Σήμα κινδύνου

0
107
1.jpg

Ο Νίκος Καββαδίας επέμενε πως της «Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι» και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης συνιστούσε «…προκειμένου περί Θεσσαλονίκης, η είσοδος του κόσμου να γίνεται από τη θάλασσα…». Ωστόσο, όπως και να το κάνουμε, τις περισσότερες φορές είμαστε αναγκασμένοι να περιοριζόμαστε στις από στεριάς προσεγγίσεις της πόλης. Σίγουρα οι προσβάσεις αυτές δεν είναι και πολύ γοητευτικές τόσο για εμάς, τους μόνιμους κατοίκους της πόλης, όσο και για τους προσωρινούς επισκέπτες της. Κι αυτό γιατί η νέα -ήδη πάντως αρχίζει να παλιώνει- δυτική είσοδος της πόλης δεν πέτυχε, παρά τον οικοδομικό οργασμό και τον επικείμενο εκσυγχρονισμό της, να εξωραϊσει την εικόνα της περιοχής, ενώ και οι ανατολικές είσοδοί, τόσο η Λεωφόρος Γεωργικής Σχολής όσο και η προέκταση του οδικού άξονα της Χαλκιδικής, παρά την διαρκή εμπορική αναβάθμισή τους, δεν κατάφεραν ποτέ να καλύψουν τον απρόσωπο χαρακτήρα τους.

Και στις τέσσερις κύριες, προσθέτω και την είσοδο από την Πλατεία Βαρδαρίου, οδικές προσεγγίσεις της Θεσσαλονίκης δεν υπάρχει επαρκής σήμανση η οποία θα διευκολύνει τον επίδοξο επισκέπτη να φτάσει γρηγορότερα και ασφαλέστερα στον πιθανό προορισμό του. Σε ποια άλλη πόλη του κόσμου οι επιλογές του ταξιδιώτη, που καταφτάνει από την εθνική οδό της χώρας, είναι τόσο περιορισμένες; Πού αλλού, πέρα από την υπόδειξη για την ταχύτερη πρόσβαση στο κέντρο της πόλης, ο οδηγός έχει να επιλέξει συνηθέστερα ανάμεσα σε δύο, το πολύ πολύ σε τρεις, διαφορετικές κατευθύνσεις, που όλες λίγο πολύ συγκλίνουν, δηλαδή ανάμεσα στη Χαλκιδική, στην Καλαμαριά και στο αεροδρόμιο; Η πιθανότητα μετάβασης σε κάποια από τις πολλές δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης άφησε μάλλον παγερά αδιάφορους τους υπεύθυνους, που περιορίστηκαν σε μια δειγματοληπτική επιλογή ορισμένων μόνο συνοικιών. Αν θέλεις, λοιπόν, αγαπητέ ταξιδιώτη, να επισκεφτείς κάποιον φίλο σου που μένει κοντά στη Νέα Ευκαρπία, τότε πρέπει να το ξανασκεφτείς. Αν έχεις επαγγελματικές υποχρεώσεις στο Κορδελιό, τότε καλύτερα να έχεις μαζί σου GPS. Για Πολίχνη, Μετέωρα και Ωραιόκαστρο ούτε λόγος. Αν ψάχνεις κάτι στο Ασβεστοχώρι, στο Φίλυρο, ή στα Πεύκα, τότε απευθύνσου στη Νικολούλη, μόνο αυτή μπορεί να σε βοηθήσει. Αν πάλι θέλεις να πας πιο ανατολικά, προς την Τούμπα ή προς Χαριλάου, αναζήτησε εναλλακτικούς τρόπους προσέγγισης. Αν έχεις ακούσει και θέλεις να γευτείς οπωσδήποτε τρίγωνα Πανοράματος, τότε ίσως μείνεις μόνο με την όρεξη.

Φαίνεται τελικά ότι αγγίζει τα όρια του παραλογισμού η απαίτηση ενός τουρίστα, που καταφτάνει για παράδειγμα από την Αθήνα, να αναζητήσει άμεσα, έστω και ως πυξίδα προσανατολισμού του, το Λευκό Πύργο, το σύμβολο της πόλης. Χρήζει ιατρικής παρακολούθησης όποιος έχει την ψευδαίσθηση ότι εισερχόμενος στη Θεσσαλονίκη θα ήθελε να γνωρίζει πού βρίσκονται, έστω και κατά προσέγγιση, τα δύο μεγάλα της μουσεία, το Αρχαιολογικό και το Βυζαντινό. Με δεδομένη, πάντως, την ανεπαρκή σήμανση οι ανυποψίαστοι ταξιδιώτες αναγκάζονται να διασχίσουν, χωρίς να έχουν άλλη επιλογή, το ήδη επιβαρυμένο κυκλοφοριακά κέντρο της Θεσσαλονίκης, με την ελπίδα-που παραμένει μάταιη- ότι θα συναντήσουν τουλάχιστον εκεί επαρκέστερες κατευθύνσεις.

Ανάλογη δοκιμασία θα υποστούν βέβαια και όσοι επιλέξουν να προσεγγίσουν την πόλη και από την ιστορική παραβαρδάρια είσοδό της. Εδώ η κατάσταση είναι, τουλάχιστον, κάπως καλύτερη, υπάρχει μάλιστα εντυπωσιακά κατατοπιστική σήμανση για τα νοσηλευτικά ιδρύματα της πόλης. Ωστόσο, αγαπητέ ταξιδιώτη, μην έχεις υπερβολικές αξιώσεις! Πρώτα πρώτα πρέπει να καταφέρεις να διακρίνεις, μέσα από τις φυλλωσιές των δέντρων που συνήθως καλύπτουν τις αισθητικά άρτιες πλην όμως δύσκολα ορατές πινακίδες, τους προσφιλείς σου προορισμούς. Βέβαια μην επιζητήσεις ταχύτατες προσβάσεις προς την αρχαία αγορά και το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, για να περιοριστώ σε δύο τυχαία παραδείγματα που καταδεικνύουν τη σαφέστατη έλλειψη επαρκούς σήμανσης. Τι σούρθε ξαφνικά και θέλεις να δεις από κοντά την Καμάρα, τη Ροτόντα και το Γαλεριανό συγκρότημα, τους βασικούς μνημοδόχους άξονες της Θεσσαλονίκης;

Θα περίμενε ίσως κανείς ότι η σήμανση θα ήταν επαρκέστερη για τον επισκέπτη που κατευθύνεται στην πόλη από τα ανατολικά, είτε από Αεροδρόμιο, είτε από την Χαλκιδική, τον κατεξοχήν κοντινό τουριστικό προορισμό της. Όσοι τουρίστες θέλουν να δουν από κοντά τα τείχη της πόλης, όσοι έχουν διαβάσει δυο γραμμές για το ένδοξο παρελθόν της Βυζαντινής Συμβασιλεύουσας, και επιθυμούν, οι δύστυχοι, να επισκεφτούν κάποια από τις ιστορικές βυζαντινές εκκλησίες της, απαραίτητο είναι να έχουν επιδοθεί, πριν ακόμη πλησιάσουν στα γεωγραφικά όρια της Θεσσαλονίκης, σε επαρκή μελέτη προσέγγισης της ανοχύρωτης από σήμανση πόλης. Τα προσχήματα φαίνεται πως σώζει η ικανοποιητική σήμανση που υπάρχει στην περιφερειακή οδό η οποία στέφει περιμετρικά την πόλη. Εκεί, πράγματι, αν και χρειάζεται ασφάλεια ζωής για να θεωρήσει κανείς ότι δεν κινδυνεύει κυκλοφορώντας, ιδίως τις ώρες αιχμής, οι οδικές επισημάνσεις είναι αρκετά επαρκείς και μπορούν να κατατοπίσουν σε ικανοποιητικό βαθμό τον επίδοξο επισκέπτη.

Και να σκεφτεί κανείς ότι το συγκριτικό κριτήριο δεν είναι σε καμιά περίπτωση οι μεγάλες ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις-εκεί υπάρχει ειδική σήμανση και για τους πεζούς η οποία κατευθύνει επαρκέστατα τον διαβάτη της πόλης σε κάθε του βήμα. Σκεφτείτε, πάντως, πόσο θα διευκόλυνε την καθημερινότητα ενός επισκέπτη ένα υποτυπώδες, χαμηλού κόστους, πλην όμως οργανωμένο, σύστημα σήμανσης που θα τον κατατόπιζε προκειμένου να εντοπίσει ευκολότερα, εκτός από τα προαναφερθέντα σημεία αναφοράς της Θεσσαλονίκης, την Πλατεία Αριστοτέλους, την Αγία Σοφία, την Πλατεία Ναυαρίνου, τα Λαδάδικα, την Άνω Πόλη, την Αγορά Μοδιάνο και τους υπόλοιπους δημοφιλείς της προορισμούς.

Προηγούμενο άρθροΤο φιλί
Επόμενο άρθροΆκου να σου πω χρυσό μου…
Λέων Α. Ναρ
Ο Λέων Α. Ναρ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1974. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Α.Π.Θ. και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές Νεοελληνικής Φιλολογίας, Βιβλιολογίας και Διδακτικής της Λογοτεχνίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο (2000). Το 2007 αναγορεύτηκε Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ., ενώ την ίδια χρονιά εξέδωσε (σε συνεργασία με τον Γιώργο Αναστασιάδη και τον Χρήστο Ράπτη) το βιβλίο Εγώ ο εγγονός ενός Έλληνα, η Θεσσαλονίκη του Νικολά Σαρκοζί (Καστανιώτης). Το 2009 εκδόθηκε (Γαβριηλίδης) το δίτομο έργο του Ναρ με τίτλο Γιωσέφ Ελιγιά, Άπαντα, ενώ την ίδια χρονιά επιμελήθηκε το επετειακό λεύκωμα 25 χρόνια Ιανός. Το 2011 κυκλοφόρησε (Καπόν) το βιβλίο του με τίτλο Θεσσαλονίκη 1912-2012, το μέλλον του παρελθόντος, μια διαφορετική αφήγηση της ιστορίας (με φωτογραφίες του Γιώργη Γερόλυμπου), και η μελέτη Ισραηλίτες βουλευτές στο Ελληνικό κοινοβούλιο (1915-1936) (Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων). Χρονογραφήματά του δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής (2006-2008). Το 2014 (Μεταίχμιο) εκδόθηκε το ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΕΞΕΔΡΑΣ, ΣΧΟΛΙΑΣΜΕΝΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΗΠΕΔΑ, με πρόλογο του Παύλου Τσίμα. O Λέων Α. Ναρ αρθρογραφεί τακτικά (parallaximag.gr, iefimerida.gr) και εργάζεται ως καθηγητής Ελληνικής φιλολογίας στο Αμερικανικό Κολλέγιο «Ανατόλια» της Θεσσαλονίκης.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ