Γιώργος Αρβανίτης: Μια ζωή σινεμά

0
1470

Ο πρόεδρος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ο πολυβραβευμένος διευθυντής φωτογραφίας, Γιώργος Αρβανίτης, ζει κι εργάζεται τα τελευταία 25 χρόνια στη Γαλλία. Είναι ταυτισμένος στην κινηματογραφική μας συνείδηση με τα άψογα λυρικά πλάνα του Θόδωρου Αγγελόπουλου αλλά και με τις εξαιρετικές ταινίες του Βούλγαρη και του Κακογιάννη. Πριν από αυτούς συνεργάστηκε με τον Φίνος Φιλμ για 6 χρόνια, “φωτίζοντας” τους μεγάλους σταρ της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Από τις ιδιοτροπίες της εθνικής μας σταρ, της Αλίκης, στα πλατό του μεγάλου Θόδωρου Αγγελόπουλου και της γαλλικής κινηματογραφικής βιομηχανίας, η απόσταση μεγάλη και η εμπειρία ακόμη μεγαλύτερη… Με ένα σύνολο 110 ταινιών στο βιογραφικό του (πάνω από 60 στην Ελλάδα) από το 1989 που αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στην Γαλλία, είναι μέλος της Γαλλικής Ένωσης Διευθυντών φωτογραφίας, της Ακαδημίας Κινηματογράφου, της Γαλλικής Ακαδημίας Τέχνης και Τεχνικής του Κινηματογράφου και στης Ανώτερης Εθνικής Σχολής Επαγγελμάτων Εικόνας και Ήχου. Εδώ και δεκαετίες συμπεριλαμβάνεται στις λίστες με τους κορυφαίους διευθυντές φωτογραφίας στον κόσμο. Έκλεισε τα 75 χρόνια ζωής.

Ο Γιώργος Τούλας πιάνει το νήμα της ζωής του από το μικρό χωριό της Φθιώτιδας μέχρι την διεθνή καριέρα του σημαντικότερου ίσως έλληνα Διευθυντή Φωτογραφίας.
ÔÅËÅÔÇ ÅÍÁÑÎÇÓ 56ïõ ÖÅÓÔÉÂÁË ÊÉÍÇÌÁÔÏÃÑÁÖÏÕ
Δεν προέρχεσαι από τον χώρο του κινηματογράφου, δεν ήσουν από κινηματογραφική οικογένεια;

Όχι, καθόλου…  Προέρχομαι από μια οικογένεια αγροτών, από τη Φθιώτιδα. Το χωριό μου λέγεται Δίλοφο και βρίσκεται 800 μέτρα  πάνω από τη Σπερχειάδα. Η μάνα μου και ο πατέρας μου είχανε στάνες με πρόβατα με κατσίκια και τα κτήματα… Διαλύθηκε στον εμφύλιο. Ο πατέρας μου σκοτώθηκε γιατί όταν έγιναν οι πρώτες ελεύθερες εκλογές πήγε να ψηφίσει και ήτανε κάποιος με ένα περίστροφο στο χέρι και του ‘δώσε ένα φάκελο σφραγιστό για να ψηφίσει και μετά…  έφυγε.  Μετά από λίγο πιάσανε τη μάνα μου γιατί ο άντρας της έγινε αντάρτης και «έφαγε» 13 χρόνια μέσα σε ένα τέταρτο στο στρατοδικείο της Λαμίας και κάθισε 8 χρόνια στις φυλακές Αβέρωφ.

Απίστευτο

Απίστευτο…  Εμείς μείναμε 4 παιδιά, οι δύο αδερφές μου ο αδερφός μου και εγώ, και ήρθε ο αδερφός της μάνας μου (είχε δύο αδέρφια)  που είχαν μια ταβέρνα και ένα γαλακτοπωλείο στη Νέα Πεντέλη.

Είχε 4 παιδιά ο θείος μου και 4 εμείς σύνολο 8. Μετά άρχισα να εργάζομαι, πήγαινα σχολείο το απόγευμα και την ημέρα εργαζόμουν. Μοίραζα το γάλα. Εκείνη την εποχή στη Νέα Πεντέλη, επειδή ήταν το κλίμα ξηρό, ερχόντουσαν όλοι οι φυματικοί, γιατί εκείνη την εποχή η φυματίωση θέριζε. Με παράγκες που έστηναν, με αντίσκηνα …είχε πολύ λίγα σπίτια, και ένα δημοτικό σχολείο που λειτουργούσε εξατάξιο και εκεί τελείωσα το σχολείο …το δημοτικό.

Θυμάμαι ακόμα, μου ‘χε κάνει εντύπωση σαν παιδί και το θυμάμαι ακόμα και είναι στα αυτιά μου, αυτός ο βήχας, ο ξερός βήχας των ανθρώπων εκεί και η πιζάμα η ριγέ με τις ρίγες τις φαρδιές.

Και μάλιστα δεν υπήρχαν ραδιόφωνα και θυμάμαι έστελναν μία αντένα, ένα σύρμα ήταν από πεύκο σε πεύκο, και είχε ένα περίεργο σελήνιο που γύριζε την βελόνα και είχαν ραδιόφωνο με ακουστικά. Βεβαίως εκεί πρωτάκουσα και εγώ ραδιόφωνο.

Πήγαινα εκεί και  μου έβαζαν να ακούσω. Και μου έβαλαν να ακούσω μουσική! Και κινηματογράφο είδα… έφτιαξε ένας εκεί θερινό κινηματογράφο, στη Νέα Πεντέλη, θα ήμουν 8-9 χρονών, και σκαρφάλωσα σε ένα δέντρο, ήταν υπαίθριος κινηματογράφος, και είδα για πρώτη φορά κινηματογράφο. Μια ταινία που λεγόταν «Ο  Σικελικός εσπερινός». Τώρα ψάξτε να βρείτε τι ταινία είναι και ποιας χρονολογίας…

arvanitis Και πώς σου φάνηκε;

Ε, εκεί μαγεύτηκα. Αλλά παράλληλα στην Πεντέλη επάνω, έμενε και ένας μακιγιέρ της εποχής, ο Κίμωνας Σπαθόπουλος, ο «Έλληνας Σαρλότ». Με τις κόρες του πηγαίναμε μαζί σχολείο στο δημοτικό και ερχόταν και μας έβαφε στις σχολικές εορτές. Εγώ έκανα τον Κατσαντώνη, δεν θυμάμαι τώρα τι ακριβώς και μας έβαζε μουστάκια κλπ και τέλος πάντων μου κόλλησε, επειδή έλεγαν πως ήμουν πολύ καλός σαν ηθοποιός, μου κόλλησε η ιδέα να γίνω ηθοποιός κάποια στιγμή -αργότερα βέβαια όχι εκείνη την περίοδο.

Τελείωσα το δημοτικό σχολείο και έφυγα.  Δίπλα στου μπάρμπα μου το γαλατάδικο ήταν ένας ηλεκτρολόγος ο οποίος με πήρε για να μάθω τη δουλειά. Ηλεκτρολόγος, εγκαταστάσεις στα σπίτια με το σφυρί και με το καλέμι κλπ κλπ και πήγα λοιπόν μετά σε μια σχολή νυχτερινή που είναι στην Πλατεία Θεάτρου στην Αθήνα που λεγόταν «Βιοτεχνική Εταιρεία και παράρτημα της Σιβιτανιδίου» και τελείωσα 4 χρόνια ηλεκτρολόγος, πηγαίνοντας το βράδυ και την ημέρα δουλεύοντας στην οικοδομή.

Εκεί λοιπόν, μου ‘ρθε η ιδέα, αφού είχα τελειώσει την σχολή και δούλευα οικοδομή, να πάω σε μία σχολή ηθοποιών.

Είχε ανοίξει λοιπόν στην οδό Ξενοφώντος στο Σύνταγμα μία σχολή –μόλις είχε ανοίξει και δεν κράτησε πολύ γιατί ήταν πολύ καλή πραγματικά- εκεί κατάλαβα ότι «καλά να κάνεις την δουλειά σου… δεν, δεν θέλουμε».

Ανακάλυψα τη μουσική με τον Μάριο Βάρβογλη, τον οποίο είχαμε δάσκαλο μουσικής. Είχαμε στην υποκριτική τον Θάνο Κωτσόπουλο και τον Μάνο Κατράκη, στον κινηματογράφο τον Ερρίκο Ανδρέου …ήταν η αφρόκρεμα. Εκεί λοιπόν εγώ κόλλησα, με άρεσε πάρα πολύ. Παράλληλα με μένα σε αυτή την σχολή ερχόταν και ένας ηλεκτρολόγος του κινηματογράφου. Είχε το ίδιο ψώνιο με εμένα. Οπότε του λέω «εγώ τελείωσα μια σχολή, έχω ένα πτυχίο ηλεκτρολόγου δεν μπορώ να δουλέψω εκεί πέρα;» και μου λέει «εντάξει θα μιλήσω» και έρχεται μετά από μία μέρα και μου λέει «θα ‘ρθεις», του λέω «ναι, πού;» και μου λέει στα studio του Τζανή Αλιφέρη στα Πατήσια. Μπαίνω μέσα, πρώτη ταινία ήταν ο Τσακιτζής με τον Ανδρέα Μπάρκουλη.

Ήμουν το παιδί που έφερνε τους καφέδες, που σφουγγάριζε το πλατό που μάζευε τα καλώδια… Από χρήματα δεν θυμάμαι αν έπαιρνα κιόλας και εκεί είδα πρώτη φορά τη μηχανή.

Την εποχή εκείνοι οι διευθυντές φωτογραφίας ήταν οι θεοί, ήξεραν το μυστικό ας πούμε. Έβαζε το διάφραγμα μόνος του ο ένας, έβαζε το φίλτρο μόνος του ο άλλος, να μην τους πάρουν τα μυστικά.

Αλλά επειδή ήμουν καχεκτικός αδύνατος, ζουμπάς ας πούμε, ήμουν η μασκότ του studio και ρωτούσα συνέχεια και μου έλεγαν. «Πώς κάνεις διόρθωση στην απόσταση, τι είναι το διάφραγμα;» κλπ και μου λέγανε. Όταν έφευγαν όλοι για φαγητό, εγώ πήγαινα κοιτούσα από την μηχανή, έλυνα από τον τρίποδα την  κεφαλή και κοιτούσα κίνηση, να δω πώς είναι μέσα.

Μετά άρχισα να λέω στο βοηθό, «δώσε μου ρε συ ένα κομματάκι φιλμ, ένα σασί να μάθω να το γεμίζω» και πέρασε καιρός και κάποια στιγμή -δεν θυμάμαι με ποιον οπερατέρ ήμουν- μου λέει «ο ηλεκτρολόγος αρρώστησε, θέλω ένα προβολέα εκεί..». Βάζω τον προβολέα, κόβω και με την μπαντιέρα και μου λέει «ωπ εσύ θα ‘ρθεις μαζί μου». Και δούλεψα σαν ηλεκτρολόγος-ηλεκτρολόγος, δεν θυμάμαι σε πόσες ταινίες, αλλά θυμάμαι πολύ καλά πως ήμουν στην «Κατάρα της μάνας» με τον Γαρδέλη, ο Γαρδέλης έκανε φωτογραφία και εγώ ήμουν πολύ καλός να παρακολουθώ στα εξωτερικά με τα πανό ρεφλεκτέρ τους ηθοποιούς, για να μην φαίνεται ότι υπάρχουν γιατί κουνιόντουσαν πολύ τότε, και είχα γίνει σπεσιαλίστας.

Κάποια στιγμή λοιπόν, αφού τελείωσε η ταινία, πήρα μια φωτογραφική μηχανή κάποιου και ένα κομματάκι φιλμ και δύο φωτάκια μικρά και πήγα στο σπίτι μου έκανα 3 φωτογραφίες τις αδερφές και τον αδερφό μου και τις τύπωσα και ήταν πια για μένα κάτι μεγάλο… Είμαι εκεί στο «ελληνικό Hollywood» και τους δείχνω τις φωτογραφίες μου, τις είδαν, έφυγαν και μετά ήρθε ένας ψηλός και μου λέει «θες να δουλέψεις βοηθός;». Λέω ναι. Μου λέει «την ξέρεις την κάμερα;», «Την ξέρω». «Ωραία αύριο το πρωί εδώ ξεκινάμε». Και πάω την άλλη μέρα, γεμίζω τα σασί, βάζω τον φακό και δούλεψα μαζί του μέχρι που έφυγα να πάω στρατιώτης.

Όταν γύρισα από στρατιώτης ήταν ο Γιώργος Καβάγιας. Είχε άλλο βοηθό και δεν μπορούσα να πω στον άνθρωπο διώξτε τον να πάρεις εμένα. Και συναντάω τον Γαρδέλη, και δούλεψα μαζί του βοηθός. Θυμάμαι η πρώτη ταινία που έκανα με τον Γαρδέλη ήταν η «Προδοσία» του Μανουσάκη. Μετά κάναμε τον «Φόβο» και μέσα σε έξι χρόνια είχε ακουστεί ότι είμαι πολύ καλός βοηθός.

Πρέπει να σου πω ότι κατάλαβα τι σημασία έχει το βάθος πεδίου, δηλαδή το χρησιμοποιούσα σαν στοιχείο. Κατάλαβα τότε, χωρίς να έχω εκπαίδευση καμία γιατί σε κανένα σχολειό δεν πήγα, πως όταν υπάρχει ένα αντικείμενο μπροστά στο πρόσωπο του ηθοποιού, παρόλο που μπορεί να έχεις βάθος πεδίου, πρέπει να το διώξεις γιατί αυτό αν είναι μπροστά εμποδίζει και αυτό το κατάλαβα από ένστικτο-εμπειρικά. Και άρχισα σιγά σιγά να το εφαρμόζω και μετά άρχισα να διαβάζω. Επειδή δεν προλάβαινα να πάω σπίτι μου, κοιμόμουν στον Καβάγια. Ο Καβάγιας άκουγε μόνο κλασική μουσική, μου έδωσε να διαβάζω. Εκεί διάβασα τον Ζορμπά, τον Καζαντζάκη και άρχισα να υποψιάζομαι πολλά πράγματα.

Βιβλία κινηματογράφου υπήρχαν;

Δεν υπήρχαν πολλά βιβλία κινηματογράφου όχι. Θεωρία με δίδαξε ο Καβάγιας και μετά ό,τι έπιανα και εγώ. Και μετά βλέποντας ταινίες, εκεί κατάλαβα τι σημαίνει το κοντράστ κλπ

Πήγαινες σινεμά;

Πήγαινα πριν πολύ αλλά όταν άρχισα να δουλεύω σαν βοηθός δεν είχα χρόνο. Πήγαινα όμως πάντοτε. Θυμάμαι ήτανε τότε στην Ομόνοια ο μεγάλος κινηματογράφος «Κοτοπούλη», είχαμε σινεμά… Ανακαλύψαμε μετά τον ρωσικό κινηματογράφο, τον αμερικάνικο…

yarvanitis_tangelopouloς

 Άρχισες να ξεχωρίζεις διευθυντές φωτογραφίας;

Βεβαίως άρχισα να ξεχωρίζω. Μου άρεσαν πολύ οι Ιταλοί, ήμουν φαν του ιταλικού κινηματογράφου αλλά επειδή έχουν και μία τρέλα οι Ιταλοί οι φωτογράφοι, δεν είναι τόσο ακριβείς  όπως οι Γάλλοι. Οι Ιταλοί έχουν μια τρέλα. Ζούνε όμως και μέσα στην Τέχνη. Όχι σαν και εμάς που έχουμε καταστρέψει τα πάντα εδώ πέρα, «τι να διδαχτούν τα παιδιά εδώ» …μεγάλο πρόβλημα.

Μετά κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνό μου, είχε βγει και η μάνα μου από την φυλακή, δούλεψε και κάποια χρόνια και μαζεύτηκε όλη η οικογένεια μαζί. Μέναμε σε ένα υπογειάκι πίσω από το σταθμό Πελοποννήσου, και κάποια στιγμή λοιπόν χτυπάει το «τηλέφωνό μου» -ποιο τηλέφωνο; Στη γωνία στο περίπτερο με φώναξαν- και μου λένε από τη Finos Film.

Τότε όνειρο κάθε τεχνικού ήταν να δουλέψει στην Finos Film, γιατί είχε τα πάντα.

Πάω την άλλη μέρα, μπαίνω μέσα βλέπω τον Φίνο και μου λέει «εσύ είσαι ο Αρβανίτης;», λέω «μάλιστα» …με κοίταζε περίεργα. «Είσαι ελεύθερος; Θέλω να κάνω μια ταινία» και του λέω μάλιστα «ποιος θα είναι ο οπερατέρ;» και μου λέει «εσύ». Και έτσι κάνω την πρώτη μου ταινία, τον «Ξυπόλητο πρίγκιπα», έγχρωμο σινεμασκόπ, κατευθείαν στα βαθιά νερά. Τότε ήταν πολύ αργά τα φιλμ, χρησιμοποιούσαν πάρα πολλά φώτα. Μπήκα μέσα στο πλατό και δεν ήξερα από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω.

Οφείλω όμως κάτι στον Φίνο. Είπαν «εντάξει το παιδί έχει κάτι, αλλά είναι αργός» και ο Φίνος είπε «άστο αυτό, θα συνηθίσει, θα μάθει». Έτσι ξεκίνησα.

Μετά άρχισα να ψάχνω να βρίσκω περισσότερα πάνω στη δουλειά. Δεν ήθελα τα direct τα φώτα, ήθελα να κάνω ανακλώμενο.

Μετά άλλη μια κωμωδία ασπρόμαυρη και μετά κάνω την «Αρχόντισσα και τον Αλήτη».

Είχε μία παστέλ απόχρωση, είχα μετά και φως περίεργο, γιατί τότε είχα την Ζωή Λάσκαρη που δεν την ενδιέφερε ποιος προβολέας θα πέφτει πάνω της, σαν την Βουγιουκλάκη. Μια φορά μάλιστα τσακωθήκαμε με την Βουγιουκλάκη γιατί όπως καθόταν σε κάποια σκηνή, χτυπούσε ένας προβολέας στον τοίχο και από την αντανάκλαση του τοίχου έπεφτε πάνω της ένα φως καταπληκτικό. Και πάω να το κρατήσω και μου λέει «τι κάνεις, πού είναι ο προβολέας μου» και προσπαθώ να της εξηγήσω πως το φως της αντανάκλασης είναι καταπληκτικό και δεν το δέχτηκε, ήθελε τον προβολέα πάνω στο πρόσωπό της.

Θυμάμαι ο Αλέκος ο Αλεξανδράκης μου έλεγε «μα ξεκινάμε με ένα πλάνο προφίλ και οι δύο και ξαφνικά γυρίζει αυτή σιγά σιγά προς την κάμερα και πάντα έρχεται φάτσα στο φακό και εγώ είμαι πάντα δεύτερο πλάνο»

Το είχε πάντα αυτό η Βουγιουκλάκη; Από την αρχή;

Ναι, ναι. Μα αν κοιτάξεις τις ταινίες είναι πάντοτε ψηλά, έτσι γιατί έπρεπε να είναι ψηλά, να πέφτει το φως κλπ

Είχαμε άλλους …τόσο ερωτευμένους με τον εαυτό τους;

Όχι. Η Αλίκη ήταν μία. Μια φορά που είχαμε τσακωθεί πολύ, μου είπε «Θα σε σβήσω από τον κινηματογράφο» και της απαντάω «μην λες κουταμάρες, γιατί εγώ μέχρι τα 80 μου θα φωτογραφίζω, ενώ εσύ σε δέκα χρόνια δεν θα φωτογραφίζεσαι». Και έσπασε καθρέφτες, πέταξε πράγματα, με απέλυσε, και της λέω μόνο ο Φίνος μπορεί να με απολύσει «κάνε μου την χάρη».

photo8
Η Δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά

Πώς ήταν ο Φίνος σαν άνθρωπος;

Ο Φίνος ήταν καταπληκτικός. Ο Φίνος δεν ήταν όμως ούτε έμπορας ούτε καλλιτέχνης, ήταν τεχνικός. Ήταν μέσα από το σινάφι.

Μετά, εμφανίστηκε ο Καραγιάννης Καρατζόπουλος, όπου το σλόγκαν ήταν το ίδιο, τα χρώματα ήταν τα ίδια, τα εισιτήρια ήταν τα ίδια. Επειδή ο Φίνος είχε συμβόλαια με τις αίθουσες, έβγαινε ας πούμε μία Βλαχοπούλου και ένας Βουτσάς από τον Καρατζόπουλο, έπρεπε να βγάλει και ο Φίνος μια κωμωδία. Και άρχισε ο ανταγωνισμός, να πέφτει και η ποιότητα, ο χρόνος κλπ.

Του λέω κάποια στιγμή κε Φιλοποίμη «καλούμε τον ίδιο κόσμο κάθε χρόνο να του πούμε τα ίδια πράγματα» και με κοιτάξε και μου λέει «το ξέρω, αλλά ξέρεις τι τραβάω εγώ;» .

Η ποιότητα όμως στις ταινίες που κυκλοφορήσατε δεν ήταν κακή για τόσο μαζική παραγωγή;

Όχι δεν ήταν κακή. Αν ο Φίνος έπαιρνε την τηλεόραση από τότε, θα ήταν αλλιώς η τηλεόραση. Αλλά την αρνιόταν, δεν την ήθελε. Γιατί και πλατό είχε και τεχνικούς. Και αυτό που θα έβγαινε στην τηλεόραση μπορεί να ήταν αντιγραφή της κινηματογραφικής αλλά θα ήταν σε μία ποιότητα καλή και αυτό θα συνεχιζόταν …αλλά δεν την ήθελε καθόλου την τηλεόραση. Και την πήραν αυτοί που την πήραν και έγινε όπως έγινε μέχρι και σήμερα.

Εγώ, δούλεψα στον Φίνο 6 χρόνια σαν διευθυντής φωτογραφίας και τότε εμφανίστηκε στη ζωή μου ο Αγγελόπουλος …τότε είχαμε μία ομάδα που κάναμε μικρού μήκους. Ήταν ο Παντελής ο Βούλγαρης, ο Γιώργος ο Κατακουζηνός, ο Λιαρόπουλος κλπ και είχαμε αποφασίσει να κάνουμε μικρού μήκους ταινίες, και να την κάνουμε μία μεγάλη στο τέλος, σπονδυλωτή. Εκεί στη βάση ήταν και το μέγιστο πλοίο «4 ιστορίες του Δαμιανού».

Δεν ήταν λίγο ρίσκο να κάνετε τέτοιου είδους ταινίες σε ένα περιβάλλον εμπορικό;

Ναι, ήμασταν νέοι και μας έθρεφε η ελπίδα ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο.

meres_01
Μέρες του ’36

Εσείς από μόνοι σας δημιουργούσατε ή βλέπατε τι γινόταν και στη Γαλλία;

Ήμασταν βεβαίως επηρεασμένοι από τη νουβέλ βαγκ και από όσα γίνονταν στη Γαλλία. Αλλά οι δυνατότητες του καθενός ήταν μικρές, και οι οικονομικές, και είπαμε θα κάνουμε σπονδυλωτές ταινίες, αλλά με θέματα που να είναι σχετικά κοντά. Να μην είναι το ένα κωμωδία και το άλλο δράμα. Για παράδειγμα «Ο Κλέφτης» του Παντελή Βούλγαρη ή «Ο Τζίμης ο Τίγρης»…

Ο Θόδωρος (Αγγελόπουλος) είχε έρθει από τη Γαλλία και έγραφε τότε κριτική σε μια εφημερίδα και ξεκίνησε να κάνει τους Φόρμιξ –την οποία ταινία δεν τελείωσε ποτέ- εκεί δούλεψα βοηθός του Γιώργου Πανουσόπουλου. Εκεί με είδε ο Θόδωρος.

Και όταν τελείωσε την «Εκπομπή» (πρώτη του ταινία μικρού μήκους το 1968), εγώ ήταν να κάνω τον «Τζίμη τον Τίγρη» και για κάποιους λόγους δεν μπόρεσα επειδή ήμουν στο Φίνο. Αλλά ήμουν ελεύθερος όταν ήταν να κάνει ο Θόδωρος την «Εκπομπή».

Και ξεκινήσαμε, κράτησαν δυο χρόνια τα γυρίσματα, τότε και η μικρού μήκους ήταν ιεροτελεστία.

Δεν είχαμε λεφτά, θυμάμαι είχαμε ένα καρπούζι και έπρεπε να είναι ντεκόρ και εμείς το κρατάγαμε δυο χρόνια, το είχαμε κολλήσει με ταινίες γιατί είχε ανοίξει, για να είναι ακριβώς το ίδιο. Όταν τελειώσαμε, εμφανίζεται και μου λέει, θα κάνουμε την «Αναπαράσταση».

Ήμασταν 4 άνθρωποι, ο Θόδωρος ο βοηθός του, ο Παπαγιανόπουλος που έκανε τα πάντα, εγώ και ο βοηθός μου. Εγώ έκανα τον οπερατέρ, τον κάμεραμαν, τον οδηγό …τα πάντα. Παραγωγός ήταν ένας από την Αθήνα που μας έστελνε το βδομαδιάτικο, ο Γιώργος Σαμιώτης.

Μια μέρα τρώγαμε, δυο δεν τρώγαμε, δεν έχει σημασία. 36 μέρες κάναμε την ταινία και ήταν η πιο σημαντική ταινία του Θόδωρου. Στο μεταξύ είχα πάρει άδεια, από τον Φίνο, άνευ αποδοχών όταν κάναμε την ταινία.

Δεν το είδε ανταγωνιστικά αυτό ο Φίνος;

Όχι, δεν το είδε καθόλου ανταγωνιστικά.

Μετά, έρχεται η δεύτερη ταινία του Αγγελόπουλου, «Μέρες 36». Του λέω κύριε Φίνο θέλω να πάω να κάνω αυτό με τον Θόδωρο, μάλιστα είχα πάρει και βραβείο φωτογραφίας στο μεταξύ και για τη Φίνος Φιλμ ένας οπερατέρ της να παίρνει βραβείο φωτογραφίας, ήταν κάτι μεγάλο. Το εκτίμησε ο Φίνος.

Πάμε στην Κρήτη για τα γυρίσματα της φυλακής και επιστρέφουμε στην Αθήνα, οπότε μου λέει ο Φίνος πρέπει να αρχίσουμε μια ταινία με τη Βλαχοπούλου. Μια κωμωδία του Σακελάριου. Λέω εντάξει, πάω στον Θόδωρο, του λέω δουλεύουμε τώρα στην Αθήνα, με τον Φίνο δουλεύαμε οχτάωρο, οπότε του λέω μετά τις 4, θα έρχομαι να δουλεύουμε μέχρι τα μεσάνυχτα και έτσι τελειώσαμε και την άλλη την ταινία.

Όταν όμως μπήκα μέσα στο πλατό του Φίνου για να αρχίσω την κωμωδία, δεν θα το πιστέψεις, αλλά πέρασε όλη μέρα και δεν μπορούσα όλη μέρα να φωτίσω ένα πλάνο. Άναβα το φως, έβλεπα ένα ντεκόρ πράσινο χάλια, δεν ήθελα να το βλέπω, έσβηνα το φως. Έβλεπα τα κοστούμια των ηθοποιών κι έλεγα όχι. Πάω στον Αλέκο Σακελλάριο και του λέω «Αλέκο δεν μπορώ, λυπάμαι δεν ξέρω τι μου συνέβη, αλλά δεν μπορώ». Πηγαίνω και στον Φίνο και του λέω κύριε Φιλοποίμη «δεν γίνεται, δεν θέλω να κάνω κακό ούτε σε εσάς ούτε στον εαυτό μου, δεν ξέρω τι έχω πάθει» και έφυγα. Μου λέει ο Φίνος «μα θα πεινάσεις» αλλά αφού δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς… Και έφυγα από τον Φίνο και βγήκα στο ελεύθερο εμπόριο.

graziella_tournage2
Un Crime: Μανουέλ Πραντάλ και Γιώργος Αρβανίτης

Στον Φίνο ήσουν με μισθό δηλαδή;

Με μισθό κανονικά. Όσες ταινίες και αν γυρνούσα μέσα στη χρονιά. Επειδή άρεσε και η δουλειά μου, δούλευα και τρεις ταινίες το χρόνο…

Ήταν και άλλοι βέβαια, αλλά ο Φίνος είχε αδυναμία σε δύο ανθρώπους.  Στον Καβουκίδη, γιατί τον είχε από μικρό παιδί, και σε μένα. Αν θέλεις ήμασταν τα παιδιά που «μας έφτιαξε» ο Φίνος.

Έτσι άρχισα να δουλεύω έξω. Έκανα την ταινία του Καρυπίδη, ούτε θυμάμαι πόσες ταινίες έχω κάνει, και τις υπόλοιπες ταινίες του Αγγελόπουλου. Όταν άρχισε ο κινηματογράφος να πέφτει λίγο λέω θα γίνω σαν τη Μαρινέλλα, ό,τι τραγούδια είχα να πω, τα είπα!

Άρχισε να πέφτει ο κινηματογράφος, να δουλέψω στην τηλεόραση δεν μου άρεσε, ούτε στα διαφημιστικά …δεν  μπορούσα να υποχρεώσω τον εαυτό μου να φωτογραφίσει ένα προϊόν και να σε «αναγκάσω» να πας το αγοράσεις. Ένιωσα ότι μπαίνω σε ένα σύστημα που «εξαπατάς τον άλλον».

Έβγαζες όμως λεφτά από αυτά. Υπάρχουν συνάδελφοι που έκαναν λεφτά και περιουσίες από το διαφημιστικό …αλλά εγώ δεν μπορούσα.

Φοβόμουν μήπως αυτή η αισθητική του διαφημιστικού περάσει στις ταινίες αργότερα, που σε πολλούς συνέβη. Οπότε φοβήθηκα και είπα όχι δεν πειράζει …λιγότερα λεφτά, αλλά…

Εν τω μεταξύ ο κινηματογράφος «έπεφτε» όλο και περισσότερο. Ξαφνικά, όταν γυρνούσα τον «Θίασο», ένας τρελός Βέλγος σκηνοθέτης, (Jean-Jacques Andrien),  ο οποίος είχε δει σε ξένο Φεστιβάλ τις «Μέρες του 36», έρχεται στην Ελλάδα και δυο μέρες μετά στην Πελοπόννησο, με τον Αγγελόπουλο, και μου λέει «θέλω να κάνεις την ταινία μου στις Βρυξέλλες».

Πόσο εύκολο;

Δεν ήταν εύκολο, αλλά η γλώσσα του κινηματογράφου αν θέλεις είναι λιγάκι… Πήρα το σενάριο το έδωσα να μου το μεταφράσουν γιατί έπρεπε να το καταλάβω στην γλώσσα μου.

Αυτός ήταν παθιασμένος μαζί μου. Έκανα μια ταινία με τον Πιερ Κλεμαντί μισή ήταν στην Τυνησία και η άλλη στις Βρυξέλλες. Η πρώτη μου ταινία, όπου εκεί πραγματικά την είδα μετά από 40 χρόνια –τις προάλλες έγινε μια ειδική προβολή στις Βρυξέλλες και είδα την ταινία ξανά- και λέω «εγώ το έκανα αυτό; «Ήταν πολύ ωραία». «Τι ιδέες είχα τότε και δεν έχω τώρα».

Με φωνάζει μετά από 2-3 χρόνια να κάνουμε μια ταινία μαζί με τον Τζέρεμι Άιρονς και την Φανί Αρντάν, την «Australia» …πήγαμε στην Αυστραλία και πήγα στην Γαλλία για να κάνω το post production της ταινίας και εκεί άκουσα το όνομά μου να κυκλοφορεί. Και λέω δεν κάθομαι ένα χρόνο να δω;

Ήμουν τυχερός γιατί εκείνη την χρονιά είχα κερδίσει το βραβείο στη Βενετία για την «Αυστραλία», στο Σικάγο για το «Τοπίο στην Ομίχλη» και ήμουν υποψήφιος για τα ευρωπαϊκά Όσκαρ, τα Φελίξ. Και με το που πάτησα το πόδι μου στη Γαλλία, υπογράφω αμέσως συμβόλαιο. Και έτσι ξεκίνησα και έφτασα μέχρι σήμερα να έχω 110 ταινίες στην πλάτη μου.

A CRIME - Still 2

Θηρίο. 110 ταινίες!

Το βιογραφικό γράφει 135 γιατί είναι και μικρού μήκους και κάποια τηλεόραση αλλά 110, μεγάλου μήκους.

Έκανα ταινίες με τον Ντασέν, Κακογιάννη και μετά φεύγοντας δούλεψα με τον Σλέντορφ, δούλεψα στην Αγγλία, και έκανα την τελευταία μου ταινία τώρα. Και συνεχίζω ακόμα. Τα μάτια μου βλέπουν καλά, τα πόδια μου κρατάνε.

Πόσο εύκολη ήταν η συνεργασία με τον Αγγελόπουλο;

Ήταν δύσκολος άνθρωπος ο Θόδωρος. Πίστευε ότι αν σε κάνει να υποφέρεις ότι θα βγάλεις καλύτερο αποτέλεσμα. Ήταν και λίγο σφιχτός… Έλεγε «Κοίταξε οι αγιογράφοι κάνουν 40 μέρες νηστεία για να έχουν έμπνευση» και του απαντούσα «εγώ δεν είμαι αγιογράφος, αν δεν έχω γεμάτο στομάχι δεν λειτουργώ».

Ήταν δύσκολος, αλλά εγώ όταν δούλευα τα ξέχναγα όλα αυτά. Δεν με ενδιέφεραν. Όταν έβαζα το μάτι μου στην κάμερα και έβλεπα το πλάνο που είχε στήσει έλεγα «δεν πάνε στο διάολο τα υπόλοιπα»;

Είχα υπομείνει πολλά πράγματα δουλεύοντας με τον Αγγελόπουλο. Από βροχές και καταιγίδες, κρύο, ζέστη …τους ρευματισμούς που έχω έτσι τους απέκτησα. Αλλά ήταν το αποτέλεσμα που τα κάλυπτε όλα. Τα ξεχνάς.

Ήταν και λίγο εγωκεντρικός. Θυμάμαι στο «Ταξίδι στα Κύθηρα» που κάνει υποτίθεται οντισιόν στην αρχή της ταινίας ο σκηνοθέτης και έρχονται μπροστά ένας ένας και φωνάζουν «εγώ είμαι, εγώ είμαι». Θυμάμαι που ήμουν στη μηχανή και του φώναζα «εσύ είσαι Θόδωρε, εσύ είσαι».

Του άρεσε να τον πειράζω πολύ. Έκανε πως θύμωνε αλλά στο βάθος του άρεσε.

Μπήκες εύκολα σε αυτό το σύμπαν που δημιούργησε;

Δεν μπορώ να σου πω «πώς». Στην «Αναπαράσταση» έκανα μια φωτογραφία που τάραξε τα νερά και στις «Μέρες του 36». Αλλά όταν βρέθηκα σε αυτό το χωριό ξαναείδα το φως των παιδικών μου χρόνων στο χωριό μου.

Από μικρός που ήμουνα… έβγαινε ο ήλιος- δεν έβγαινε; Εγώ δεν θυμάμαι μια ηλιόλουστη μέρα να βγήκα και να έπαιξα σαν παιδί έξω ανέμελα. Όταν βρέθηκα εκεί, λοιπόν, ξύπνησα το πρωί άνοιξα την πόρτα και είδα, μία συννεφιά βαριά, ο ουρανός τόσο πολύ κοντά στη γη και μετά πέτρινα τα σπίτια και οι σκεπές, με τους ανθρώπους με σκαμμένα τα πρόσωπα που δεν μιλούσαν πολύ και λέω «αν το καταστρέψεις αυτό με φωτάκια, έχεις αποτύχει». Και εκεί ανακάλυψα τη χρήση του φυσικού φωτός. Εκεί ανακάλυψα πώς θα χρησιμοποιήσω το φως, όχι τεχνικά αλλά αισθητικά. Από ένστικτο περισσότερο.

fg0352

Αυτό που λένε το περίφημο ελληνικό φως. Υπάρχει σαν έννοια ή είναι εφεύρημα;

Δεν υπάρχει. Το φως δεν έχει σύνορα. Όταν πήγα Τυνησία είχα το ίδιο ακριβώς φως. Στο Μαρόκο το ίδιο, στην Αίγυπτο το ίδιο. Εκείνο που διαφέρει για μένα είναι το νότιο αφρικανικό που λόγω εδάφους είναι εκτυφλωτικό, στην έρημο.

Την αγαπάω την έρημο, έκανα τρεις ταινίες στην έρημο, είναι όπως οι δύτες που παθαίνουν έρωτα με τις καταδύσεις …εγώ το έχω με την έρημο. Εκεί το μόνο πράγμα που μπορείς να δεις είναι τις διαβαθμίσεις το πρωί που βγαίνουν οι αμμόλοφοι μετά ανεβαίνει ψηλά και τα σαρώνει όλα. Τώρα να βλέπεις το πρωί έναν άνθρωπο να περπατάει μόνο του και αυτό από πίσω μαγικό.

Το αφρικανικό, το μεσογειακό και το βόρειο στην ουσία. Δηλαδή στην Ισλανδία που έκανα μια ταινία, εκεί είναι άλλο πράγμα. Έχεις την αίσθηση αυτού του ψυχρού, του πεντακάθαρου, χιλιόμετρα ολόκληρα, πώς παίρνεις ένα ξυράφι και κόβεσαι.

Θυμάμαι σε ένα εσωτερικό χώρο έπεφτε ο ήλιος μέσα και μετά από τρεις ώρες είχε μετακινηθεί η σκιά 10 εκατοστά. Νόμιζες ότι είχες βάλει προβολέα ανοιχτό όλη μέρα.

Όταν  έκανα την ταινία στο Βέλγιο, έφτασα το απόγευμα και είχε ένα γκρίζο φως. Ξάπλωσα κουρασμένος στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και πέρασα τρεις ώρες κοιτώντας το ταβάνι. Σηκώνομαι βγαίνω έξω και κοιτάω τους ανθρώπους να περπατάνε σιγά, να μιλάνε σιγά και λέω  το φως είναι υπεύθυνο.

Ελληνικό φως υπήρχε κάποτε. Τα νεοκλασικά της Αθήνας, όπου ήταν ο χωμάτινος δρόμος. Όπου ο ήλιος έπεφτε και δεν υπήρχαν ψηλά κτίρια και οι νοικοκυρές έκλειναν τα παντζούρια τους… Και υπήρχε ένας αγώνας μεταξύ του φωτός και της νοικοκυράς, αυτό να βρει τρόπο να περάσει και η άλλη να το κλείσει.

Θυμάμαι στου Καβάγιο το σπίτι τα μεσημέρια όπου έξω έκανε ζέστη, έκαιγε και μέσα υπήρχε η ζέστη σαν το παγωτό που λιώνει, και ξαφνικά έβλεπες μια ακτίνα να περνάει. …Αυτά δεν τα χουμε αποδώσει στον κινηματογράφο. Οι Ιταλοί τα έχουν αποδώσει.

Αυτό που λέει ο ποιητής, ότι ο δρόμος χάνεται στο φως  και ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο. Δεν υπάρχει σήμερα αυτό το πράγμα και θα σου πω γιατί.

Αθήνα: η Αθήνα του ’50 και του 48 που ήξερα εγώ, είχε κοντράστ φως. Τώρα είναι τα τζάμια που χτυπάει εδώ και γυρίζει απέναντι και διαθλάται το φως, συν το νέφος κλπ Ποιο ελληνικό φως; Δεν υπάρχει ελληνικό φως στις μεγάλες πόλεις. Στα νησιά ίσως. Καταρχήν η αρχιτεκτονική δεν είναι η ίδια.

Σε ποια περίπτωση θυμάσαι που σε παίδεψε πολύ το φως;

Η τελευταία μου ταινία (“Fanny Lye Deliver’d” του Τόμας Κλέι). Γιατί διαδραματίζεται σε  μια εποχή που δεν την ήξερα, 1600 στην Αγγλία, πολύ δύσκολα, κλειστά ντεκόρ, με χαμηλά ταβάνια και δυο παραθυράκια μικρά. Εκεί δυσκολεύτηκα πάρα πολύ.

Εν τω μεταξύ επειδή σε όλη αυτή την περιοχή υπήρξε πολύ αίμα μεταξύ των καθολικών και των αιρετικών και των προτεσταντών στην Αγγλία, ήθελα να βγει μία εικόνα λίγο πιο σκληρή. Και σκέφτηκα να το πάω κατευθείαν στην ζωγραφική και να βγάλω το κοντράστ από το περιβάλλον, να «βγει» η βία. Μπορεί να είναι πιο ενδιαφέρον παρά να χρησιμοποιήσω εγώ κλισέ σκοτάδια κλπ. Μπορεί να δικαιωθώ μπορεί και όχι, θα δείξει.

Και με τον Αγγελόπουλο παιδευόμουν, γιατί δεν είχαμε τα μέσα. Ούτε τον χρόνο ούτε χρήματα και έπρεπε να βρίσκω χρόνο και λύσεις αλλά μου έκανε καλό γιατί μάθαινα.

Στις πιο μεγάλες παραγωγές, στις διεθνείς, δεν ήταν καλύτερα;

Ας πούμε ότι ήταν λίγο πιο άνετα. Εκείνο όμως που είχε ο Αγγελόπουλος είναι ότι μου έδινε χρόνο. Το καταλάβαινε όταν του έλεγα ότι δεν μπορώ να τραβήξω με αυτό το φως κλπ. Ας πούμε  στην τελευταία σκηνή στο «Ταξίδι στα Κύθηρα» ήρθαμε Θεσσαλονίκη, θα γυριζόταν στο λιμάνι, και τα τελευταία λεπτά έπρεπε να είναι με βροχή. Δεκαπέντε ημέρες δεν κάναμε τίποτα γιατί είχε πολύ ήλιο. Περιμέναμε. Κανένας άλλος δεν θα περίμενε και σε αυτό βοηθήθηκα πολύ από τον Αγγελόπουλο γιατί και αυτός ήταν μανιώδης.

Προσπαθούσα να μάθω τότε, είχα πολλές φοβίες αλλά ήμουν χαρακτήρας που έλεγα «όχι, πάμε, εκεί!»

Ποια είναι η πιο αγαπημένη σου ταινία από όσες έχεις κάνει;

Είναι πολλές. Ο «Θίασος»… Θυμάμαι κάνοντας ένα πλάνο, ένα μεγάλο μονοπλάνο, όπου σταμάτησα γιατί με πήραν τα δάκρυα. Δεν έβλεπα από τα δάκρυα. Ήταν τόση η ομορφιά αυτή που έβλεπα. Όχι η ομορφιά σαν εικόνα, η ομορφιά σαν πράξη μέσα σε αυτό που έβλεπα. Είπα συγνώμη και σταμάτησα το πλάνο.

«Για μένα αυτές οι ταινίες είναι η ζωή μου ολόκληρη»

Τι να πω, για το «Ταξίδι στα Κύθηρα»; Να πω για το «Τοπίο στην Ομίχλη», για τον «Θίασο»; Για τις «Μέρες του 36», οι οποίες έκαναν μια επανάσταση στην έγχρωμη φωτογραφία;

Μάλιστα, επειδή δεν μπορούσαμε στα εσωτερικά να κάνουμε δουλειά, φώτιζα απ’ έξω και χτυπούσα τα ρεφλεκτέρ στο ταβάνι για να ‘χουμε φως κλπ. Η αναπαράσταση, όμως, με βοήθησε γιατί εκεί ανακάλυψα το φυσικό φως. Έψαχνα να βρω τρόπους που να το αναπαράγω και να φαίνεται φυσικό.

ÓÕÍÅÍÔÅÕÎÇ ÔÕÐÏÕ ÅÑÔ / ÃÉÙÑÃÏÓ ÁÑÂÁÍÉÔÇÓ

Καταλαβαίνατε τότε πόσο σημαντικό πράγμα ήταν αυτό που κάνατε; Όλη η γενιά σας.

Δεν καταλάβαινα. Το έβλεπα σαν να κάνω την δουλειά μου, ήμουν πολύ χωμένος μέσα σε αυτό. Μετά ανακάλυψα ότι κάναμε σημαντικά πράγματα. Και είμαι ευτυχής γιατί κατάφερα να δώσω ό,τι έχω δώσει…

«Δεν ήταν στόχος μου να γίνω κάποιος μεγάλος, έβλεπα την δουλειά, το αποτέλεσμα. Και κοιμόμουν σαν πουλάκι παρά την κούραση. Υπήρχαν μέρες μετά το γύρισμα που δεν μπορούσες να πάρεις τα πόδια σου από την κούραση αλλά η ευχαρίστηση ήταν τέτοια που κοιμόσουν σαν μωρό.»

Προέρχεσαι από μία εποχή που κουβαλάει πολλές πληγές και διχασμούς. Αυτά τα ξεπέρασες εύκολα; Πώς διαχειρίστηκες και την έλλειψη της οικογένειας;

Η έλλειψη της οικογένειας, ναι.  Γι’ αυτό και έκανα ένα γάμο και απέτυχα γιατί βιάστηκα δεν ήμουν έτοιμος. Είχα την ανάγκη να κάνω μια οικογένεια, να έχω μια οικογένεια. Παιδιά έκανα μεγάλος, στον δεύτερο γάμο μου. Βρήκα ένα συγκλονιστικό άνθρωπο και της χρωστάω πάρα πολλά. Ευτυχώς που την έφερε η τύχη στο δρόμο μου. Έκανα 3 παιδιά κι εκεί ισορρόπησα.

Αυτά τα σκοτάδια που κουβαλάει η δική σου η γενιά τα βλέπεις ως απειλές; Ότι θα βγουν μπροστά μας; Αυτά που ζούμε τον τελευταίο καιρό..

Στην πόρτα μας είναι. Τα ίδια πράγματα είναι πάλι…

Σε φοβίζει καθόλου; Για τα παιδιά σου ας πούμε;

Για τα παιδιά μου κυρίως ναι και όχι για εμένα. Με φοβίζει. Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα και θα δούμε τον επόμενο χρόνο τι θα γίνει…

Μιλούσα με έναν πολύ σημαντικό άνθρωπο και μου είπε «το παγκόσμιο χρέος είναι τεράστιο, αυτό για να ισορροπήσει πρέπει να μειωθεί ο πληθυσμός… Θέλει πόλεμο. Κύκλοι είναι αυτοί»

Στην Γαλλία σε καλοδέχτηκαν εύκολα;

Με δέχτηκαν, οι συνάδελφοι μου είχαν ένα σεβασμό. Με έκαναν και μέλος του σωματείου Γάλλου φωτογράφων.

«Εκεί κατάλαβα ότι αν κάποιος αξίζει κάτι θα τον βρει τον δρόμο του.»

Δεν είναι καθόλου ανταγωνιστικοί.

Σήμερα με την ψηφιακή τεχνολογία και τις ευκολίες έχει αλλάξει ο κινηματογράφος..

Κοίτα αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα. Για μένα δεν άλλαξε κάτι ουσιαστικά αλλά ο κινηματογράφος πρέπει να γίνεται όπως γινόταν. Όταν έχεις μια κάμερα, ένα φακό, ένα τρίποδα, ένα σενάριο, έχεις ηθοποιούς, κοστούμια ήχο, όλη η συνθήκη είναι ίδια. Έχεις ευκολίες έχεις και δυσκολίες. Εκείνο που άλλαξε πολύ είναι η σκηνοθεσία.

«Οι σκηνοθέτες έπεσαν στην παγίδα της ευκολίας. Η τεχνολογία αντικατέστησε τη σκέψη.»

Παλιά είχαμε 30.000 μέτρα φιλμ να τελειώσουμε την ταινία. Έπρεπε να δουλέψει να βρει τα πλάνα του, να βρει το στυλ του. Τώρα δεν πληρώνεις και είσαι «τράβα, τράβα, τράβα». Παλιά ο σκηνοθέτης κοίταζε τους ηθοποιούς, από το βλέμμα τους έπαιρνε και έπαιρναν και εκείνοι, υπήρχε μία διάδραση. Τώρα οι ηθοποιοί είναι μόνοι τους, και ο σκηνοθέτης κοιτάζει ένα μόνιτορ και δίνει εντολές από το μόνιτορ.

Και οι ηθοποιοί που είναι τα πιο ανασφαλή πλάσματα δεν έχουν κάποιον απέναντι να δουν και με ρωτάνε αν είναι ή δεν είναι καλοί και τους στέλνω στο βάθος, στον σκηνοθέτη, να ρωτήσουν.

Είναι και οι νέοι οι σκηνοθέτες που λένε κάνουμε πολλά πλάνα για να δώσουμε ρυθμό. Ο ρυθμός ή υπάρχει ή δεν υπάρχει. Τον ρυθμό τον καθορίζεις από την αρχή. Δεν κόβεις τα πλάνα γρήγορα για να δώσεις ρυθμό.

Ο Αγγελόπουλος έκανε ένα προσωπικό κινηματογράφο, με ένα ρυθμό που τον είχε καθορίσει από την αρχή.

Με φώναξαν πριν από 7 χρόνια στην ελληνική τηλεόραση να φωτίσω ένα χριστουγεννιάτικο σόου. Είχαν μία μπαλαρίνα κλασικού μπαλέτου και φώναξαν εμένα σαν «κουλτουριάρη». Έβαλα ένα φως πίσω κόντρα έβλεπα και την σκιά της κάτω, έδωσα και ένα μαλακό μπροστά για να βλέπω και το πρόσωπό της και παίζαμε και με την σκιά. Βλέπω τον σκηνοθέτη, να αρχίζει να κόβει πλάνα τακ-τουκ-τακ-τουκ και του λέω «τι κάνεις εκεί;». Μου λέει να δώσω ρυθμό. Του λέω ένας ο ρυθμός της μουσικής, ένας ο ρυθμός της χορογραφίας και ένας ο δικός σου, τι ρυθμό παραπάνω θα δώσεις;

Shares

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ