Πώς νομίζεις άντεξαν τόσες ώρες τρέξιμο;

1
10740

Κυριακή και κατεβαίνω στο κέντρο της πόλης με το ποδήλατο. Οι δρόμοι παντού κλειστοί, μαθαίνω ότι έχει το Μαραθώνιο. Ευχαριστιέμαι τους άδειους δρόμους και ποδηλατώ, χωρίς κανένα λεωφορείο να με απειλεί, κανένα ταξί να φρενάρει απότομα, κανένα μηχανάκι να κάνει σφήνες.
Στη Τσιμισκή είναι σε εξέλιξη ο δρόμος για τα 5.000 μέτρα και παρακολουθώ ένα ετερόκλητο πλήθος να τρέχει ή να περπατάει με πολύχρωμα ρούχα. Παντού διαφημίζονται οι χορηγοί, οι οποίοι έχουν στήσει καμάρες, σταντ ότι μπορείς να φανταστείς. Είναι τελικά μεγάλη μπίζνα το δρομικό κίνημα. Θα μου πεις, από το να κάθεται και να καπνίζει ο κόσμος, καλύτερα να τρέχει.

17622844_1022363991198421_1021530454_o
Στις μπλούζες διαβάζω όποιο σωματείο, σύλλογο και οργανισμό μπορείς να φανταστείς. Έχουμε τόσα σωματεία τελικά; Και γιατί ο κόσμος δεν γίνεται καλύτερος; Τέτοια σκέφτομαι, αλλά συνεχίζω μαζί τους. Όλοι στο δρόμο προσπαθούν να φτάσουν στον τερματισμό. Και μετά δώστου τις σέλφις, τα ταγκ και τα λαϊκς. Ηλεκτρονικός κατακλυσμός. Θα μου πεις, παντού έτσι γίνεται.

Σκέφτομαι πόσο καιρό έχω να δω τόσο κόσμο έξω στους δρόμους, είναι σχεδόν 21.000 δρομείς, χώρια οι συνοδοί και φίλοι. Πάει πολύς καιρός. Μπορεί να έχει χαθεί η ελπίδα για να πάει καλύτερα αυτός ο τόπος, να μεταναστεύουν κατά χιλιάδες οι νέοι με πτυχία στο εξωτερικό , αλλά τουλάχιστον ένας Μαραθώνιος είναι μια ευκαιρία να χαρεί ο κόσμος την άνοιξη. Και στο κάτω-κάτω καλύτερα να τρέχουμε στους δρόμους, παρά να διαμαρτυρόμαστε. Είναι σίγουρα πιο υγιεινό. Και η υγεία είναι πάνω από όλα.
Με αυτές τις σκέψεις, έχω ήδη φτάσει στα δικαστήρια που έχει την στροφή, κάπου στην μέση της διαδρομής. Σαν να φτάνεις στην μέση ηλικία ένα πράγμα. Απλά όταν φτάνεις στα 40 με 50 δεν υπάρχουν ενθουσιώδεις εθελοντές – εμψυχωτές να χειροκροτούν και να επευφημούν κάθε σου προσπάθεια. Μόνο υποχρεώσεις και γκρίνια …
Οι εμψυχωτές στον Μαραθώνιο φορούν διαφημιστικά μπλουζάκια και φωνάζουν δυνατά όταν βλέπουν κανένα παιδί ή ηλικιωμένο. Μου φαίνεται πολύ σουρεαλιστικό το όλο θέαμα και κάθομαι να το παρατηρήσω με την ησυχία μου.

Ο χρόνος έχει περάσει, η ώρα έχει πάει 2 το μεσημέρι. Έχουν περάσει όλοι από τα 5.000 μέτρα, καθώς και οι τελευταίοι δρομείς του κανονικού Μαραθωνίου. Τρέχουν από τις 8 το πρωί. Μαζεύουν σιγά- σιγά τις τεχνητές καμάρες, τα σταντ των εθελοντών, οι αστυνομικοί αρχίζουν να δίνουν τους δρόμους στην κυκλοφορία.
Ακόμα και οι Μάρτυρες του Ιεχωβά τα μαζεύουν. Σήμερα έστησαν καραούλι σε τρία- τέσσερα σημεία τουλάχιστον. Στέκονται περιποιημένοι μπροστά από τα έντυπά τους. Πλησιάζω διακριτικά και διαβάζω σε ένα από αυτά:
“Εσείς θα δεχτείτε το μεγαλύτερο δώρο του Θεού;”
Και ενώ είμαι σε φάση να κατανοήσω το ερώτημα, πετάγεται από τον δρόμο του Φιξ και του Μύλου ένας ηλικιωμένος δρομέας μαζί με έναν συνοδό. Οι αστυνομικοί αιφνιδιάζονται. Κάποιος λέει:
“Μόλις με ενημέρωσαν. Αυτός είναι ο τελευταίος δρομέας που πάει να τερματίσει. Είναι άλλοι δύο πιο μπροστά, ξεπέρασαν τα χρονικά όρια καταμέτρησης και τους είπαν να σταματήσουν, αυτοί όμως συνέχισαν.”
Χαμογελάω και λέω ότι αυτό είναι “το δώρο του Θεού”, μεγάλο ή μικρό, αυτό είναι για σήμερα. Τους ακολουθώ και τους τρεις με το ποδήλατο.

17761379_1022363934531760_537025259_o
Έξι ώρες μετά και ακόμα τρέχουν. Δεν δέχτηκαν τις συστάσεις για να διακόψουν, αυτοί το χαβά τους. Επιτέλους βρήκα τους ανθρώπους μου. Τους ακολουθώ διακριτικά.
Ο προτελευταίος μου μιλάει. Είναι γύρω στα 50 και μου λέει:
– “Ακούω Χιώτη τώρα και με έχει τρελάνει. Πόσο ακόμα έχει για τον τερματισμό;”
– “Είμαστε στο Λιμάνι, λίγο ακόμα θέλει”, του λέω.
Τον κοιτάζω να τρέχει με αργό ρυθμό,, αλλά περήφανα. Οι περισσότεροι στη Λεωφόρο Νίκης δεν νοιάζονται και πίνουν τον καφέ τους. Ο δρόμος δεν έχει ακόμα αυτοκίνητα και ο κόσμος περπατάει ελεύθερα. Ελάχιστοι τους αντιλαμβάνονται και τους χειροκροτούν. Οι περισσότεροι τους εμποδίζουν. Άθελά τους, αλλά τους ενοχλούν στα τελευταία μέτρα πριν τον τερματισμό.
Χωρίς να το σκεφτώ αναλαμβάνω δράση. Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να τερματίσουν και χωρίς να το καταλάβω γίνομαι μέρος του Μαραθωνίου.


Ποδηλατώ μπροστά τους να ανοίξω δρόμο φωνάζοντας “Στην άκρη”, χωρίς να ντρέπομαι. Οι περισσότεροι υπακούουν.
Ο τύπος με το Χιώτη σταματάει στην Αριστοτέλους. Κοντοστέκομαι και τον ρωτάω:
-“Έχεις κάτι;”
– “Οχι. Αλλάζω μουσική. Πως νομίζεις άντεξα τόσες ώρες τρέξιμο; Ακούγοντας συνέχεια μουσική. Φτάνει με τον Χιώτη τώρα, θα βάλω σόουλ. Ναι! θα βάλω Μάϊκλ Τζάκσον.” και συνεχίζει να τρέχει.
Τον συμπαθώ όλο και πιο πολύ.
Περνάμε την τελευταία καμάρα, που μας ενημερώνει ότι απομένουν 400 μέτρα. Με ρωτάν και οι δύο δρομείς, μαζί αυτή τη φορά, ο τρίτος έμεινε αρκετά πιο πίσω:
“Πόσο ακόμα;”.
Οι διοργανωτές άρχισαν εδώ και ώρα να μαζεύουν τα προστατευτικά κιγκλιδώματα και σχεδόν κλείνουν το δρόμο. Τους ξαφνιάζει που κάποιοι ακόμα τρέχουν.
Είμαι δίπλα τους και συνεχίζω να ανοίγω δρόμο και χωρίς να το καταλάβω τερματίζω κι εγώ καβάλα στο ποδήλατο.
Γυρνάω να ψάξω που είναι οι δύο δρομείς που συνόδευα τα τελευταία πέντε λεπτά. Άφαντοι μέσα στο πλήθος. Περνάω μέσα από το χαμό και φεύγω για το σπίτι.
Κοίτα να δεις, έγινε και αυτό. Τερμάτισα σε ένα Μαραθώνιο. Άντε του χρόνου να τρέξω κιόλας.
Μόνο να μην ξεχάσω να έχω Χιώτη και Μαϊκλ Τζάκσον μαζί μου …

Shares

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ