12 δήμοι σε προληπτική καραντίνα

0
1020

Δεν είναι λόγος για πανικό βέβαια, κρούσματα ελονοσίας υπάρχουν κάθε χρόνο. Απλώς φέτος λόγω της μειωμένης αντιμετώπισης των κουνουπιών με ψεκασμούς και της συνεχούς ροής μεταναστών παρατηρήθηκε ένας αυξημένος αριθμός κρουσμάτων που έθεσε σε επιφυλακή το ΚΕΕΛΠΝΟ, με καραντίνα που αφορά την αιμοδοσία σε 12 δήμους της πόλης.

Anopheles_gambiae_mosquito

Σύμφωνα με τα επιδημιολογικά στοιχεία που συλλέγει το ΚΕΕΛΠΝΟ, από τις αρχές του έτους έως τα μέσα Αυγούστου είχαν δηλωθεί στο Κέντρο 65 κρούσματα ελονοσίας, εκ των οποίων τα 61 είναι ασθενείς που είχαν προσβληθεί σε χώρες του εξωτερικού. Από τα 61 εισαγόμενα κρούσματα ελονοσίας, τα 50 αφορούσαν σε μετανάστες από ενδημικές χώρες (43 από χώρες της Ινδικής χερσονήσου και επτά από χώρες της Αφρικής), και τα 11 κρούσματα αφορούσαν σε ταξιδιώτες που επέστρεψαν από ενδημική χώρα της Αφρικής. Από τα 50 κρούσματα σε μετανάστες, τα 8 καταγράφηκαν σε κέντρα φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών σε νησιά του Βορείου Αιγαίου.

Από το σύνολο των κρουσμάτων που είχαν δηλωθεί εφέτος έως τα μέσα Αυγούστου, σε τέσσερις ασθενείς υπάρχουν ενδείξεις εγχώριας μετάδοσης. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2015, οπότε δηλώθηκαν 85 κρούσματα, ενδείξεις ότι ο ασθενής προσβλήθηκε «εντός των τειχών» είχαν εντοπιστεί σε έξι περιστατικά, ενώ οι χρονιές όπου είχε σημάνει στην Ελλάδα «κόκκινος» συναγερμός λόγω εγχώριας μετάδοσης της νόσου ήταν το 2011 και το 2012 (42 και 20 περιστατικά, αντίστοιχα). Οπως αναφέρεται στην έκθεση επιδημιολογικής επιτήρησης του ΚΕΕΛΠΝΟ, στην Ελλάδα η νόσος εκριζώθηκε το 1974, έπειτα από εντατικό και επίπονο πρόγραμμα καταπολέμησης. Μέχρι και το 2008 καταγράφονταν στην Ελλάδα περίπου 20 – 50 κρούσματα ετησίως, που σχετίζονταν στη μεγάλη τους πλειονότητα με ταξίδι ή παραμονή σε ενδημική για την ελονοσία χώρα. Έως το 2008 δηλώθηκαν στο ΚΕΕΛΠΝΟ μόνο λίγα σποραδικά κρούσματα ελονοσίας, χωρίς ιστορικό ταξιδιού τα έτη 1991, 1999 και 2000. Από το 2009 και μετά, ωστόσο, κρούσματα ελονοσίας με ενδείξεις εγχώριας μετάδοσης καταγράφονται σχεδόν κάθε έτος σε διάφορες περιοχές της χώρας, κυρίως ως σποραδικά, αλλά και σε συρροές.

Ως μέτρα πρόληψης για την ασφάλεια του αίματος είναι ο αποκλεισμός από την αιμοδοσία όσων κατοικούν και εργάζονται σε αυτές τις περιοχές, καθώς και όσων τις έχουν επισκεφθεί.

Για την περίοδο αυτή ως «επηρεαζόμενες» από ελονοσία περιοχές έχουν χαρακτηρισθεί από τις υγειονομικές αρχές και άρα έχουν τεθεί σε περιορισμούς σχετικά με την αιμοδοσία περιοχές των δήμων Φαρκαδόνας και Τρικκαίων (Περιφερειακή Ενότητα Τρικάλων), Παλαμά (Π.Ε. Καρδίτσας), Ευρώτα (Π.Ε. Λακωνίας), Χαλκιδέων (Π.Ε. Ευβοίας), Θηβαίων (Π.Ε. Βοιωτίας), Τεμπών (Π.Ε. Λάρισας), Μαραθώνος (Π.Ε. Ανατολικής Αττικής), Δυτικής Αχαΐας (Π.Ε. Αχαΐας), Ανδραβίδας – Κυλλήνης (Π.Ε. Ηλείας) και Λαγκαδά και Πυλαίας (Π.Ε. Θεσσαλονίκης).

Ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών έχει επανειλημμένως επισημάνει ότι κατά τη φετινή χρονιά υπήρξε ολιγωρία στον στρατηγικό σχεδιασμό για την υλοποίηση των προγραμμάτων καταπολέμησης των κουνουπιών, μέσω των οποίων μεταδίσεται η νόσος, παρά το γεγονός ότι το Κέντρο Έλεγχου και Πρόληψης Νοσημάτων είχε προειδοποιήσει για το αυξημένο κίνδυνο λόγω των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών και είχε ζητήσει να ληφθούν έκτακτα μέτρα.

info: Η ελονοσία είναι μία σοβαρή νόσος, η οποία οφείλεται στο πλασμώδιο, ένα παράσιτο το οποίο προσβάλλει τα ερυθρά αιμοσφαίρια στο αίμα. Σύμφωνα με τους ειδικούς του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ), η νόσος μεταδίδεται στον άνθρωπο έπειτα από τσίμπημα από θηλυκό μολυσμένο κουνούπι, που ανήκει στο γένος Ανωφελές (Anopheles). Μόνο κουνούπια του συγκεκριμένου γένους μπορούν να μεταδώσουν την ελονοσία και πρέπει προηγουμένως να έχουν τσιμπήσει άτομο που είναι μολυσμένο με το παράσιτο που την προκαλεί. Η νόσος μπορεί να μεταδοθεί και με μετάγγιση αίματος, μεταμόσχευση οργάνων και χρήση μολυσμένων βελονών ή συριγγών. Πιο σπάνια, μπορεί να μεταδοθεί και από τη μητέρα στο έμβρυο. Το παράσιτο δεν μεταδίδεται άμεσα από άτομο σε άτομο μέσω της συνηθισμένης κοινωνικής επαφής (άγγιγμα, φιλί), σεξουαλικής ή άλλης επαφής.
Στις περισσότερες περιπτώσεις και ανάλογα με το είδος του πλασμωδίου, τα συμπτώματα εμφανίζονται από μία έως τέσσερις εβδομάδες μετά το τσίμπημα του μολυσμένου κουνουπιού. Σε άλλες περιπτώσεις, ενδέχεται να εμφανιστούν έως και έναν χρόνο μετά τη μόλυνση!

Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα της ελονοσίας είναι υψηλός πυρετός με ρίγος, εφίδρωση, κεφαλαλγία, μυαλγία και γενική αδιαθεσία και συμπτώματα γριπώδους συνδρομής.

Ο πυρετός μπορεί να εμφανίζεται κάθε δεύτερη ή τρίτη μέρα, χωρίς αυτό να παρατηρείται συχνά. Άλλα συμπτώματα που μπορούν να εμφανιστούν είναι ναυτία, εμετός, διάρροια και κοιλιακός πόνος, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να εκδηλωθεί αναιμία και ίκτερος.

Η ελονοσία είναι ιάσιμη και θεραπεύεται αποτελεσματικά, στην περίπτωση που διαγνωστεί έγκαιρα και ο ασθενής λάβει την κατάλληλη αγωγή. Σε περίπτωση που δεν δοθεί κατάλληλη θεραπεία, σε σοβαρές μορφές της νόσου μπορεί να παρουσιαστούν νευρολογικά συμπτώματα, νεφρική ή αναπνευστική ανεπάρκεια.

Πηγή: medicalnews.gr/

Shares

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ