Σήμερα η πόλη είχε μια παράξενη ησυχία

0
202

Εικόνα: Γιάννης Σιμητόπουλος

Πρωί Κυριακής που κοντεύει μεσημέρι και οι ξενυχτισμένοι φίλοι δεν σηκώνουν τα τηλέφωνα. Πρέπει να σέβεσαι τον ύπνο της ανάπαυλας, όπως την ανοιξιάτικη σιέστα. «Καλά νέα από τον θεό», γράφουν τα stand που στήνουν στις γωνιές των δρόμων όσοι χρειάζονται πέντε λεπτά από τον χρόνο σου για να σου μάθουν την αλήθεια που αγνοούσες.

Παραπέρα, λίγο πιο κάτω από την Εγνατία, μπουλούκια οι πρόσφυγες με τα παιδιά τους στην αγκαλιά μοιάζουν ακόμα χαμένοι ανάμεσα σε φθηνά ξενοδοχεία και σε δρόμους που είναι αφιλόξενοι για τα προβλήματά τους.

Η πόλη μοιάζει παράξενα ήσυχη. Για την ακρίβεια, ακούγεται ήσυχη με έναν τρόπο ασυνήθιστο για μια τέτοια μέρα. Το συννεφόκαμα που έχει είναι ακόμα εκτός εποχής και η ζεστή υγρασία κολλάει στο δέρμα. Είναι περασμένες δώδεκα και στη γειτονιά της Βαλαωρίτου δεν βρίσκεται ψυχή.

Στο ραδιόφωνο κάποιος από τους κλασικούς «γκουρού» της αποψολογίας γειώνει τις τηλεφωνικές γραμμές που δεν συμφωνούν μαζί του. Στον ίδιο σταθμό, κάποιος παίρνει και ρωτά «τι γίνεται με το νοβάρτι». Έτσι ακριβώς, κάνοντας ρίμα με το κατάρτι που αυτομάτως θα ήθελες να είσαι σε θέση να χαζεύεις σαλπάροντας στο Αιγαίο, μακριά από την περιρρέουσα παράνοια.

Τσιμισκή με Αριστοτέλους, στο μέρος που όλοι έχουν δώσει ραντεβού κάποια στιγμή στη ζωή τους, ένας νεαρός κάθεται και καπνίζει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Φοράει μια λευκή μπλούζα με ένα μαχαίρι που σκίζει στα δύο ένα δολάριο. Αυτή που περιμένει δεν φτάνει ποτέ και λίγο πιο δίπλα, ακόμη ένα stand επιμένει ότι μπορεί να σου μάθει τον δρόμο για την ευτυχία. Όμως κανείς δεν ξέρει στ’ αλήθεια τον τρόπο για να οδηγηθείς εκεί. Στην αναζήτηση της ευτυχίας γεννιόμαστε και πεθαίνουμε όλοι αυτοδίδακτοι.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αφήστε το σχόλιό σας