Από τον Καμινάκη στο “Μοιραίον”: Οι πρώτες ταινίες μυθοπλασίας από τη Θεσσαλονίκη!

1
449

του Αργύρη Τσιάπου

Η κινηματογραφική τέχνη έχει δύο πτυχές: την καταγραφή της πραγματικότητας όπως αυτή όντως υφί­σταται (κάτι που γινόταν παλιότερα με τα κινηματογραφικά επίκαιρα ή ταινίες ζουρνάλ) και τη δημιουργία μιας επίπλαστης πραγματικότητας μέσα από ιστορίες που έχουν σκοπό να ψυχαγωγήσουν – με διάφορους τρόπους και σε διαφορετικά επίπεδα – το θεατή· είναι οι ταινίες μυθοπλασίας, που τραβούν και το μεγαλύτε­ρο ενδιαφέρον.

Η Φωτο Ελεκτρίκ φιλμ

Οι πρώτες σοβαρές απόπειρες να γυριστούν ταινίες μυθοπλασίας στη Θεσσαλονίκη εκδηλώθηκαν το 1924. Το φθινόπωρο της χρονιάς αυτής, στις τοπικές εφημερίδες έγινε λόγος για μια κινηματογραφική εται­ρία με την επωνυμία S.A.D.A.C., έτοιμη να γυρίσει την πρώτη της ταινία πάνω σ’ ένα ήδη έτοιμο σενάριο. Εξάλλου λίγους μήνες νωρίτερα, τον Ιούνιο του 1924, είχε ιδρυθεί η «Φωτο Ελεκτρίκ φιλμ» των Ηρακλή Φοίβου και Ι. Αγκοπιάν, η οποία επίσης εμφανιζόταν έτοιμη να γυρίσει ταινία με Θεσσαλονικείς ηθοποιούς. Ωστόσο, τα επόμενα χρόνια ο φωτογράφος Ηρακλής Φοίβος θα κινηματογραφούσε για λογαριασμό της «Φωτο Ελεκτρίκ» σειρά εκδηλώσεων τόσο στην πόλη της Θεσσαλονίκης όσο και στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας: τους παμμακεδονικούς αγώνες το Σεπτέμβριο του 1925, τα καλλιστεία για την ανάδειξη της Μις Θεσσαλονίκη το Φεβρουάριο του 1929, την επίσκεψη του Ελευθερίου Βενιζέλου στην πόλη τον Απρίλιο του 1929, μια εκδρομή στη Θάσο και τις γιορτές στο ναό του Απόλλωνα τον Ιούλιο του 1928 κλπ. Δεν θα ήταν άδικο να υποστήριζε κανείς ότι για σειρά ετών, ο κινηματογράφος στη Θεσσαλονίκη σε επίπε­δο παραγωγής ήταν συνυφασμένος με την παρουσία του Φοίβου.

pathe

Ο Δημήτρης Καμινάκης, το Σπλέντιντ και το Πατέ

Την άνοιξη του 1925 έγινε γνωστή η δραστηριοποίηση κάποιας «εκεσφίλμ» του επιχειρηματία Δημήτ­ρη Καρρά. Για λογαριασμό της εταιρίας φερόταν να γυρίζεται ή να είχαν ήδη ολοκληρωθεί τα γυρίσματα μιας ιστορικής ταινίας με τον – αποκαλυπτικό για το θέμα του σεναρίου – τίτλο «Η Επανάστασις του 1821». Οπερατέρ ήταν ο Δημήτρης Καμινάκης, ο οποίος κάποια χρόνια νωρίτερα (το Μάιο του 1920) είχε κινηματογραφήσει για λογαριασμό του κινηματογράφου «Σπλέντιτ» (μετονομάστηκε σε Κιν/φος Ιλιον) το μνημόσυνο στους τάφους των Άγ­γλων στρατιωτών στη Δοϊράνη. Το 1925, ωστόσο, επιχειρούσε την πρώτη του απόπειρα στη μυθοπλασία, ενώ αυτή ήταν και η πρώτη ταινία μυθοπλασίας που γυρίστηκε στη Θεσσαλονίκη και τη βόρεια Ελλάδα γε­νικότερα.

Τη διετία 1925 – 1927 ο Καμινάκης γύρισε ή εμφανιζόταν έτοιμος να γυρίσει ακόμη δύο ταινίες μυθοπλασίας. Η μία από αυτές ήταν η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε σενάριο γραμμένο «επί τη βάσει διαφόρων συγγραμμάτων» και «εντελώς άσχετο» με την αρχαία τραγωδία, όπως έγραφε το περιοδικό Κινηματογραφ­ικός Αστήρ το Μάρτιο του 1926, φιλοξενώντας μάλιστα στο εξώφυλλό του το πορτρέτο της πρωταγωνίσ­τριας της ταινίας, Μαρίας Τσικούδη. Η άλλη είχε ως θέμα της τον «Λήσταρχο Γιαγκούλα».

Οι πηγές σχετικά με όλες τις κινηματογραφικές απόπειρες του Δημήτρη Καμινάκη την περίοδο αυτή είναι αντιφατικές. Δεν συμφωνούν ούτε ως προς το αν όντως ολοκληρώθηκαν τα γυρίσματα αυτών των ται­νιών ή αν έστω και μία από αυτές προβλήθηκαν σε κάποια κινηματογραφική αίθουσα. Το Σεπτέμβριο του 1927 ο συνοικιακός κινηματογράφος «Βοτανικός» της πρωτεύουσας διαφήμιζε επί σειρά ημερών μια ται­νία με τίτλο «Λήσταρχος Γιαγκούλας», όμως δημοσίευμα αθηναϊκής εφημερίδας το 1931 υποστήριζε ότι η συγκεκριμένη ταινία δεν μπόρεσε να προβληθεί λόγω ενός νόμου που απαγόρευε την προβολή ληστρικών φιλμ (δηλαδή ταινιών με θέμα τις ληστείες), ενώ σε αφιέρωμα της εφημερίδας Μακεδονία το Δεκέμβριο του 1977 οι συνεργάτες του Καμινάκη εμφανίζονταν βέβαιοι ότι ο «Γιαγκούλας» ουδέποτε προβλήθηκε σε κάποιο σινεμά.

Και ενώ όλοι συμφωνούν ότι ούτε η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» βρήκε το δρόμο για τις αίθουσες (ίσως και να μην γυρίστηκε καν!), αντιφατικές είναι οι πληροφορίες και για την απόπειρα κινηματογράφησης της ται­νίας με θέμα την επανάσταση του 1821, η υπόθεση της οποίας φερόταν να ξεκινούσε από την αυλή του Αλή Πασά και να σταματούσε στο θάνατο του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Πηγή για την πληροφορία αυτή είναι η συνέντευξη των συνεργατών του Καμινάκη στην εφημερίδα Μακεδονία το Δεκέμβριο του 1977.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι τόσο το 1925 όσο και τα αμέσως επόμενα χρόνια δεν προβλήθηκε καμιά ελ­ληνική ταινία με αυτό το θέμα. Ωστόσο, στις 5 Φεβρουαρίου 1929, δηλαδή σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά τα σχετικά δημοσιεύματα του Κινηματογραφικού Αστέρα, που εμφάνιζαν μια σχετική ολοκληρωμένη ταινία, στον κινηματογράφο Πατέ της Θεσσαλονίκης ξεκίνησε να προβάλλεται το «πρώτον μακεδονικόν κινημα­τογραφικόν έργον», ο «Οδυσσεύς Ανδρούτσος» του Δημήτρη Καμινάκη! (Βέβαια, για να είμαστε απόλυτα ακριβείς, δεν ήταν πραγματικά το πρώτο «μακεδονικό» έργο, καθώς τρία ακριβώς χρόνια νωρίτερα στον «Μέγα» κινηματογράφο της Δράμας προβάλλονταν δυο κωμωδίες μικρού μήκους του τοπικού ερασιτεχνικού ομίλου «ο μικρός αστήρ» των Νίκανδρου Μαρκίδη, Θεόδωρου Νικολέρη και Μάρκου Σχοινά. Αλλά πιθανότατα οι Θεσσαλονικείς αγνοούσαν ακόμη και την ύπαρξη των ταινιών αυτών, που προβλήθηκαν μόνο στη Δράμα και τους γύρω νομούς)

Το μυστήριο για την ταινία που προβλήθηκε στο Πατέ το Φεβρουάριο του 1929 πυκνώνει, αν αναλογιστούμε ότι η ταινία αυτή θα προβαλλόταν λίγους μήνες μετά (Σεπτέμβριο του 1929) στη Νέα Υόρ­κη με  τον λίγο διαφοροποιημένο τίτλο «Αι τελευταίαι ημέραι του Οδυσσέως Ανδρούτσου (Στο χάνι της Γραβιάς)». Ήταν μια ολοκαίνουρια ταινία με διαφορετικό σενάριο από εκείνη του 1925 ή μήπως ο Καμι­νάκης μόνταρε και παρουσίασε ένα μόνο κομμάτι της παραγωγής εκείνης αρκετά χρόνια μετά το γύρισμά της; Από τη στιγμή που το φιλμ δεν έχει διασωθεί, αλλά τα ίχνη του φέρονται να χάθηκαν στο τελωνείο κατά την επιστροφή του από την Αμερική (ενώ υπήρχε και μια φήμη ότι τα αρνητικά διασώζονταν στο αρ­χοντικό των κληρονόμων Τσατσαπά μέχρι τη δεκαετία του ‘50), είναι δύσκολο να γνωρίζουμε περισσότερες λεπτομέρειες για την πρώτη ταινία μυθοπλασίας Θεσσαλονικιών επιχειρηματιών που προβλήθηκε στην κι­νηματογραφική οθόνη.

Η κριτική πάντως την χαντάκωσε στην κυριολεξία. «Τέτοιο τερατούργημα κινηματογραφίας δεν είδα ούτε εφαντάσθηκα ποτέ μου» έγραφε η Μακεδονία το Φεβρουάριο του 1929. «Η ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως γελοιοποιείται. Η τέχνη κατακουρελιάζεται. Η ποίησις καραγκιοζοποιείται. Η φουστανέλα γίνεται καρνάβαλος. Ο πατριωτισμός, ο έρως, τα αρχαία, τα μεγάλα ονόματα, η ιστορία, όλα μαζύ γίνονται ένα μίγμα οικτρόν, εις την θέαν του οποίου δεν ξέρει κανείς αν πρέπει να γελά, να κλαίη ή να τραβάη τα μαλλιά του. Αλλ’ είναι σας λέγουν η πρώτη προσπάθεια. Ο Θεός να μας φυλάγη, εάν οι δράσται του πρώτου έργου, έχουν την θρασύτητα να μας παρουσιάσουν και δεύτερον».

Η αλήθεια είναι ότι το δεύτερο κινηματογραφικό έργο μυθοπλασίας από τη Θεσσαλονίκη θα αργούσε να εμφανιστεί. Παρουσιάζονταν βέβαια διάφορα ζουρνάλ του Ηρακλή Φοίβου, ενώ συχνά οι εφημερίδες της πόλης φιλοξενούσαν διαφημίσεις είτε για την ίδρυση δήθεν «φιλόδοξων» κινηματογραφικών εταιριών (όπως η ΑΕΜΚΕ με έδρα το χωριό Βαθύλλακος!) είτε για την κινηματογράφηση εγκαινίων, εκδρομών και άλλων εκδηλώσεων, όπου η παρουσία της κάμερας αποτελούσε πρώτης τάξεως διαφημιστικό δέλεαρ, χα­ρακτηριστικά της ματαιοδοξίας πολλών κατοίκων της πόλης – ένα φαινόμενο που δεν είχε μόνο τοπικά θεσ­σαλονικιώτικα χαρακτηριστικά – να δουν τον εαυτό τους στη μεγάλη οθόνη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Το “Μοιραίον”

Τελικά, έπρεπε να περάσουν ακόμη τρεις Φεβρουάριοι, ώστε το 1932 να παρουσιαστεί η επόμενη ται­νία μυθοπλασίας από τη Θεσσαλονίκη, Ήταν το «Μοιραίον», η πρώτη με σύγχρονη υπόθεση και με γυρί­σματα μέσα στην πόλη, ώστε να κερδίσει τον τίτλο της «πρώτης θεσσαλονικιώτικης ταινίας», οι προβολές της οποίας αποτέλεσαν σημαντικό κοσμικό γεγονός παρότι όλοι οι ηθοποιοί ήταν ερασιτέχνες. Πρώτη προ­βολή στις 01.02.1932 στον κινηματογράφο του Λευκού Πύργου.

Η παραγωγή της ταινίας έγινε από την «Αρτιστίκ φιλμ», η οποία απαρτιζόταν από πρώην σπουδαστές κάποιας «Έξαρχος φιλμ», μιας από τις πολλές εταιρίες μαϊμού που δραστηριοποιούνταν εκείνα τα χρόνια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη επενδύοντας στην εκμετάλλευση των φιλοδοξιών πολλών νέων της εποχής, οι οποίοι αφελώς ονειρεύονταν να γίνουν κινηματογραφικοί αστέρες από τη μια μέρα στην άλλη.

Οι σπουδαστές της «Έξαρχος φιλμ», οι οποίοι είχαν καταγγείλει τον διευθυντή της σχολής για απάτη, έχοντας άγνοια κινδύνου επέμειναν στην πραγματοποίηση των κινηματογραφικών τους ονείρων και ίδρυ­σαν την «Αρτιστίκ», η οποία έδρευε στον τελευταίο όροφο του μεγάρου επί της οδού Ίρις 27. Πρόεδρος της εταιρίας ήταν ο Π. Μαυρομμάτης, αντιπρόεδρος ο Α. Κυριαζής, διαχειριστής ο Ι. Αποστολίδης και μέλη οι Μ. Φράγκος και Α. Κόκκινος.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Οι πιο πάνω συμμετείχαν και ως ηθοποιοί στην ταινία, αν και τους πρωταγωνιστικούς ρόλους υποδύονταν ο Ι. Χριστοδούλου (που μεταπολεμικά θα συμμετείχε και σε άλλες ταινίες) και η Μάρθα Κόκ­κινου. Το σενάριο έγραψαν οι Καλαϊτζόπουλος και Ι. Παπαδημητρίου, ενώ οπερατέρ ήταν ο Ηρακλής Φοί­βος. Οι θεσσαλονικιώτικες εφημερίδες δεν ανέγραψαν το όνομα του σκηνοθέτη παρά μόνο την εβραϊκή κα­ταγωγή του, σε μια εποχή ιδιαίτερη δύσκολη για τους ΅Εβραίους κατοίκους της πόλης, καθώς ήταν πρόσφα­τες οι ταραχές του συνοικισμού Κάμπελ.

Ποια ήταν όμως με λίγα λόγια η πλοκή του σεναρίου; Η υπόθεση ξεκινούσε από τη Σμύρνη την περίοδο της μικρασιατικής καταστροφής. Δυο αδερφάκια, ο Λωρέττης και η Ρούλα, χωρίζονται μέσα στον πανικό που επικρατούσε στην πυρπολημένη πόλη. Ο μεν Λωρέττης μεγαλώνει στο Παρίσι και γίνεται απα­τεώνας, ενώ η Ρούλα πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη μαζί με τη μητέρα της. Μετά από χρόνια οι δυο τους συναντιούνται, όμως δεν γνωρίζονται. Αντίθετα, συνάπτουν ερωτικό δεσμό, ο οποίος έχει άδοξο τέλος, όταν ο Λωρέττης επιλέγει να παντρευτεί μια άλλη γυναίκα. Η Ρούλα του κάνει μήνυση για αποπλάνηση και συ­νοδευόμενη από τη μητέρα της κι έναν αστυνομικό πηγαίνει να διακόψει το γάμο. Εκεί, όμως, η μητέρα αναγνωρίζει το χαμένο της γιο, ενώ και οι αστυνομικοί αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του Λωρέττη έναν απα­τεώνα διεθνούς φήμης και τον συλλαμβάνουν. Εκείνος προσπαθεί να τους ξεφύγει και τελικά σκοτώνεται πέφτοντας από ένα παράθυρο. Πεθαίνει η χαροκαμένη μάνα, ενώ στο τέλος ψυχή παραδίδει και η Ρούλα ψιθυρίζοντας τις λέξεις «Ήταν μοιραίο».

Από τα δημοσιεύματα των εφημερίδων της πόλης καταλαβαίνουμε ότι το κοινό λάτρεψε την ταινία, κυρίως λόγω του Χριστοδούλου, τον οποίο ερωτεύτηκαν πολλές Θεσσαλονικιές, αλλά και γιατί όλοι λίγο πολύ ήθελαν να δουν τον γείτονά τους και γενικότερα ανθρώπους της διπλανής πόρτας να παίζουν σε μια κινηματογραφική ταινία! Η κριτική στάθηκε επιεικής με τις ερμηνείες των ηθοποιών και κυρίως με τον Χριστοδούλου, όμως ήταν αυστηρή με το παθητικό σενάριο και τα πολλά σκηνοθετικά λάθη. Απαριθμούσ­αν μάλιστα και μερικά: Για παράδειγμα, η φτωχή Ρούλα φορούσε ακριβές πιτζάμες την ώρα που η πλούσια Θέκλα ήταν ντυμένη μ’ ένα πενιχρότατο νυφικό, ο Λωρέττης καταδικάστηκε σε εξοντωτική ποινή φυλάκι­σης 20 ετών για μια απλή απόπειρα διάρρηξης καταστήματος, οι πρόσφυγες εγκατέλειπαν τη φλεγόμενη Σμύρνη καθισμένοι στο βαπόρι και τρώγοντας ατάραχοι κλπ.

Η ταινία δεν φαίνεται να προβλήθηκε σε κάποιο κεντρικό σινεμά της Αθήνας, έχει όμως εντοπιστεί μία προβολή της στο Βόλο στο θερινό κινηματογράφο «Εξωραϊστική» του Βόλου την 1η Οκτωβρίου 1932, χω­ρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Το δε κλίμα ενθουσιασμού, που φαίνεται ότι προκλήθηκε στη Θεσσαλονίκη με διάφορες εταιρίες να ανακοινώνουν ταινίες «σονόρ και παρλάν», δεν είχε συνέχεια. Ο Δημήτρης Καμινάκης επανήλθε σκηνοθετώντας μια ταινία με τίτλο «Σαν την νύχτα εκείνη» και με πρωταγωνιστή τον Χριστοδού­λου, όμως η ταινία αυτή δεν προβλήθηκε ποτέ.

Ο επίλογος

Και κάπως έτσι, η μικρή προπολεμική ιστορία του θεσσαλονικιώτικου κινηματογράφου μυθοπλασίας ολοκληρώθηκε άδοξα, χωρίς ποτέ ν’ ανανήψει ουσιαστικά, αφού μετά τον πόλεμο η Αθήνα θα αναδει­κνυόταν ως το βασικό κέντρο της ελληνικής κινηματογραφικής βιομηχανίας.

*Το κείμενο βασίστηκε στην έρευνα που πραγματοποίησε ο Αργύρης Τσιάπος για τις ταινίες του προπολεμικού ελληνικού κινηματογράφου, η οποία περιλαμβάνεται στο βιβλίο του “Οι πρώτες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου” (το οποίο δεν πωλείται, αλλά είναι διαθέσιμο τόσο στην Κινηματογραφική Βιβλιοθήκη του Μουσείου Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης όσο και στο ιστολόγιο protestainies.blogspot.com)

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Το αγαπημένο μου site για την πολυαγαπημένη μου πόλη την μαγευτική Θεσσαλονίκη ! Δεν το αλλάζω με τίποτα !
    Αλλά και το “Θεσσαλονικέων Πόλις”… η δεύτερη αγάπη μου !
    Σας ευχαριστώ από καρδιάς και τους δύο.-

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ