και τα έθνη-κράτη είναι πολιτικές οντότητες που χρησιμεύουν σε μια εποχή και που σε άλλες στιγμές μπορούν να αποδειχθούν ξεπερασμένες ή πρέπει να αναδιαμορφωθούν σε βάθος.

Το «Confiteor» είναι ένα μυθιστόρημα που εμβαθύνει στην προσωπική συνείδηση χωρίς προσδοκίες να κάνει μια μακροπολιτική κρίση. Το «Confiteor» ίσως να θέλει να εμβαθύνει στη συνείδηση των ατόμων. Βλέπουμε πολλές εκδοχές του Κακού, από το απόλυτο Κακό της Σοά ή της Ιεράς Εξέτασης μέχρι το κακό του εγωισμού και την ποταπότητα στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Που και που, κάποια χειρονομία γενναιοδωρίας…

   Ερ: Πιστεύετε πως υπάρχει απάντηση στην ιστορία του Κακού στην οποία ανατρέχετε; Μπορεί η τέχνη, αναδεικνύοντας τη μνήμη των θυμάτων της βίας, να συμβάλει στη θεραπεία ενός τραύματος το οποίο έχει καταστεί διαχρονικό; Κι ακόμα, μπορεί να αποδειχθεί ο έρωτας, όπως το υπαινίσσεστε στο μυθιστόρημά σας, ένα είδος όχι ίσως ακριβώς θεραπείας, αλλά πάντως διαφυγής; 

Απ: Ας πάμε βήμα-βήμα: Πρώτον. Μια απάντηση στην ιστορία ή, μάλλον στην ύπαρξη του Κακού… δεν νομίζω να υπάρχει πουθενά. Ο Αντριά Αρντέβολ, ο πρωταγωνιστής, που είναι έξυπνος, όχι όπως εγώ που είμαι μόνο συγγραφέας, είναι ένας σοφός, συνηθισμένος να στοχάζεται. Παρόλα αυτά, εγκαταλείπει το σχέδιό του να εξηγήσει την αιτία του Κακού. Αρνείται να το εξηγήσει (γιατί δεν μπορεί να βρει την απάντηση). Εγκαταλείπει τον στοχασμό κι επιλέγει την αφήγηση: περιορίζεται στο να εξηγεί τη ζωή και τις σκέψεις του στην αγαπημένη του. Αυτό επίσης είναι ένας τρόπος να καταλάβει τον εαυτό του. Και να καταλάβω κι εγώ τον δικό μου εαυτό ενώ έγραφα.

Δεύτερο. Η τέχνη μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη, ακόμα κι αν πολύς κόσμος δεν το πιστεύει. Οι επιζώντες και οι άμεσες μαρτυρίες από τη Σοά πεθαίνουν σιγά-σιγά: σύντομα δεν θα υπάρχει κανείς που να έχει ζήσει προσωπικά την κόλαση της Σοά. Φεύγουν οι άμεσες μαρτυρίες αλλά απομένουν οι μελέτες, οι στατιστικές, οι λίστες, η Ιστορία… Αλλά «μόνο» με το μυθιστόρημα (τον κινηματογράφο ή την ποίηση), δηλαδή με καλλιτεχνικές δραστηριότητες, μπορούμε να μπούμε στον στρατώνα 36 και μπορούμε τελικά να εισχωρήσουμε στη βασανισμένη και ενοχική σκέψη εκείνου του φυλακισμένου που μόλις έχει κλέψει ένα κομμάτι ψωμί από έναν άλλο φυλακισμένο… Και όσα χρόνια κι αν περάσουν… ο αναγνώστης του βιβλίου ή ο θεατής της ταινίας έχουν «ζήσει» με την ενθυμητική δύναμη της αφήγησης αυτό που συνέβη, την ιστορική πραγματικότητα· και μπορούν να την καταλάβουν, να την κάνουν δική τους και να κλάψουν για τη δυστυχία που προκάλεσε το Κακό. Η λογοτεχνία μπορεί να είναι ένα όπλο ενάντια στη λήθη.

Τρίτο. Ο έρωτας, μια διαφυγή; Δεν το βλέπω έτσι. Ο έρωτας υποθέτει μια επιθυμία δέσμευσης προς τον άλλον άνθρωπο παρόλο που είναι πολύ δύσκολο για τον Αντριά να φτάσει στο σημείο να πειστεί γι’ αυτήν την πραγματικότητα. Οι στιγμές έλλειψης επικοινωνίας ανάμεσα στη Σάρα και τον Αντριά με έκαναν να υποφέρω πολύ ενώ τις έγραφα.

Ερ: Γράψατε ένα εξαιρετικά περίπλοκο μυθιστόρημα. Δεν πρόκειται μόνο για τη σωρεία των παραπομπών του, που ανακινούν ολόκληρες βιβλιοθήκες, αλλά και για τις δύσκολες αφηγηματικές τεχνικές του, που απαιτούν έναν πολύ συγκροτημένο και μονίμως σε εγρήγορση αναγνώστη. Με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά, πώς εξηγείτε τη διεθνή του επιτυχία;

Απ: Διότι πιστεύω ότι ο αναγνώστης είναι έξυπνος και μπορείς να του ζητήσεις προσοχή. Πρέπει όμως να έχει κάποιος την ικανότητα να του προσφέρει στοιχεία που να έχουν να κάνουν με την πλοκή και το στυλ ώστε να του χρησιμεύσουν σαν καλλιτεχνικό ερέθισμα και, ίσως, σαν αφορμή για σκέψη… Ξέρω ότι υπάρχουν χιλιάδες απαιτητικοί αναγνώστες, που απαιτούν κείμενα που να τους κάνουν να συλλογιστούν και να σκεφτούν, που δεν συμβιβάζονται στο να περνούν τον χρόνο τους με εκείνα τα άθλια προγράμματα που υπάρχουν σε αρκετές τηλεοράσεις. Αναγνώστες που δεν συμβιβάζονται με το να διαβάζουν το προφανές αλλά ψάχνουν κείμενα που να τους κάνουν να στοχαστούν. Επειδή είμαι αναγνώστης, ξέρω ποια είναι τα γούστα πολλών αναγνωστών. Δεν είναι έτσι όλοι όσοι ανοίγουν ένα βιβλίο, σύμφωνοι. Αλλά δεν μπορούμε να σταματήσουμε να εξηγούμε και να γράφουμε χωρίς να ενδιαφερόμαστε για το επίπεδο των αναγνωστών.

   Ερ: Πώς συγκεντρώσατε το τεράστιο βιβλιογραφικό υλικό σας και, κυρίως, με ποιον τρόπο υποτάξατε ένα τόσο αχανές, εγκυκλοπαιδικό υλικό στους κανόνες της μυθιστορηματικής αφήγησης; Πώς μετατρέπεται η εγκυκλοπαίδεια σε ζωντανή, ανθρώπινη ιστορία, πώς μεταμορφώνεται ένας γνωστικός θησαυρός σε λογοτεχνία; 

Απ: Είναι δύσκολο να απαντήσω σ’ αυτήν την ερώτηση. Η κυοφορία του «Confiteor» ήταν πολύ αργή και συχνά χρειάστηκε να ψάξω αρκετά ποικίλο υλικό. Το έκανα, με στιγμιαίο και συνεχή τρόπο, αλλά μόνο όταν είχα την ανάγκη. Όχι ότι πριν να ξεκινήσω το μυθιστόρημα συγκέντρωνα πληροφορίες για «όλα». Όταν αρχίζω ένα μυθιστόρημα δεν σκέφτομαι τις πηγές που θα χρειαστώ. Αυτό που κάνω είναι να δημιουργώ χαρακτήρες που με συνοδεύουν στο ταξίδι που αρχίζω. Και όταν βρεθώ σε ένα σκοτεινό σημείο που οφείλεται στην άγνοιά μου, βρίσκω πληροφορίες πάνω σ’ αυτό και μόνο πάνω σ’ αυτό και συνεχίζω να γράφω· αν βρω ξανά ένα σκοτεινό σημείο, βρίσκω ξανά πληροφορίες. Και συνεχίζω να γράφω. Δεν θα μπορούσα να συγκεντρώσω πληροφορίες εκ των προτέρων για το «σύνολο» του μυθιστορήματος γιατί ποτέ δεν σχεδιάζω το μυθιστόρημα που θα γράψω και γι’ αυτό δεν μπορώ να ξέρω ποιο είναι αυτό το «σύνολο». Δίνω προτεραιότητα στην αφήγηση που μεγαλώνει μέσα μου, γράφω, όπως θα έλεγε κανείς, στα τυφλά, και κάθε φορά που βλέπω ότι μου λείπουν πληροφορίες, ένα όνομα, μια επανερμήνευση… τότε σταματάω τη μηχανή, το επιλύω και συνεχίζω να αφηγούμαι την ιστορία του Αντριά, του βιολιού, της Σάρα, του… Όταν γράφω ένα μυθιστόρημα ποτέ δεν ξέρω τι θα είναι και πώς θα τελειώσει: αρχίζω να γράφω στα τυφλά, ωθούμενος από «την επιθυμία να αφηγηθώ». Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να διαμορφώσω συνεκτικούς χαρακτήρες που να έχουν ηθικό βάθος, που να σκέφτονται, που να είναι αντιφατικοί, που να ξέρουν να κλάψουν, να γελούν· να είναι μάλλον δειλοί και κάποιες φορές θαρραλέοι…

   Ερ: Το Κακό αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο και σε ένα άλλο μυθιστόρημά σας, τις «Φωνές του ποταμού Παμάνο» (εκδόσεις Πάπυρος, μτφρ. Ευρ. Σοφός). Θα συσχετίζατε τα δύο βιβλία και, γενικότερα, ποιες είναι οι γραμμές που συνδέουν το «Confiteor» με την προηγούμενη λογοτεχνική παραγωγή σας; 

Απ: Αν για να γράψω το «Confiteor» χρειάστηκα οκτώ χρόνια, για να γράψω τις «Φωνές του ποταμού Παμάνο» χρειάστηκα επτά και δύο μήνες. Ήταν κι αυτό ένα μυθιστόρημα μακράς κυοφορίας. Όλα τα μυθιστορήματά μου είναι αργής και μακράς κυοφορίας. Γι’ αυτό δεν μπόρεσα να γράψω αρκετά. Απαντώντας όμως στην ερώτηση, πρέπει να πω ότι και τα δύο μυθιστορήματα είναι συνδεδεμένα και προέρχονται από μια συλλογή με διηγήματα του 2000 που ονομάζεται «Viatge d’hivern» και που ακόμη δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Η ιδέα της πιθανότητας του ελέγχου των αφηγηματικών χώρων όλων των διηγημάτων κάνοντας τους χαρακτήρες και τα αντικείμενα ενός διηγήματος να μπαίνουν στον κόσμο μιας άλλης αφήγησης, με κάνει να νιώθω σαν κάποιου είδους θεός που ελέγχει κόσμους που μεταξύ τους μπορεί να μη σχετίζονται γιατί τους χωρίζει ένας αιώνας απόσταση… που αποκτούν όμως σχέση χάρη στη δική μου παρέμβαση.

Όταν εισχώρησα στον κόσμο των «Φωνών του ποταμού Παμάνο» επικεντρώθηκα, κυρίως, σε σημεία της εποχής μετά τον εμφύλιο ισπανικό πόλεμο (1936-1939) που, ακόμα κι αν φαίνεται ψέματα, ακόμη δεν έχει κλείσει τις πληγές που προκλήθηκαν, αφού στην Ισπανία δεν υπήρξε κανένας νόμος που να βάζει τελεία στον θάνατο του δικτάτορα Φράνκο. Οι ήρωες του φρανκισμού βρίσκονται ακόμη στην εξουσία. Σκεφτείτε ότι τα πράγματα που διηγούμαι στις «Φωνές του ποταμού Παμάνο», που τοποθετώ σε ένα μικρό χωριό στα Πυρηναία, σε μια ορεινή περιοχή της Καταλονίας στα σύνορα με τη Γαλλία, πολλοί αναγνώστες μου έλεγαν ότι αυτό είχε συμβεί και στο χωριό τους (που ήταν στη μεσογειακή ακτή ή στο κέντρο της Καταλονίας). Όμως ήδη είχα αρχίσει να σκέφτομαι το Κακό, την επιμονή των ανθρώπων να κάνουν κακό. Ήθελα να αφηγηθώ την ανεξήγητη έλλειψη ενσυναίσθησης των σκληρών ανθρώπων προς τα θύματά τους.

Τώρα, μετά από τόσα χρόνια αφιερωμένα σ’ αυτούς τους τρεις τίτλους που ανέφερα, έχω εκδώσει ένα καινούργιο βιβλίο με διηγήματα με τίτλο «Quan arriba la penombra» και το οποίο, δυστυχώς, ασχολείται με θέματα σχετικά με αυτό που λέμε: πάντα με την αιτία της ύπαρξης του Κακού… Παρεμπιπτόντως, στην αρχή του βιβλίου υπάρχει ένα απόφθεγμα του Έλληνα Εμμανουήλ Ροΐδη: «Σέβομαι τους νεκρούς, κι όταν ακόμα είναι ζωντανοί».

Και απαντώντας την ερώτησή σας, μπορώ να πω, για να ολοκληρώσω, ότι κάθε καινούργιο βιβλίο έχει ένα χρέος προς τα άλλα βιβλία που έχω γράψει. Πάντα είχα αυτήν την αίσθηση. Το «Viatge d’hivern» δεν θα μπορούσε να υπάρχει χωρίς να έχει γραφτεί το «L’ombra de l’eunuc», του 1996. Το «Confiteor» (2011) δεν θα υπήρχε αν δεν είχαν γραφτεί «Οι φωνές του ποταμού Παμάνο» (2004).

film

   Σημ. Το ΑΠΕ-ΜΠΕ ευχαριστεί τον μεταφραστή του Καμπρέ, Ευρυβιάδη Σοφό, που μετέφερε από τα καταλανικά στα ελληνικά τις ερωταποκρίσεις της συνέντευξης. 

Πηγή: ΑΠΕ

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ