Η Μεταπολεμική Λογοτεχνία στη Θεσσαλονίκη. Οι Ποιητές.

1
2096
1.jpg

Κυρίαρχος είναι ο ρόλος της κοινωνικής ποιητικής τριπλέτας που συγκροτούν οι Μανόλης Αναγνωστάκης, Κλείτος Κύρου και Πάνος Θασίτης. Το πρώιμο έργο των Αναγνωστάκη και Κύρου κυρίως, και δευτερευόντως του Θασίτη, αναφέρεται σε πολύ μεγάλη συχνότητα σε πρόσωπα και σημεία που συνδέονται με τα βιώματά της ταραγμένης νεότητάς τους. Στις μετέπειτα ποιητικές συλλογές τους επιχειρείται αφενός μια προσπάθεια σύνδεσης με τις κοινές θεματικές της γενιάς τους και αφετέρου ένας διάλογος με ποιητικές φωνές που λειτουργούν ως πρότυπα (Καβάφης, Σεφέρης, Ρίτσος, Έλιοτ και Καρυωτάκης). Το έργο του Αναγνωστάκη χάραξε το δρόμο της προσωπικής αναζήτησης του καθενός, άνοιξε νέες διόδους και δημιούργησε τις κατάλληλες προϋποθέσεις για επανατοποθετήσεις και προβληματισμούς. Το ύφος του, προσωπικό, γεμάτο υπαινιγμούς και αποσιωπήσεις, άλλοτε με πικρή ειρωνεία και άλλοτε με συγκρατημένη οργή, εκτός από τη διάψευση εκφράζει και τη βαθιά απογοήτευση της γενιάς του.

Παράλληλα με τους «πολιτικούς» εμφανίστηκαν και οι ποιητές του ερωτικού αδιέξοδου, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Γιώργος Ιωάννου, ο αρχικός δηλαδή πυρήνας της Διαγωνίου. Η Διαγώνιος, στα μέσα της δεκαετίας του 50 συσπείρωσε αξιόλογους λογοτέχνες και κριτικούς και συγκρότησε έναν ξεχωριστό, από κάθε άποψη, λογοτεχνικό και εικαστικό πυρήνα. Ο Ασλάνογλου έγραψε σχετικά με τη συγκρότηση της τριάδας των ερωτικών ποιητών της Θεσσαλονίκης: «… Μερικοί νέοι ποιητές έψαχναν το δρόμο τους μέσα στη σύγχυση και την αταξία της εποχής, ένα δρόμο που έπρεπε οι ίδιοι να ανοίξουν αν ήθελαν να επιβιώσουν. Τι του έκανε να συσπειρωθούν και ν΄αγωνιστούν συνειδητοποιώντας την ανάγκη της αλλαγής; Πρώτα πρώτα η αίσθηση ότι ήταν διαφορετικοί από τους προγενέστερους και πως κανένα έτοιμο αισθητικό καλούπι δεν θα μπορούσε να φορμάρει την ουσία της ποίησής τους. Οι νέοι ποιητές του 50 ήθελαν να μιλήσουν για το προσωπικό τους δράμα που δεν φαίνονταν να οσφραίνονταν οι παλιότεροι». Στο έργο του Χριστιανόπουλου, από τη δημοσίευση της συλλογής “Εποχή των Ισχνών Αγελάδων” (1950), ο ρεαλισμός ακολουθεί από κοντά το πρότυπο της καβαφικής ποίησης. Η λαϊκή τοπογραφία αναμιγνύεται με ιστορικά σύμβολα κα θεμελιώνεται ένας ιδιότυπος ρεαλισμός που θα συνοδεύει εξακολουθητικά το έργο του ποιητή. Ο Χριστιανόπουλος άλλοτε σχολιάζει την εμπορευματική αίσθηση της καθημερινής ζωής, ενώ άλλες είναι σαρκαστικά ειρωνικός και καταγγελτικός.

Όπως ο Χριστιανόπουλος και ο Ιωάνννου, έτσι και ο Ασλάνογλου έγραψε για την πίκρα της μοναξιάς, που είναι πανταχού παρούσα στο έργο του, τη μελαγχολία ενός ανεκπλήρωτου έρωτα και για τα ασφυκτικά πλαίσια της ατομικής του οδύνης. Ήταν με άλλα λόγια απόλυτα εναρμονισμένος με το μονωτικό κλίμα που καλλιέργησε η ερωτική γενιά της Θεσσαλονίκης στη μεταπολεμική εποχή των θρυμματισμένων ιδανικών. Τα ποιήματα του Ιωάννου προαναγγέλλουν το πεζογραφικό του έργο, καθώς εμπεριέχουν τους θεματικούς άξονες που τον απασχόλησαν αργότερα και στα πεζά του κείμενα. Οι ποιητικές συνθέσεις του χαρακτηρίζονται από εξαιρετική λιτότητα, ακριβολογία και νοηματική συμπύκνωση.

Η επίδραση του Καβάφη δεν περιορίστηκε στους ερωτικούς και πολιτικούς ποιητές της Θεσσαλονίκης αλλά με τη διδακτική και ειρωνική προβολή της επεκτάθηκε στο ευρύ φάσμα των ποιητών που εμφανίστηκαν μετά το 1950 ως και τη δεκαετία του 70: τον Ανέστη Ευαγγέλου, που εξετάζει την αποβολή από την κοινωνική πραγματικότητα και την ανάγκη για συμφιλίωση μαζί της, τον Πρόδρομο Μάρκογλου και τον Τόλη Νικηφόρου που ασκεί κριτική στα κοινωνικά στερεότυπα της μεταδιδακτορικής Ελλάδας, στα νέα ήθη και τις συμπεριφορές. Την ίδια στιγμή, ο Μάρκος Μέσκος, ενσωματώνοντας στο έργο του τον απόηχο του κλέφτικου τραγουδιού, επιχειρεί γόνιμους ποιητικούς πειραματισμούς, αντιστρέφοντας συχνά τις απολήξεις των δημοτικών θρήνων. Η Μαρία ΚέντρουΑγαθοπούλου επιζητεί την προστατευτική ασπίδα των παιδικών της χρόνων, προσπαθώντας παράλληλα να συγκρατήσει όσα φεύγουν μια για πάντα. Στα τέλη της δεκαετίας του 70 η Νέα Πορεία, το περιοδικό που εξέδιδε ο Τηλέμαχος Αλαβέρας, εμφανίζει μια τάση σύγκλισης και συνάντησης παλαιότερων και νέων ποιητών και πεζογράφων που είναι δεκτικότεροι στις τεχνικές του μοντερνισμού. Εκτός από την Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, στις σελίδες της Νέας Πορείας εμφανίζεται η Ρούλα Αλαβέρα, μια ποιήτρια που το έργο της χαρακτηρίζεται από την πυκνά συμβολιστική της γλώσσα. Ανάλογη πολυσυλλεκτικότητα εμφανίζει και το περιοδικό Τραμ, ιδιαίτερα στη δεύτερη εκδοτική του πορεία.

Το 1983 η Διαγώνιος ανέστειλε οριστικά την κυκλοφορία της, προλαβαίνοντας ωστόσο να αναδείξει μια από τις πιο ιδιαίτερες ποιητικές φωνές της δεκαετίας, τον Σάκη Σερέφα, που από τις πρώτες κιόλας ποιητικές του καταθέσεις δεν έδειχνε απόλυτα προσηλωμένος στη ρεαλιστική τεχνική, αλλά καθοδηγούταν απόλυτα από τη φαντασία που συγγενεύει με το παράδοξο. Σημείο αναφοράς και κέντρο της περιπλάνησής του στο έργο του στέκεται πάντα η αθέατη πλευρά και ο χώρος της πόλης στην οποία γεννήθηκε και ζει. Ο Σερέφας δεν περιορίζεται μόνο στη φωτογράφηση της πραγματικότητας αλλά εξερευνά και τις κλειστές γωνίες του κόσμου που βιώνει, αναπαράγει τα συμβάντα κάθε εποχής, χωρίς να τα αλλοιώνει και τα παρουσιάζει με τρόπο φυσικό και ιδιαίτερα αυθεντικό.

Στους πιο προικισμένους ποιητές της μετά το 1975 περιόδου συγκαταλέγονται η Κατερίνα Καριζώνη, η Ελένη Μερκενίδου και ο Σταύρος Ζαφειρίου. Η Καριζώνη στράφηκε με ιδιαίτερη επιτυχία στον πεζό λόγο. Η ποίηση της Ελένης Μερκενίδου προσφεύγει συχνά στη χρησιμοποίηση ενός έντονα ρυθμικού λόγου, ώστε να δώσει μεγαλύτερη υποβλητική δύναμη σ΄έναν κόσμο γεμάτο από λατρευτικά και αρκετές φορές παγανιστικά σύμβολα. Η ποίηση του Σταύρου Ζαφειρίου, λυρική με παραμυθητικές προεκτάσεις, ιδίως μετά από το 1985, περνά από το νευρωτικό λόγο των πρώτων ποιημάτων του στην επίμονη αναζήτηση μιας γραμμής που συνδέει την ατομική ζωή με την ιστορία.

Θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το εισαγωγικό κείμενο του Σερέφα που έχει τίτλο «Τέσσερις μικροσκέψεις για τη λογοτεχνημένη Θεσσαλονίκη», το οποίο περιλαμβάνεται στο βιβλίο: Θεσσαλονίκη, μια πόλη στη λογοτεχνία» (Μεταίχμιο, 2001): «Η λογοτεχνημένη Θεσσαλονίκη παραμένει ένα τρικούβερτο εργοτάξιο. Ιδρύθηκε μόλις πριν από έναν αιώνα. Πότε με αζαλέο και πότε με λιγυρό ύφος, πότε με λαβραγόρη οίστρο και πότε με οικονομημένη λεξιχρησία, μέσα σ΄αυτά τα χρόνια απέκτησε κέντρο και κι απόκεντρο, υπόγεια και ανώγεια καταλύματα, αλάνηδες χώρους και απόρρητα ενδιαιτήματα… Σκαρφαλωμένοι στις σκαλωσιές τους οι μαστόρηδες του λόγου την ιστόρησαν και την ιστορούν πότε εν χορώ και πότε με μερακλίδικη κρυπτικότητα».

*Στην αρχική φωτογραφία, από τα δεξιά: Πρόδρομος Μάρκογλου, Ανέστης Ευαγγέλου, Τόλης Καζαντζής

Shares
Προηγούμενο άρθροΜια ζωή εδώ: Περικλής Σφυρίδης
Επόμενο άρθροH Ιστορία στο δρόμο
Λέων Α. Ναρ
Ο Λέων Α. Ναρ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1974. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Α.Π.Θ. και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές Νεοελληνικής Φιλολογίας, Βιβλιολογίας και Διδακτικής της Λογοτεχνίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο (2000). Το 2007 αναγορεύτηκε Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ., ενώ την ίδια χρονιά εξέδωσε (σε συνεργασία με τον Γιώργο Αναστασιάδη και τον Χρήστο Ράπτη) το βιβλίο Εγώ ο εγγονός ενός Έλληνα, η Θεσσαλονίκη του Νικολά Σαρκοζί (Καστανιώτης). Το 2009 εκδόθηκε (Γαβριηλίδης) το δίτομο έργο του Ναρ με τίτλο Γιωσέφ Ελιγιά, Άπαντα, ενώ την ίδια χρονιά επιμελήθηκε το επετειακό λεύκωμα 25 χρόνια Ιανός. Το 2011 κυκλοφόρησε (Καπόν) το βιβλίο του με τίτλο Θεσσαλονίκη 1912-2012, το μέλλον του παρελθόντος, μια διαφορετική αφήγηση της ιστορίας (με φωτογραφίες του Γιώργη Γερόλυμπου), και η μελέτη Ισραηλίτες βουλευτές στο Ελληνικό κοινοβούλιο (1915-1936) (Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων). Χρονογραφήματά του δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής (2006-2008). Το 2014 (Μεταίχμιο) εκδόθηκε το ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΕΞΕΔΡΑΣ, ΣΧΟΛΙΑΣΜΕΝΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΗΠΕΔΑ, με πρόλογο του Παύλου Τσίμα. O Λέων Α. Ναρ αρθρογραφεί τακτικά (parallaximag.gr, iefimerida.gr) και εργάζεται ως καθηγητής Ελληνικής φιλολογίας στο Αμερικανικό Κολλέγιο «Ανατόλια» της Θεσσαλονίκης.

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ