close search results icon

«Δεν είναι η τέχνη υποταγή και νόμος, μον’ δαίμονας που σπάζει τα καλούπια!»: προσεγγίζοντας την ποιητική του Καζαντζάκη

Μια ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτη προσθήκη στην διαρκώς αυξανόμενη καζαντζακική βιβλιογραφία αποτελεί το βιβλίο του Δημήτρη Κόκορη.

«Δεν είναι η τέχνη υποταγή και νόμος, μον’ δαίμονας που σπάζει τα καλούπια!»: προσεγγίζοντας την ποιητική του Καζαντζάκη
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

Μια ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτη προσθήκη στην διαρκώς αυξανόμενη καζαντζακική βιβλιογραφία αποτελεί το βιβλίο του Δημήτρη Κόκορη, αναπληρωτή καθηγητή της Νεοελληνικής Γραμματείας στο Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του Α.Π.Θ, Ο Καζαντζάκης ως ποιητής. Φιλοσοφική διάσταση, ρυθμική έκφραση, κριτική πρόσληψη, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πεδίο.

Το βιβλίο, εκτός από την εισαγωγή και τον επίλογο, αναπτύσσεται σε έξι κεφάλαια, ενώ στο τέλος υπάρχει εκτενής βιβλιογραφία που διαθέτει ακόμη και τις πιο πρόσφατες μελέτες για το έργο του Καζαντζάκη, καθώς και ευρετήριο ονομάτων. Εισαγωγικά ο Κόκορης διατρέχει την ποιητική πορεία του συγγραφέα, την οποία βλέπει συναρτημένη με τις διαρκείς και διακαείς φιλοσοφικές του αναζητήσεις. Στο πρώτο κεφάλαιο («Τα πρώιμα ποιήματα») διαβάζουμε ότι στα ποιήματα αυτά ανήκουν οχτώ πεζά και τέσσερα σονέτα. Τα πρώτα δημοσιεύονται στο περιοδικό Πινακοθήκη (1906-08) κάτω από τον τίτλο «Πεζά ποιήματα» και με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή (που απηχεί επιδράσεις βουδιστικές και ινδουιστικές).

Ο Κόκορης επισημαίνει τη στενή σχέση φιλοσοφίας και ποίησης αναδεικνύοντας τις επιρροές τόσο από τον Νίτσε και τον Μπερξόν, όσο και από τον Χέγκελ (που αποτελεί σχετικά πρόσφατη προσθήκη στη βιβλιογραφία) και άλλους. Τα τέσσερα σονέτα δημοσιεύονται στο περιοδικό Γράμματα την Αλεξάνδρειας, με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης (1914). Διαβάζουμε πως τα κείμενα αυτά ξεχωρίζουν για την τεχνική συγκρότησή τους, ενώ είναι ενδεικτικά και των φιλοσοφικών αναζητήσεών του. Επισημαίνονται οι τεχνοτροπίες του Καζαντζάκη, ενώ ανιχνεύονται και οι φιλοσοφικές και διακειμενικές επιρροές.
Καθώς οι φιλοσοφικές αγωνίες του Καζαντζάκη αναζητούν έκφραση πέραν του ποιητικού πλαισίου, ο συγγραφέας θα στραφεί στο στοχαστικό δοκίμιο. Το δεύτερο κεφάλαιο (Ασκητική) είναι αφιερωμένο στο φιλοσοφικό μανιφέστο του Καζαντζάκη. Διαβάζουμε πως, ύστερα από μια σύντομη διερεύνηση των τριών στοχαστικών δοκιμίων σε στίχο-εδάφιο (verset) που πρώτο δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Αναγέννηση, ανοίγεται ο δρόμος για την Ασκητική, η οποία είδε το φως της δημοσιότητας στο ίδιο έντυπο το 1927 και εκδόθηκε σε βιβλίο μόλις το 1945. Παρατηρούμε πως η κριτική για το κείμενο, ενώ δεν παρέβλεψε τον λυρικό χαρακτήρα και τα ποιητολογικά χαρακτηριστικά του, ως προς τη φιλοσοφική διάστασή του κινήθηκε σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο Κόκορης προβάλλει ψύχραιμα τις αντίθετες θέσεις της κριτικής μέσα από τη συστηματική παράθεση χωρίων.

Στο τρίτο κεφάλαιο («Τα ποιητικά δράματα») ο Κόκορης σημειώνει πως εννιά είναι τα θεατρικά έργα που γράφτηκαν σε έμμετρο στίχο και ακόμη τρία στηρίζονται στην τεχνική του στίχου-εδάφιου, γεγονός που συνηγορεί στον ποιητικό χαρακτήρα της καζαντζακικής θεατρικής γραφής. Καθώς ο Κόκορης επανέρχεται στις θέσεις της πλούσιας κριτικής παράδοσης σχετικά με τα θεατρικά συνθέματα του Καζαντζάκη, σημειώνει πως έχουν σχολιαστεί οι σκηνικές αδυναμίες των έργων, η ποιητική έκφρασή τους, αλλά και οι φιλοσοφικές ιδέες τους. Αξιολογώντας τα θεατρικά έργα, ο Κόκορης σημειώνει παραθέτοντας αποσπάσματα από τα έργα, πως, ενώ ο Καζαντζάκης παραμένει δεξιοτέχνης του παραδοσιακού στίχου, τα έργα του έχουν δραματουργικές αδυναμίες, ενώ παρατηρεί πως, αν τα διαβάσουμε ως ποιήματα, θα εκτιμηθεί το ποιητικά εκφρασμένο φιλοσοφικό περιεχόμενό τους καθώς και η λογοτεχνική αξία τους.

Το τέταρτο κεφάλαιο της μελέτης («Οι ποιητικές μεταφράσεις») δομείται γύρω από την μεταφραστική πορεία του Καζαντζάκη ως ποιητή. Ο Κόκορης εντοπίζει την αρχή της με τη μετάφραση των πλατωνικών διαλόγων (1912), ενώ συνεχίζει με σημαντικές μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνικής γραμματείας. Επισημαίνεται ότι ο Καζαντζάκης καταπιάστηκε με έργα μεγαλειώδη, όπως Η Θεία Κωμωδία του Δάντη, ο Φάουστ του Γκαίτε, αλλά και τη μετάφραση των ομηρικών επών σε συνεργασία με τον καθηγητή κλασικής φιλολογίας Ι.Θ. Κακριδή, κείμενα που επηρέασαν τη φιλοσοφική σκέψη του Καζαντζάκη. Συνολικά, ο Κόκορης διακρίνει ότι, παρότι δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αριστουργηματικές μεταφράσεις, παραμένουν λειτουργικές και με θετικά χαρακτηριστικά.

Στο πέμπτο κεφάλαιο (Οδύσσεια) διαβάζουμε για το μνημειώδες έργο του Καζαντζάκη, την Οδύσσεια (1938), η οποία αριθμεί 33.333 στίχους. Στο ποίημα αυτό παγιώνεται το φιλοσοφικό πρόταγμα του συγγραφέα. Ο Κόκορης σημειώνει πως η κριτική υπήρξε σε έναν βαθμό αρνητική, ωστόσο υπήρξαν και κριτικές που το σχολίασαν με ευμένεια. Ο Κόκορης αναφέρεται στην επίδραση που άσκησε Η Θεία Κωμωδία του Δάντη, στην απόδοση του έργου στα αγγλικά από τον Κίμωνα Φράιερ, αλλά και στη σύνδεσή της με τον Οδυσσέα του Τζόυς. Εντοπίζει την ύπαρξη του μοντερνιστικού στοιχείου (μυθική μέθοδος) στο ποίημα, ωστόσο εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ο Καζαντζάκης δεν υπήρξε ουσιαστικά νεωτερικός ποιητής.

Το έκτο και τελευταίο κεφάλαιο της μελέτης (Τερτσίνες) περικλείει πολύτιμα σχόλια σχετικά με τα είκοσι ένα ποιήματα (τραγούδια, canta). Τα ποιήματα, συνθεμένα τη δεκαετία του τριάντα [1932-34 και 1936-37(τα δούλευε παράλληλα με τη γραφή της Οδύσσειας)], δημοσιεύτηκαν σε διάφορα περιοδικά και σε άλλα βιβλία του συγγραφέα, πριν κυκλοφορήσουν αυτοτελώς μετά τον θάνατό του (1960). Ο Κόκορης επισημαίνει πως ο Καζαντζάκης θεωρούσε τις Τερτσίνες υποδεέστερες, «σωματοφύλακες» και «δορυφόρους» της Οδύσσειας, παρόλο που είναι καλά δομημένες και καταφέρνουν να συγκινούν. Όπως παρατηρεί ο καθηγητής, στις Τερτσίνες ο Καζαντζάκης αποτίει φόρο τιμής σε πρόσωπα που τον διαμόρφωσαν (ιδρυτές θρησκειών, ποιητές, ιστορικά πρόσωπα). Ο Κόκορης εκτιμάει πως «οι Τερτσίνες […] είναι τα καλύτερα ποιήματα του Καζαντζάκη» (σ. 219), ενώ υποστηρίζει πως τα ποιήματα μπορούν να ενταχθούν επιτυχώς σε μια μεγάλη ποιητική παράδοση, θεματικά μονοσήμαντη αλλά παλλόμενη από υπαρξιακές δονήσεις.

Το βιβλίο αποτελεί αναμφίβολα σημαντική συμβολή στις καζαντζακικές σπουδές. Ο Δημήτρης Κόκορης προσφέρει μια εις βάθος θέαση του ποιητικού έργου του Νίκου Καζαντζάκη, αγγίζοντας ποικίλες περιοχές της καζαντζακικής δημιουργίας. Καταγράφει πλούσιο πληροφοριακό υλικό, παραθέτει εκτενή αποσπάσματα από τα κείμενα-πηγές και αναδεικνύει, μέσα από την κειμενοκεντρική προσέγγισή του και τις καίριες επισημάνσεις του, την πολύπτυχη συγγραφική διάσταση του Καζαντζάκη. Συνολικά, προσφέρει μια πολύτιμη περιδιάβαση στην εξέλιξη των ποιητικών μοτίβων του Καζαντζάκη, ενώ, όπως σημειώνει ο ίδιος ο καθηγητής, θα φανεί πολύτιμο «όχι μόνο για όσους διαβάζουν τον Καζαντζάκη, αλλά για όλους όσους αγαπούν την ποίηση» (σ. 28).

Info: Δημήτρης Κόκορης, Ο Καζαντζάκης ως ποιητής. Φιλοσοφική διάσταση, ρυθμική έκφραση, κριτική πρόσληψη, Πεδίο, Αθήνα 2020.

Διαβάστε επίσης:

Τα κηρύγματα και η αστικοποίηση

To NOMADLAND βρίσκει τον δρόμο για τα ελληνικά βιβλιοπωλεία