Τώρα μπορείς να συμμετέχεις στο μέλλον του πρώην Στρατοπέδου Παύλου Μελά

0
1944

Στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 76 του Ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης» , συνιστάται στο Δήμο Παύλου Μελά Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης. Μέλη της επιτροπής ορίζονται εκπρόσωποι των φορέων της τοπικής κοινωνίας όπως οι τοπικοί εμπορικοί και επαγγελματικοί συλλόγοι και οργανώσεις, οι επιστημονικοί σύλλογοι και φορείς, οι τοπικές οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών, οι εργαζόμενοι του δήμου και τα νομικά του πρόσωπα, οι ενώσεις και οι σύλλογοι γονέων, οι εθελοντικές οργανώσεις και οι κινήσεις πολιτών, άλλες οργανωσείς και φορείς της κοινωνίας των πολιτών, οι εκπρόσωποι των τοπικών συμβουλίων νέων και απλοί δημότες.

δηλωστεΣε ποσοστό ένα τρίτο (1/3) του συνολικού αριθμού των μελών εκπροσώπων φορέων ορίζονται επιπλέον μέλη, μετά από κλήρωση, δημότες εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους καθώς και όσοι είναι εγγεγραμμένοι στους ειδικούς καταλόγους.
Ως εκ τούτου, κάθε πολίτης-δημότης που επιθυμεί να συμμετέχει στην παραπάνω επιτροπή θα πρέπει να δηλώσει ενδιαφέρον έως τη Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017, είτε ηλεκτρονικά στις διευθύνσεις: dpm@pavlosmelas.gr και etopouzi@pavlosmelas.gr είτε στο Δημαρχείο Παύλου Μελά, ( Καραολή & Δημητρίου 1, 3ος όροφος).

AL1_5642
Εικόνα: Αλέξης Αλαματίδης, Studio Δυτικώς, Άνω Ηλιούπολη

Το πλαίσιο και η σκοπιμότητα της Δημοτικής Διαβούλευσης

Οι σύγχρονοι φορείς άσκησης πολιτικής, τόσο σε τοπικό όσο και σε περιφερειακό
επίπεδο έχουν να αντιμετωπίσουν προβλήματα που χαρακτηρίζονται από πολυπλοκότητα και αλληλεξάρτηση. Οι νέες ανάγκες που αναδύονται, οδηγούν συχνά σε συγκρούσεις και οι λύσεις δεν είναι ούτε εύκολες ούτε οδηγούν σε βέβαια αποτελέσματα. Σε πολλές περιπτώσεις οι φορείς άσκησης πολιτικής δεν έχουν τη δυνατότητα να προβλέψουν την συμπεριφορά κάποιων κρίσιμων παραγόντων που επηρεάζουν τη δράση τους. Η αδυναμία αυτή οφείλεται σε τρεις κυρίως λόγους:

α) οι επιπτώσεις των παρεμβάσεων είναι δύσκολο να προβλεφθούν, λόγω της
πολυπλοκότητας και της αλληλεξάρτησης που χαρακτηρίζει τις σημερινές κοινωνίες,
β) οι άνθρωποι ερμηνεύουν τις καταστάσεις με διαφορετικό τρόπο, αναλόγως με τις
αξίες, τις πεποιθήσεις, την λογική και τους στόχους τους και έτσι συχνά πολώνουν την
συμπεριφορά τους και
γ) οι καταστάσεις συχνά εκτυλίσσονται με απρόβλεπτους και αναπάντεχους τρόπους,
γεγονός που καθιστά τις αρχικά σχεδιασμένες λύσεις αναποτελεσματικές.
Από την άλλη, παρατηρώντας πιο προσεκτικά τους βασικούς “συντελεστές” που
επηρεάζουν τις εξελίξεις στις τοπικές κοινωνίες (αρχές, policy planners, εκπρόσωποι,
κάτοικοι), διαπιστώνουμε ότι η συμπεριφορά τους ακολουθεί κάποια “μοτίβα”, που
επαναλαμβανόμενα εμποδίζουν την μεταξύ τους συνεννόηση και δυσχεραίνουν την όλη κατάσταση.

Πιο συγκεκριμένα: Οι κάτοικοι και επαγγελματίες, που υποφέρουν σημαντικά από έλλειψη χρόνου και συχνά αναπτύσσουν έντονο ανταγωνισμό μεταξύ τους, αν και ενοχλούνται από κακές ή άσχημες πτυχές της καθημερινότητάς τους, δεν συνειδητοποιούν ότι αυτό τους αφορά
προσωπικά. Έτσι, παρότι δυσφορούν πολύ εύκολα για την συμπεριφορά των γειτόνων ή την έλλειψη πρωτοβουλιών από τις αρχές, σπανίως προβαίνουν σε κάτι παραπάνω . Έτσι, μένουν αμέτοχοι τις περισσότερες φορές, διατηρώντας τα προσωπικά τους στερεότυπα και προκαταλήψεις και αναμένουν τα πάντα από τους θεσμικούς εκπροσώπους, αποποιούμενοι κάθε δική τους ευθύνη.

Από την άλλη, οι τοπικοί φορείς βλέπουν την επιρροή τους να μειώνεται βαθμιαία,
αντιμετωπίζοντας σημαντική δυσκολία κινητοποίησης των μελών τους και ακόμη
μεγαλύτερη προσεταιρισμού νέων, ενώ οι ενεργοί πολίτες παραπονούνται διαρκώς για την ‘αδιάφορη και αμέτοχη κοινωνία’. Έτσι, ενίοτε μετατρέπονται σε σφραγίδες, που έχουν σημασία κυρίως για τον κομιστή τους.

Οι τεχνοκράτες, που καλούνται να σχεδιάσουν πολιτικές και να προτείνουν
συγκεκριμένες λύσεις, είναι συχνά εξωτερικοί μελετητές που, παρά τις τεχνικές γνώσεις που διαθέτουν, αγνοούν συνήθως τα τοπικά συμφραζόμενα. Αγνοούν εκείνες τις μικρές αλλά σημαντικές λεπτομέρειες, που συνθέτουν την καθημερινότητα των κατοίκων και
δημιουργούν την πολύτιμη ισορροπία ανάμεσα στις ανάγκες και τις επιθυμίες τους. Αγνοούν δηλαδή το ουσιαστικό υπόβαθρο των καταστάσεων που μελετούν. Έτσι, αρκετές φορές, ακόμα και οι καλύτερες (θεωρητικά) λύσεις που σε άλλες καταστάσεις έχουν λειτουργήσει, εδώ καταδικάζονται σε αποτυχία.

Τέλος, οι τοπικοί παράγοντες, ευρισκόμενοι στη θέση είτε της δημοτικής αρχής είτε της αντιπολίτευσης, συνήθως δημιουργούν και προβάλλουν ένα όραμα που κατά βάση
απεικονίζει το δικό τους σύστημα αντιλήψεων, χωρίς σε αυτό να συνεκτιμούν την
ωριμότητα του πληθυσμού και του διοικητικού μηχανισμού σε σχέση με τις αλλαγές που επιδιώκουν και προωθούν. Από την άλλη πλευρά η προσπάθεια επιβολής της άποψης και του οράματός τους, χωρίς την κατανόηση των παραγόντων που διαμορφώνουν τις βαθύτερες ανάγκες και την στάση των κατοίκων, αποτυγχάνει εφόσον δεν τους κινητοποιεί.
Περαιτέρω, αδυνατώντας να δουν τον δικό τους ρόλο στην στάση των πολιτικών τους
αντιπάλων, αποτυγχάνουν να συνθέσουν μια κοινή στρατηγική και τελικά υιοθετούν το
συνηθισμένο μοτίβο διαχείρισης της εξουσίας.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι στην μεγάλη τους πλειονότητα, όλοι αυτοί οι “συντελεστές”
λειτουργούν σχεδόν αποκλειστικά υπό την επίδραση της δικής τους λογικής και πιέζουν για την επίτευξη των στενών τους επιδιώξεων. Καθώς δεν κατανοούν την λογική των “άλλων πλευρών ”, αδιαφορούν για τις ανάγκες και προτεραιότητές τους και δεν διστάζουν να αντιπαρατεθούν μαζί τους. Με τον τρόπο αυτό, οι εν δυνάμει στρατηγικοί στόχοι κάθε τοπικής κοινωνίας αποκτούν διαφορετικό νόημα για τις διάφορες πλευρές, ανάλογα με τα φίλτρα πρόσληψης της πραγματικότητας που χρησιμοποιούν. Ενώ λοιπόν, όλοι μιλούν (επιφανειακά) για το κοινό μέλλον, την συμμετοχή, την συναίνεση και την αειφόρο ανάπτυξη, στη πράξη και κάτω από ένα πέπλο συμβατικότητας, διαμορφώνονται σοβαρές πολώσεις και στρεβλώσεις.
Αυτή η συλλογική πρακτική οδηγεί σε ένα φαύλο κύκλο, που εκφράζεται με δύο
χαρακτηριστικές και αλληλοτροφοδοτούμενες μορφές: “όταν δεν ακούγομαι, παύω να
ακούω – και να μιλάω” και “όταν πάψω να ακούω, παύω και να ακούγομαι”.

Τα φαινόμενα αυτά επαναλαμβανόμενα οδηγούν αφενός στην απαξίωση των όποιων πρωτοβουλιών – ακόμη και των πιο αναγκαίων ή κρίσιμων – και αφετέρου στην απελευθέρωση φυγόκεντρων δυνάμεων, που μειώνουν τον “κοινό τόπο” και δυναμιτίζουν την κοινωνική συνοχή, που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση ανάπτυξης.

Τους περιορισμούς αυτούς καλείται να θεραπεύσει η δημοτική διαβούλευση, με ανοικτή διατύπωση και καταγραφή διαφορετικών απόψεων και προτάσεων γύρω από κρίσιμα προβλήματα και επιτακτικές ανάγκες των καιρών.

Όπως όμως όλοι γνωρίζουμε, η ανοικτή διατύπωση απόψεων δεν είναι πάντοτε εφικτή,
ιδίως όταν προσκρούει στην ισχύ, που απορρέει από την άσκηση της εξουσίας, αλλά και στην συμβατικότητα, που συμβαίνει λόγω των κοινωνικών σχέσεων και συμβάσεων. Η αναγνώριση αυτής της εγγενούς δυσκολίας είναι καθοριστικής σημασίας, αναφορικά με τους στόχους και τις μεθόδους της κλασικής αντίληψης περί διαβούλευσης. Έχει μάλιστα οδηγήσει στην επανεξέταση της προσέγγισης αυτής και στην εισαγωγή νέων μεθόδων αποτύπωσης γνώμης και διαβούλευσης.

Τι είναι η Δημοτική Διαβούλευση;

Υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές περί του τι είναι η διαβούλευση. Κατά έναν μάλλον
κοινά αποδεκτό ορισμό, είναι μια συνεχής, αμφίδρομη και διαδραστική διαδικασία, που στοχεύει στη αναζήτηση άποψης, ιδέας ή συμβουλής εκ μέρους άλλων προσώπων. Επ’ αυτών ακολουθεί συζήτηση και ανταλλαγή επιχειρημάτων και τέλος – αλλά όχι απαραιτήτως – συμφωνία για ανάληψη ενεργειών από κοινού.

Σε θεσμικό επίπεδο, η δημόσια διαβούλευση είναι μια αμφίδρομη επικοινωνία και
κανονιστική διαδικασία ανάμεσα στους διαμορφωτές της πολιτικής (policy makers) και στα μέρη τα οποία αυτές οι πολιτικές αφορούν, πχ φορείς και πολίτες (stakeholders), με στόχο οι πρώτοι να εισακούσουν τις απόψεις των δεύτερων.

Αν και η διαβούλευση συνδέεται πάντοτε με τον διάλογο, συχνά περιορίζεται στην αντιπαράθεση διανοητικών επιχειρημάτων ανάμεσα σε ανθρώπους με ισχύ, λόγω γνώσης ή εξουσίας, που τελικά καταλήγουν να διαπραγματευθούν κάτι το υπαρκτό, παρά να συνδημιουργήσουν κάτι νέο.

Όμως, η αντιμετώπιση των πολύπλοκων προβλημάτων δεν είναι ζήτημα διανοητικής
ικανότητας ή ιεραρχικής ισχύος. Εξαρτάται από την ικανότητα των ανθρώπων να συζητούν, να σκέπτονται και να δρουν από κοινού. Αλλιώς τα προβλήματα αυτά εξελίσσονται σε αγκάθια, που είτε θεριεύουν, είτε ξεριζώνονται με την βία. Μόνο που μια τέτοια “λύση” δεν διαρκεί για πολύ.

Επιπλέον, η εμπειρία δείχνει ότι στα σύνθετα προβλήματα δεν υπάρχουν “λύσεις”
προφανείς, απλές στη διατύπωση και εύκολες στην εφαρμογή τους. Τουναντίον, οι μόνες πραγματικές και βιώσιμες λύσεις είναι αυτές που περνούν μέσα από τη συμμετοχή των ίδιων των ενδιαφερομένων, που έχουν και λόγο και ευθύνη να συνθέσουν τις πολλές και διαφορετικές οπτικές και επιθυμίες τους.

Έτσι, η διαβούλευση δεν είναι απλώς μια διαπραγμάτευση ή συμβιβασμός, καθώς δεν
έχει κύριο μέλημα να γεφυρώσει μια διαφορά, αλλά να δημιουργήσει κάτι νέο και
χρήσιμο, όπως για παράδειγμα μια αναπτυξιακή στρατηγική. Επί της ουσίας, η διαβούλευση είναι μια εμπειρία μάθησης και ενηλικίωσης, μέσα από την οποία οι συμμετέχοντες έχουν την ευκαιρία να γνωρίζουν και να συν-διαμορφώνουν νέες πτυχές της συλλογικής τους πραγματικότητας, αντί να τις πληροφορούνται εκ των υστέρων από εκείνους, στους οποίους παραχώρησαν το δικαίωμα αυτό. Ιδωμένη έτσι, η διαβούλευση έχει διπλή υπόσταση: είναι ταυτοχρόνως μέσο και σκοπός, διεργασία και αποτέλεσμα, εργαλείο και προϊόν.

Χρησιμοποιώντας μια μεταφορά, η διαβούλευση είναι ένας ανοικτός χώρος δημιουργίας νέων δυνατοτήτων, ανάμεσα σε δύο παράλληλους “κόσμους”: αυτόν της εξουσίας και των μηχανισμών της από την μια και εκείνον της κοινωνίας και των μελών της από την άλλη. Οι δύο αυτοί “κόσμοι” αποτελούν δύο αναπόσπαστες και συν-εξελισσόμενες πτυχές της ανθρώπινης πραγματικότητας.

Τα οφέλη απο την Διαβούλευση

Έτσι, μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι ο σκοπός της Δημοτικής Διαβούλευσης είναι να
αλλάξει την σχέση που παραδοσιακά υπάρχει μεταξύ Αρχών και Πολιτών. Αυτό είναι
δυνατόν να επιτευχθεί μέσα από ένα τρίπτυχο κατανόησης – ενημερότητας – αξιοποίησης, που έχει ως εξής:
– Αποτύπωση, κατανόηση και σεβασμός των διαφορετικών αντιλήψεων, οπτικών και
αναγκών, που υπάρχουν σε μια κοινότητα ανθρώπων. Αυτό μπορεί να βοηθήσει στην
δημιουργία αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών της κοινότητας.
– Συνειδητοποίηση (ενημερότητα) από πλευράς αρχών και πολιτών περί της αδυναμίας
των “λύσεων” που στηρίζονται στην επιβολή νοήματος/οράματος και υποχρεώσεων
στους “άλλους”. Αυτό μπορεί να συμβάλλει στον περιορισμό φαινομένων κατάχρησης
εξουσίας, αλλά και στείρας κριτικής και απάθειας.
– Αξιοποίηση της συλλογικής ευφυΐας (εμπειρίας, γνώσης και δημιουργικότητας) που
υπάρχει μέσα στις τοπικές κοινωνίες. Αυτό θα διευκολύνει την χάραξη ρεαλιστικότερης
αναπτυξιακής στρατηγικής και εν γένει την άσκηση καλύτερης διακυβέρνησης.
Επί της ουσίας, το τρίπτυχο αυτό δεν απαιτεί την υποχρεωτική αποδοχή των προτάσεων που θα υποβληθούν από τους δημότες ή των λύσεων που θα επιλεγούν από την δημοτική αρχή. Περισσότερο εστιάζει στην καλλιέργεια μιας μόνιμης σχέσης που εξασφαλίζει την απαιτούμενη ενέργεια για την από κοινού αντιμετώπιση των σύνθετων και πολύπλοκων προβλημάτων της εποχής μας. Συμβάλλει ακόμη στην ανάπτυξη ηγετικών ικανοτήτων, οι οποίες είναι ιδιαίτερα χρήσιμες εν μέσω ρευστών ή μεταβατικών καταστάσεων.
Η επίτευξη του σκοπού της Διαβούλευσης συνδέεται επίσης και με την προώθηση
κάποιων πάγιων στόχων της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως πχ των εξής:
– Εναρμόνιση των σχεδιαζόμενων δημοτικών πολιτικών με τις υπάρχουσες και
αναδυόμενες ανάγκες του πληθυσμού.
– Συλλογή δεδομένων και αξιοποίηση ιδεών και προτάσεων για την σχεδίαση και
εφαρμογή αποτελεσματικών σχεδίων παρεμβάσεων.
– Ανάπτυξη του επιπέδου λειτουργίας και βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών των
οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης
– Σταδιακή διαμόρφωση μιας άλλης κουλτούρας στην τοπική αυτοδιοίκηση, με
χαρακτηριστικά και ποιότητες που παραμένουν ελλειμματικά (πχ λογοδοσία,
συμμετοχή, συνέργεια).
– Ανάπτυξη συναντίληψης μεταξύ των τοπικών αρχών και παραγόντων και ενίσχυση
της κοινωνικής συνοχής.

Θέματα και Πεδία Διαβούλευσης

Σύμφωνα με το άρθρο 76 του Ν. 3852/2010, θέματα διαβούλευσης είναι αφενός τα
αναπτυξιακά, τεχνικά, επιχειρησιακά και προγράμματα δράσης του δήμου και αφετέρου θέματα γενικότερου τοπικού ενδιαφέροντος, σε σχέση με τα προβλήματα και τις αναπτυξιακές δυνατότητες που υπάρχουν.

Από την μια, η δημοτική αρχή, το δημοτικό συμβούλιο ή/και τα συμβούλια δημοτικών και τοπικών κοινοτήτων θέτουν υπό διαβούλευση πολιτικές πρωτοβουλίες, στρατηγικές επιλογές και σχέδια δράσης (ως σενάρια και υποθέσεις), προκειμένου αυτά να διερευνηθούν πριν τεθούν σε εφαρμογή (δηλαδή κάτι σαν “ασφαλής δοκιμή”) ως προς:
– την συμβατότητα της βασικής τους ιδέας ως προς τις τοπικές ανάγκες / επιθυμίες
– την προτεραιότητά τους σε σχέση με άλλες εναλλακτικές επιλογές και
– την εφικτότητα και πληρότητα των λύσεων που προδιαγράφονται.

Από την πλευρά της, η τοπική κοινωνία ανατροφοδοτεί διά των μελών και φορέων της
στην δημοτική αρχή τις απαντήσεις και απόψεις της επ’ αυτών, ενώ παράλληλα διαβιβάζει και πληροφορίες για τις ανάγκες και τα παράπονά της, καθώς και ιδέες και προτάσεις για την αντιμετώπισή τους.

Έτσι, ο θεσμός της διαβούλευσης μπορεί να εφαρμοσθεί σε μια ευρεία γκάμα πεδίων
δραστηριότητας της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ενδεικτικά αναφέρονται οι παρακάτω τομείς, που από εμπειρία γνωρίζουμε ότι αφορούν όλους, είναι αλληλένδετοι μεταξύ τους και συνιστούν την ποιότητα ζωής σε μια τοπική κοινωνία:
– Αναπτυξιακή στρατηγική και επιχειρησιακός σχεδιασμός
– Προστασία και ανάδειξη του φυσικού περιβάλλοντος
– Ρυθμιστικά σχέδια και χρήσεις γης
– Πρωτοβάθμιες υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας
– Εκπαίδευση, επαγγελματική κατάρτιση και δια βίου μάθηση
– Δράσεις υπέρ της νεολαίας
– Ενίσχυση της απασχόλησης και της επιχειρηματικότητας
– Πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες
– Ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής
– Ζητήματα που αφορούν μετανάστες
– Επίλυση ζητημάτων της καθημερινότητας
– Λειτουργία δημοτικών υπηρεσιών
– Αντιμετώπιση θεμάτων ασφάλειας πολιτών και ιδιοκτησιών

 

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ