Parallax View

Ραντεβού με μια άγνωστη

"Η μοναδική φορά που συνάντησα την Έλενα Ναθαναήλ ήταν ένα βραδάκι στα μέσα Ιουλίου..." - Μία ανάμνηση του Άκη Δήμου για τη μεγάλη ηθοποιό

Άκης Δήμου
ραντεβού-με-μια-άγνωστη-37100
Άκης Δήμου

Η μοναδική φορά που συνάντησα την Έλενα Ναθαναήλ ήταν ένα βραδάκι στα μέσα Ιουλίου του 2007, σ’ ένα μπαρ του Νέου Ψυχικού. Η Έλλη Παπακωνσταντίνου της είχε προτείνει να ξαναγυρίσει στο θέατρο παίζοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον «Ήχο του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη.

Αργότερα έμαθα ότι δεν δέχτηκε τελικά, το ρόλο τον έπαιξε η Τάνια Τσανακλίδου, εκείνο το βράδυ όμως το συζητούσε χαμογελώντας διστακτικά με την ιδέα. Έπινε βότκα με πάγο και μια φέτα λεμόνι. Χακί παντελόνι, χακί φανελάκι, σανδάλια. Τα μαλλιά της πιασμένα μ’ ένα κοκαλάκι που άστραφτε.

Δεν ήταν πια το ανήμερο κορίτσι της «Αναζήτησης», κάτι πάνω της, ωστόσο, έμοιαζε να μην έχει ησυχάσει κι ήταν αυτή η ανησυχία που μου θύμιζε μια ξεχασμένη λέξη: σαγήνη. Κοίταζε το ποτήρι της και μίλαγε για πράγματα ανέφελα, νυχτερινά: ένα ταξίδι που ετοιμαζόταν να κάνει, τα δέντρα στο κτήμα της, τα περάσματά της από τη Θεσσαλονίκη παλιά.

Άναψε κι άλλο τσιγάρο και γύρισε ξαφνικά σ’ ένα άλλο καλοκαίρι, χρόνια πριν, που έκανε πρόβες με τον Γιάννη Τσαρούχη για μια παράσταση της «Ηλέκτρας» που δεν ανέβηκε ποτέ. Ανάμεσα στα λόγια της ήχοι της νύχτας: ο πάγος στο ποτήρι, τα βραχιόλια στον καρπό της, οι πνιχτές κόρνες των αυτοκινήτων στην μισοέρημη Κηφισίας, ένα αδιάφορο τραγούδι της Τσαλιγοπούλου… Ξημερώματα το διαλύσαμε. Δεν την ξαναείδα από τότε, μια φορά μόνο μιλήσαμε στο τηλέφωνο κάμποση ώρα για πολλά και για τίποτα. Το θάνατό της, στις 4 Μαρτίου του 2008, τον έμαθα από τις ειδήσεις. Ένας καρκίνος διανθισμένος με πλάνα από «Εκείνο το καλοκαίρι» του ’70 και υπόκρουση τις μουσικές του Σπανού – ειρωνικό, σκέφτηκα.

Για κάποιο λόγο, που μου φαίνεται δύσκολο να εξηγήσω, τη σκέφτομαι συχνά. Εκείνο το βράδυ της σύντομης συνάντησής μας κι όλα τ’ άλλα. Επιμένοντας πως η Έλενα Ναθαναήλ δεν ήταν μια τυχαία ηθοποιός ούτε έζησε στην τύχη. Μερικές φορές κάθομαι και βλέπω τις παλιές ταινίες της: τον εξαιρετικό «Φόβο», τη «Ντάμα Σπαθί», την «Επιχείρηση Απόλλων», το «Ραντεβού με μια άγνωστη» – στις περισσότερες χωρίζει στο τέλος, φιλάει το συμπρωταγωνιστή της κι όταν σβήνει το πλάνο το αντίο της στοιχειώνει την οθόνη. Πριν πέσουν οι τίτλοι του τέλους, τους έχει όλους εγκαταλείψει.

Γεννημένη ντάμα, λίγο μπλαζέ και κάπως κουρασμένη, ερωτευμένη από απελπισία κι ερωτική από απόγνωση, θύμα ενός σχεδόν εκ γενετής μποβαρισμού. Επικίνδυνη γιατί αφηνόταν να κινδυνεύσει. Παντελώς αδιάφορη στο κυνήγι του γαμπρού που στοίχειωνε τους ρόλους των συναδέλφων της και το μικροαστικό όνειρο των θαυμαστριών τους. Μια μελαχρινή ανορθογραφία στο οξυζενέ ξανθό τοπίο του εγχώριου σελιλόϊντ, μια σιωπηλή κατάφαση σε όλες τις ερωτήσεις που οι άντρες φοβούνταν να της κάνουν. Ιδιοσυγκρασιακή, μακρινή, αθόρυβη. Μετρημένες ταινίες (κάποιες από ανάγκη), ελάχιστη τηλεόραση, εκθαμβωτικές φωτογραφίσεις (όπου σπάνια την πετυχαίνεις να γελάει), σχεδόν μηδενικές δημόσιες εμφανίσεις. Μετά η αναχώρηση. Το ημίφως. Η ζωή που ήταν αλλού. Ο ξανακερδισμένος χρόνος.

Το βράδυ που τη γνώρισα, ακούγοντάς την μιλάει χωρίς ούτε ένα αχ γι’ αυτά που είχε αφήσει πίσω της να μπερδεύεται στα λόγια της, συνειδητοποίησα ότι ο καιρός – που δεν τον άφησε να περάσει ερήμην της – τη μεταμόρφωσε σε μια ακριβή γυναίκα, ικανοποιημένη που έζησε με τον τρόπο που θέλησε. Αφήνοντας σύξυλο το κοινό και το σινάφι, επιλέγοντας νωρίς να φέρει το χρόνο στα μέτρα της. Ξηλώνοντας την κρίσιμη στιγμή την εικόνα της για να ράψει την προσωπική της ιστορία. Προστατεύοντας τη σιωπή της για να μπορεί όποτε θέλει να ξεσπάει στα γέλια, μ’ ένα τυχαίο ανέκδοτο ή με μια ανάμνηση που ξαφνικά σήκωσε κεφάλι απ’ το πουθενά. Το 1979, πέρασε κάποιο καιρό συντροφεύοντας και διαβάζοντας βιβλία στα τυφλά παιδιά ενός ιδρύματος, μεταφέροντας αργότερα τη ζόρικη εμπειρία της εκείνης της περιόδου στο βιβλίο «Πώς έμαθα να βλέπω.» Κι όσο ο μύθος της μεγάλωνε αγόρασε μια μεγάλη έκταση στην Εύβοια. Έκανε αγροτικές δουλειές, έφτιαχνε το δικό της κρασί, έσωσε απ’ τη θανάτωσή τους άλογα του ιπποδρόμου. Το πιο αγαπημένο της, ο Καλλίστρατος, πέθανε μερικές βδομάδες μετά την ίδια.

Δεν ξέρω πολλές σαν κι αυτήν που να πέρασαν με τόση χάρη (και με τόση γενναιότητα) το ποτάμι της ματαιοδοξίας για να βρεθούν στην απέναντι όχθη μετρώντας τα φθινόπωρα χωρίς ν’ αναστενάζουν. Η Έλενα το ‘κανε και το ‘κανε στην ώρα του. Ούτε νωρίς ούτε αργά. Ακριβώς τη στιγμή που ήταν έτοιμη. Μεσουρανώντας ακόμα. Πριν προλάβει να γεράσει. Την έχω (και) γι’ αυτό αγαπήσει. –

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα