Κρίστιαν Μουντζίου: Αυτός είναι ο Ρουμάνος σκηνοθέτης με τους δύο Χρυσούς Φοίνικες

Ο Ρουμάνος είναι σταθερά εδώ και δύο δεκαετίες ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες των Βαλκανίων

Parallaxi
κρίστιαν-μουντζίου-αυτός-είναι-ο-ρουμ-1476939
Parallaxi

Το “Fjord”, με τον Σεμπάστιαν Σταν και τη Ρενάτε Ράινσβε, κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα του 79ου φεστιβάλ Καννών βάζοντας τον Κρίστιαν Μουντζίου σε ένα εκλεκτό γκρουπ σκηνοθετών με 2 Χρυσούς Φοίνικες. Αλλά τι είναι το “Fjord”; Και τι έλεγε ο Μουντζίου στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης;

Σε ένα κατά κοινή ομολογία σχετικά χλιαρό 79ο φεστιβάλ Καννών ίσως είναι δίκαιο ότι κέρδισε τον Φοίνικα μια ταινία που δεν ενθουσίασε, αφήνοντας πίσω φιλμ πολύ μεγαλύτερης κριτικής αποδοχής: τον Μινώταυρο του Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ, το All of a Sudden του Ριγιουσούκε Χαμαγκούτσι, ακόμα και το Fatherland του Πάβελ Παβλικόφσκι ή το απαιτητικό The Dreamed Adventure της Βαλέσκα Γκρίζεζμπαχ.

Όλες αυτές οι ταινίες, όπως και το πολυσυζητημένο La Bola Negra που ήδη αγόρασε το Netflix στην Αμερική, κέρδισαν όλες κάποιο βραβείο στην τελετή, τουλάχιστον φεύγοντας με γεμάτα χέρια. Αλλά η έκπληξη ήρθε όταν ο Χρυσός Φοίνικας πήγε στην κοινωνική σάτιρα Fjord του ρουμάνου Κρίστιαν Μουντζίου, ο οποίος τον είχε ήδη κερδίσει πριν 20 χρόνια με το καθηλωτικό δράμα 4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Ημέρες.

Ο Μουντζίου μπαίνει έτσι σε ένα εκλεκτό γκρουπ δημιουργών – ανάμεσά τους ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, ο Κεν Λόουτς, ο Μίκαελ Χάνεκε, οι αδερφοί Νταρντέν και… ο Ρούμπεν Έστλουντ – που έχουν κερδίσει τον Φοίνικα 2 φορές στην καριέρα τους.

Ο Ρουμάνος είναι σταθερά εδώ και δύο δεκαετίες ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες των Βαλκανίων, με τη χώρα του να παραμένει κάτι το ουσιαστικό στις θεματικές του, στους προβληματισμούς του, στα σκηνικά των ιστοριών του. Ακόμα και το νέο του φιλμ, που διαδραματίζεται στη Νορβηγία, κρατά στον πυρήνα του μια βαλκανική ιδιοσυγκρασία καθώς εν τέλει αφορά μια “εκτός έδρας” σύγκρουση πολιτισμών.

Ο Μουντζίου σπούδασε Αγγλική φιλολογία, εργάστηκε ως δάσκαλος κι ως δημοσιογράφος, πριν το γυρίσει στο σινεμά, με σπουδές σκηνοθεσίας στα μέσα των ‘90s, και την εκκίνηση μιας καριέρας μέσα από μικρού μήκους φιλμ από το 1998 κι έπειτα. Όλα στη Ρουμανία. Η αδερφή του είναι διαδεκριμένη πολιτική αναλύτρια. Οι δεσμοί με τη χώρα του είναι ισχυροί, και είναι δίκαιο που έγινε ο πρώτος Ρουμάνος σκηνοθέτης (παρά τους άλλους μεγάλους που είχαν προϋπάρξει) που κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα.

To 2007 ο Μουντζίου σκηνοθέτησε το αριστούργημα της καριέρας του: Το 4 Μήνες, 3 Εβδομάδες, 2 Ημέρες ακολουθεί μια απόπειρα έκτρωσης στα τελευταία χρόνια του καθεστώτος Τσαουσέσκου στη Ρουμανία. Το ηλεκτρισμένο δράμα εποχής κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα σαν από το πουθενά, από εκείνες τις περιπτώσεις που ένα φιλμ ταρακουνά τόσο πολύ Επιτροπή, κοινό κριτικούς, που ένιωθες να υπάρχει απλώς μια σύμπνοια επί μέρες.

«Περπατάγαμε στον δρόμο στις Κάννες και όλοι μας μιλούσαν τόσο θερμά για την ταινία, αν έλεγα σε κάποιον ότι ήμουν ο σκηνοθέτης η αντίδραση ήταν “wooow! εσύ έκανες αυτή την ταινία;;”. Και αυτό είναι το σημαντικότερο κομπλιμέντο που μπορείς να λάβεις», μου έλεγε ο Μουντζίου όταν είχαμε μιλήσει το 2012 στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με αφορμή μια ρετροσπεκτίβα του ως τότε έργου του.

Ανάμεσα στους δύο Φοίνικες, στη διάρκεια των ‘10s, o Μουντζίου σκηνοθέτησε το Πίσω από τους Λόφους και την Αποφοίτηση, για τα οποία κέρδισε στις Κάννες τα βραβεία Σεναρίου και Σκηνοθεσίας, αντιστοίχως. Ένας λοιπόν από εκείνους τους μόνιμους του φεστιβάλ με διαρκή παρουσία και βραβεύσεις για σχεδόν κάθε φιλμ του, επέστρεψε φέτος την πιο διεθνή του απόπειρα.

To Fjord είχε τόσο εμφανείς τις προδιαγραφές για ένα διεθνές arthouse hit που εθεωρείτο ήδη εδώ και μήνες ως οσκαρικό χαρτί, ακόμα και χωρίς να έχουμε δει καρέ. (Κυριολεκτικά: Εδώ το προβλέπουμε και για τις 4 μεγάλες οσκαρικές κατηγορίες του 2027.) Τι είναι όμως το φιλμ αυτό;

Το news247 έγραψε τα εξής κατά την ανταπόκριση από το φεστιβάλ Καννών:

FJORD: ΜΙΑ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΔΥΣΗ

Στο Fjord ακολουθούμε την οικογένεια των Γκεοργκίου, με τον ρουμάνο Μιχάι, τη νορβηγίδα Λίσμπετ και τα 5 παιδιά τους να μετακομίζουν σε ένα χωριό στη Νορβηγία για ξεκινήσουν τη ζωή τους εκεί. Είναι μια οικογένεια πιστών χριστιανών, και που κουβαλούν επίσης πολλά από τα έθιμα και τον τρόπο ζωής μιας άλλης κοινωνίας – πράγματα που είναι αδύνατον να ξεριζώσεις πλήρως από μέσα σου. Συμπεριφορά, γλώσσα του σώματος, εκφράσεις, συνήθειες.

Παρά το γεγονός ότι η μεγάλη τους κόρη γίνεται πολύ καλή φίλη με την κόρη των γειτόνων, οι Γκεοργκίου σύντομα θα έρθουν αντιμέτωποι με την καχυποψία της τοπικής κοινωνίας, που έρχεται καλυμμένη κάτω από έναν μανδύα έγνοιας. Η βαθιά τους πίστη – και αναμφίβολα το γεγονός πως προέρχονται από μια βαλκανική χώρα – έρχεται σε σύγκρουση με την οπτική του κόσμου της ψυχρής, καλοδουλεμένης νορβηγικής Μηχανής.

Παρατηρώντας ένα σημάδι δίπλα στον ώμο της κόρης Γκεοργκίου, οι άνθρωποι του σχολείου καλούν την Πρόνοια, ξεκινώντας έναν γραφειοκρατικό και νομικό εφιάλτη για την οικογένεια, που πολύ απότομα θα δει γονείς και παιδιά να αποχωρίζονται. Τα πάντα φτάνουν στα άκρα καθώς το ζευγάρι θέλει τα παιδιά του πίσω – και δε θα διστάσει να κάνει ό,τι μπορεί για να τα πάρει.

Ο Μουντζίου επιχειρεί εδώ μια πολύ ενδιαφέρουσα εξερεύνηση των σιωπηλών τρόπων με τους οποίους ένα φαινομενικά τέλειο και κατά βάση πλήρως προοδευτικό σύστημα, μπορεί στα κενά του, και πίσω από την πρόσοψή του, να κρύβει βαθιά απέχθεια για ό,τι αντιλαμβάνεται ως διαφορετικό. Υπάρχει σίγουρα μια παρατήρηση και μια συζήτηση που μπορεί να γίνει για το πώς ο “γραφειοκρατικός” προοδευτισμός μπορεί συχνά να κρύβει πίσω του έναν κυνισμό ή, περιέργως, μια έλλειψη ενσυναίσθησης.

Το πρόβλημα της ταινίας είναι πως ο Μουντζίου τα προσεγγίζει όλα με τρόπο μάλλον σχηματικό, μη δίνοντας στο τολμηρό του θέμα αληθινό χώρο να αναπνεύσει. Οι νορβηγοί αποτυπώνονται λίγο-πολύ ως εξωγήινοι, μη διαθέτοντας ούτε τους στοιχειώδεις κώδικες ανθρώπινης επαφής και κατανόησης. Όταν ένα βανάκι της Πρόνοιας ξεπαρκάρει από τον δρόμο μπροστά από τους Γκεοργκίου, τους ρίχνει κάτω και το γραμματοκιβώτιο φεύγοντας – είναι ένδειξη μιας καρτουνίστικης προσέγγισης που ίσως να δούλευε πιο αποτελεσματικά ως κωμωδία.

Στο μέσον του φιλμ υπάρχει μια σκηνή που ο Μιχάι αναλαμβάνει δράση επειδή «ο άλλος τρόπος απέτυχε» και είναι και πάλι τόσο γραφική και τόσο ψευδο-ηρωικά δοσμένη που θα ταίριαζε σε μια άλλη, πολύ πιο ευρεία ταινία από την πιο αραιή και αυστηρή αυτή που βλέπουμε.

Προς τιμήν του φιλμ, δεν επιχειρεί ποτέ να αγιοποιήσει ή να κρύψει τα προβλήματα των Γκεοργκίου, και τους τρόπους με τους οποίους οι δικές τους συνήθειες και η δική τους κατανόηση των πραγμάτων κλωτσάει απέναντι σε μια κοινωνία που εν τέλει δεν είναι φτιαγμένη για να τους δεχτεί. Καθόλου τυχαία, αυτή η θεωρητική νομική κόντρα γύρω από την ασφάλεια των παιδιών, μετεξελίσσεται σε μια απροκάλυπτη σύγκρουση πολιτισμών.

Αυτή είναι κι η έγνοια τελικά του φιλμ, να μιλήσει για την ανάγκη σύνδεσης διαφορετικών πολιτισμών, όπως εκφράζεται εδώ κυρίως μέσα από την φιλία των δύο νεαρών κοριτσιών. Το σινεμά του Μουντζίου παραδοσιακά ήταν ψύχραιμης παρατήρησης και καταγραφής και όχι ηθικής κρίσης, αλλά αυτό εδώ δεν λειτουργεί εξίσου αποτελεσματικά προς όλες τις πλευρές. Είναι επικίνδυνη η ισορροπία που πάει να πετύχει, αλλά στις λεπτομέρειες κινδυνεύει διαρκώς να χάσει το νόημα.

Κι ενώ ο Σεμπάστιαν Σταν είναι εξαιρετικός ως Μιχάι – ψύχραιμος, απορημένος, αλλά και ένας άνθρωπος που εμφανώς προσπαθεί να συγκρατήσει κομμάτια του εαυτού του από το να αναδυθούν –, η Ράινβσε είναι εντελώς χαμένη στην ταινία ως Λίσμπετ, όχι απαραίτητα με δικό της φταίξιμο. Η “νορβηγίδα σύζυγος” είναι πολύ ισχνά γραμμένη, ένας χαρακτήρας που θα είχε σημαντικό ρόλο να παίξει στην ισορροπία του όλου πράγματος, αλλά δεν έχει τελικά καμία οπτική και καμία βαρύτητα μέσα σε όλο αυτό.

Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ο Μουντζίου διατηρεί ένα αξιοθαύμαστο επίπεδο έντασης, οδηγώντας προς ένα φινάλε έντονα συμβολικό, και έχοντας στην πορεία ουσιώδεις παρατηρήσεις να κάνει: Για το πως και φυσικά, κάποιες κοινωνίες όντως βλέπουν εξωγενείς παράγοντες με μια προκατάληψη που αρνούνται να παραδεχτούν. Ή και για το αν καν έχουν θέση όλοι οι πολιτισμοί δίπλα σε άλλους. Η εκτέλεση όμως είναι ατελής, με ένα τρόπο που αφήνει το φιλμ εντελώς εκτεθειμένο σε αντιδραστικές ή, απλώς, απορημένες αναγνώσεις.

Αν όντως το Fjord φτάσει προς τα Όσκαρ, οι συζητήσεις γύρω από αυτό θα είναι μεγάλες.

«ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΔΕ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΧΕΙ ΤΟ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ»: Ο ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΜΟΥΝΤΖΙΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ

Το 2012, με αφορμή την κυκλοφορία του επίσης βραβευμένους στις Κάννες, Πίσω από τους Λόφους, το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης οργάνωσε μια ρετροσπεκτίβα του έργου του σκηνοθέτη μέσα από το τμήμα Ματιές στα Βαλκάνια. Εκεί, ο Μουντζίου μου είχε μιλήσει σε μια συνέντευξη που μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη στο OneMan.

Αυτά είναι κάποια από τα πράγματα που είχε πει, και τα οποία συνεχίζουν να είναι απολύτως επίκαιρα, σε σχέση και με την νέα του ταινία.

Δεν αποφεύγεις ό,τι αφορά στενά τη ρουμάνικη κοινωνία. Είναι σημαντική για σένα αυτή η τοπικότητα των θεμάτων σου; Το να έχουν οι ιστορίες να κάνουν με τη χώρα σου, με τις εμπειρίες σου;

Ελπίζω ότι καταφέρνω να λέω κάτι για την ανθρώπινη φύση και ότι ο κόσμος νιώθει μια σύνδεση με αυτό που βλέπει ακόμα κι αν μένει σε άλλη χώρα.

Οπότε ναι, αλλά οι ιστορίες αυτές έρχονται κι από την κατανόηση του πλαισίου της χώρας που ζω. Γι’αυτό δεν πάω να κάνω ταινίες κάπου αλλού, στην Αμερική κλπ, γιατί αγαπώ όλες αυτές τις μικρές λεπτομέρειες που χρειάζεσαι ώστε να φτιάξεις μια ιστορία και να καταλάβεις απόλυτα την ψυχολογία των χαρακτήρων.

Υπάρχουν διαφορές. Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα σε ανθρώπους στην ίδια οικογένεια. Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα σε ανθρώπους στην ίδια κοινωνία. Υπάρχουν διαφορές και γι’αυτό προτιμώ αυτή τη στιγμή να μιλάω για γενικά ζητήματα με αφορμή τοπικές ιστορίες. Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να βρίσκω ιστορίες που έχουν σημασία. Για τον κόσμο. Για τις κοινότητες. Ελπίζω πως θα έχουν σημασία και για το κοινό επίσης.

Πάντα έχω έγνοια το να υπάρχει μια κεντρική πλοκή, ένας κεντρικός χαρακτήρας με σχέσεις και δεσμούς και κάποιο ηθικό ζήτημα, αλλά πάντα προσέχω να έχω έναν μεγαλύτερο κόσμο από πίσω. Σε προηγούμενες ταινίες μου ήταν αυτός ο κόσμος του τέλος της δικτατορίας, του κομμουνισμού, ώστε να μιλήσω για τη σημασία της προσωπικής ελευθερίας στον κόσμο.

Στο Πίσω από τους Λόφους έχουμε τη θρησκεία, τη σχέση κοινωνίας και εκκλησίας, το κατά πόσο θες την επιρροή της εκκλησίας σε μια τόσο αδιάφορη κοινωνία.

Κεντρικό ρόλο στις ταινίες σου παίζει η αντικειμενικότητα, ξοδεύεις πολύ χρόνο και κόπο ώστε να δικαιολογήσεις την οπτική πλευρά του καθενός..

Είναι μέρος των αρχών μου και κάτι που πραγματικά εκτιμώ στο σινεμά. Πιστεύω πως για ένα θέμα σαν αυτό στους Λόφους ή εκείνο που επέλεξα προηγουμένως στους 4 Μήνες είναι σημαντικό να είσαι σίγουρος πως δεν λες κάτι λάθος.

Ο κόσμος έχει την τάση να γενικεύει πολύ. Ότι η ταινία μιλάει για όλη την κοινωνία και όχι ένας μέρος της, ότι μιλάει για όλη την εκκλησία. Ο κόσμος έχει την τάση να βάζει τα πράγματα σε μια τέτοια θέση. Όμως το σινεμά δεν έχει τη δυνατότητα να εκπροσωπεί ΟΛΟ το οτιδήποτε.

Ήταν σημαντικό για μένα να σιγουρευτώ πως αυτή η ιστορία θα ήταν απόλυτα κατανοητή. Δεν ήθελα να κάνω μια ιστορία με πολιτικό σκοπό, κατακεραυνώντας μια κατάσταση ή ένα γκρουπ ανθρώπων. Δεν είναι αυτός ο σκοπός μου.

Το σινεμά δε θα έπρεπε να έχει το ρόλο του δικαστή ή του να αποφασίζει για κάποια ζητήματα. Το σινεμά αφορά κάτι σχετικό. Αυτό αναζητώ πάντα σε αυτά τα θέματα. Τίποτα δεν είναι απόλυτα ακριβές.

Πάρε για παράδειγμα το 4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 ημέρες. Όσο σαφές κι αν ήταν αυτό που ήθελα να πω για τις εκτρώσεις, το πλαίσιο στο οποίο μπαίνει η ιστορία κάνει τα πράγματα πολύ δύσκολο να κρίνεις. Σήμερα είναι πιο απλά τα πράγματα, υπάρχουν άλλες μέθοδοι, αλλά τοποθετώντας την ιστορία εκεί, ξαφνικά μιλάς για κάτι μεγαλύτερο, μιλάς για την προσωπική ελευθερία. Και ο κόσμος μιλάει αλλιώς για την ταινία.

Το ίδιο και για το Πίσω από τους Λόφους. Δεν πιστεύω πως σαν δημιουργός έχεις το δικαίωμα να κρίνεις τους χαρακτήρες σου ή ότι ξέρεις καλύτερα από αυτούς. Πρέπει να καταλάβεις, να τους κατανοήσεις, να σεβαστείς την ανεξαρτησία των χαρακτήρων σου όταν γράφεις. Το σινεμά έχει να κάνει με την έρευνα. Με την προσπάθεια για κατανόηση. Το σινεμά δεν είναι να ξέρεις ήδη.

Εγώ δεν ξέρω πώς ακριβώς έγιναν τα πράγματα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Φαντάζομαι πώς μπορεί να έγιναν, και προσθέτω μερικά επίπεδα νοήματος ώστε να έχει η ταινία να πει κάτι στον θεατή. Ώστε να μην φτιάξω απλώς το χρονικό ενός ατυχήματος.

Κοιτώντας πίσω στη βράβευση στις Κάννες, τι θυμάσαι ακόμα πολύ έντονα από εκείνη την περίοδο;

Ήμουν τρομερά χαρούμενος και ανακουφισμένος επειδή ξέρεις πως μπορεί να περάσεις όλη τη ζωή σου γυρίζοντας ταινίες αλλά ποτέ να μην απολαύσεις αυτό το επίπεδο αναγνώρισης. Όταν πήγαμε στις Κάννες δεν ελπίζαμε σε κάτι, εξάλλου και μόνο που ήμασταν στο Διαγωνιστικό ήταν μια φανταστική διάκριση ήδη.

Δεν συνέβη σε άλλον από τους σκηνοθέτες του νέου κύματος. Αλλά λίγο λίγο αρχίσαμε να πιστεύουμε πως μπορεί και να κερδίζαμε. Και δεν ήταν ένα συναίσθημα που είχε να κάνει απαραιτήτως με το βραβείο, αλλά μια αναγνώριση του πώς οι άνθρωποι αποδέχονταν την ταινία.

Περπατάγαμε στον δρόμο στις Κάννες και όλοι μας μιλούσαν τόσο θερμά για την ταινία, αν έλεγα σε κάποιον ότι ήμουν ο σκηνοθέτης η αντίδραση ήταν “wooow! εσύ έκανες αυτή την ταινία;;”. Και αυτό είναι το σημαντικότερο κομπλιμέντο που μπορείς να λάβεις.

Δεν ξέρω αν είναι κάτι που μπορεί να σου τύχει ξανά. Γιατί μετά είναι πολύ δύσκολο να συνεχίσεις με την επόμενη δουλειά σου. Μαθαίνεις πως το σινεμά έχει πολύ να κάνει με τα διάφορα στοιχεία που απλά ταιριάζουν απόλυτα κάποια στιγμή, και τα πράγματα πάνε τέλεια. Μπορεί να προετοιμάζεις όλες σου τις ταινίες με την ίδια υπομονή αλλά δεν συμβαίνει πάντα αυτή η επιτυχία.

Έχει να κάνει με την ιστορία, με το πλαίσιο της αφήγησης, με τη διάθεσή σου, με ένα σωρό πράγματα. Εκεί συνέβη. Άρεσε πολύ στον κόσμο και αυτό είναι μια αναγνώριση που σίγουρα σε βοηθάει. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα όλοι θα σε συνδέουν με αυτή την ταινία και τη βράβευση και επικυρώνεσαι κατά κάποιο τρόπο, δημιουργικά.

Αλλά αυτό που επίσης ακολουθεί, είναι το μεγάλος βάρος του να έχεις τους πάντες να συγκρίνουν ό,τι άλλο κάνεις με εκείνο το φιλμ. Πρέπει μετά να αποδείξεις ξανά τον εαυτό σου, να δείξεις ότι μπορεί να παραμείνεις.

Πηγή: news247.gr

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα