Άγευστα μαγειρέματα

0
277

Δεν το κρύβω ότι με χαρά υποδέχτηκα την πρωτοβουλία του θεάτρου Καλαμαριάς να εγκαινιάσει τους «Θεατρικούς κύκλους», ένα είδος «μίνι» φεστιβάλ που παιγνιωδώς το ονομάζει East End (κατά το αγγλικό West End), φιλοξενώντας ένα σύνολο έξι αθηναϊκών παραστάσεων. Και λέω με χαρά, γιατί όπως έγραφα σε πρόσφατο σχόλιό μου, έχουμε ανάγκη να δούμε θέατρο. Στεγνώσαμε. Και αναφέρομαι στο ελεύθερο θέατρο.

Αισθάνομαι πως φέτος άρχισαν να φαίνονται πολύ έντονα τα σημάδια της οικονομικής κρίσης. Όλα προδίδουν φτήνια. Και δεν την εννοώ μόνο με όρους οικονομικούς. Εννοώ δουλειές χωρίς φαντασία και χωρίς αύριο. Δουλειές χωρίς ψυχή. Χωρίς λόγο ύπαρξης. Δουλειές που γίνονται απλά για να γίνονται. Δουλειές που πριν σηκωθεί η αυλαία έχουν ήδη ξεψυχήσει. Και σκέφτομαι: μα καλά, όλη αυτή η κρίση δεν μας ωρίμασε; Δεν μας έσπρωξε βαθειά στα άδυτα του θεάτρου να ανακαλύψουμε την οντολογία του, τους κρυμμένους μηχανισμούς του; Ίσως όχι ακόμη.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Εδουάρντο Ματσάντο

Εν πάση περιπτώσει, πίσω στο θέατρο «Μελίνα Μερκούρη», εκεί όπου είδα πριν από λίγες μέρες τη «Μαγείρισσα» του Κουβανού συγγραφέα Εδουάρντο Ματσάντο, ο πατέρας του οποίου, επί δικτατορίας Μπατίστα, είχε μια μεγάλη εταιρεία μεταφορών, την οποία κρατικοποίησε ο Κάστρο μόλις πήρε την εξουσία, αναγκάζοντάς τον να στείλει τα δύο του παιδιά, τον συγγραφέα, οκτώ ετών τότε, και τον τετράχρονο αδερφό του, στις Ηνωμένες Πολιτείες, εκμεταλλευόμενος το πρόγραμμα Πέδρο Παν, μέριμνα του οποίου ήταν η μεταφορά παιδιών εκτός Κούβας (σύνολο 14.000 παιδιά).

Ο Εδουάρντο έζησε με τη θεία του στη Φλώριδα, μέχρι που κατάφεραν να μεταναστεύσουν και οι γονείς του, οπότε μετακόμισαν οικογενειακώς στην Καλιφόρνια, όπου και δημιούργησαν μια πολύ σεβαστή περιουσία. Άρχισε την καριέρα του ως ηθοποιός στα 17 του, χωρίς ωστόσο ιδιαίτερες διακρίσεις. Στην πορεία παρακολούθησε τα εργαστήρια της σπουδαίας Μαρία Αϊρίν Φόρνες και άρχισε να γράφει. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 οι κριτικοί που παρακολουθούσαν τη δουλειά του άρχισαν να μιλούν για τη νέα γενιά των Λατίνο δραματικών συγγραφέων.

Ο Ματσάντο θεωρείται ο πρώτος Λατίνος του οποίου η θεματολογία αφορά και την υψηλή κοινωνία. Και αυτό ενμέρει εξηγεί και το γεγονός ότι δεν ήταν, ούτε είναι, ανάμεσα στις πρώτες προτιμήσεις των ισπανόφωνων θεάτρων στην Αμερική, τα οποία ακόμη επιμένουν να ψάχνουν πιο «λαϊκά» θέματα που έχουν να κάνουν με την εργατική τάξη, την εκμετάλλευση των παράνομων μεταναστών κ.λπ.

Η πατρίδα

Όπως συμβαίνει σε πολλούς άλλους Κουβανούς εμιγκρέδες, έτσι και στο έργο του Ματσάντο πρωταγωνιστεί η πατρίδα, η οποία παίρνει μυθικές διαστάσεις, ίσως γιατί για πολλά χρόνια η οποιαδήποτε σκέψη επιστροφής θεωρούνταν αδύνατη, έως κα προδοτική. Κι όταν κάποια στιγμή, στα πενήντα του χρόνια, ο Ματσάντο αποφασίζει να επιστρέψει ως επισκέπτης στην Αβάνα, το πρώτο πράγμα που νιώθει είναι αποστροφή. Θα του πάρει χρόνο να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα και να δει πιο νηφάλια όλες τις πτυχές του θέματος και παράλληλα να διαχειριστεί και τα συναισθήματά του απέναντι στην πατρίδα του.

Το έργο

Η μαγείρισσα (The Cook, στα αγγλικά, στα ελληνικά κυκλοφόρησε με τον ισπανικό τίτλο, La cocinera), είναι μια γλυκόπικρη «βουλεβαρδιέρικη» ιστορία βγαλμένη μέσα από τα σπλάχνα της κουβανικής ζωής. Αυτό που εκτυλίσσεται στις τέσσερις δεκαετίες που διαρκεί, είναι περίπου αυτό που συναντούμε και σε άλλα έργα του συγγραφέα: οι επιπτώσεις που έχει στο άτομο μια μεγάλη ταραχή, όπως μια επανάσταση.

Εδώ, στο επίκεντρο, είναι ο μελαγχολικός ηρωισμός της μαγείρισσας Γκλάντις που τηρεί την υπόσχεσή της να παραδώσει στα πλούσια αφεντικά της το σπίτι τους μόλις επιστρέψουν από την αυτοεξορία τους που αρχίζει το 1958, όταν ο Κάστρο μπαίνει στην Αβάνα.

Ο Κάρλος, πρώην σωφέρ της πλούσιας οικογένειας και νυν σύζυγος της Γκλάντις, με την επανάσταση ξαφνικά αναβαθμίζεται, παίρνει οφίτσια και συνάπτει εξωσυζυγική σχέση, από την οποία αποκτά παιδί, το οποίο κουβαλά με το έτσι θέλω στο σπίτι για να το μεγαλώσει η νόμιμη γυναίκα του.

Στο στόρι μπαίνει σφήνα και ο ανιψιός της Γκλάντις, ένας νέος που κάποτε ήθελε να γίνει σχεδιαστής μόδας, και που τώρα τον απειλεί ο άντρας της ότι θα τον καταδώσει στις αρχές ένεκα της ομοφυλοφιλίας του.

Η ιστορία τελειώνει το 1997, όταν η κόρη της πλούσιας ιδιοκτήτριας επιστρέφει από την Αμερική για να δει τι απέγινε το σπίτι των γονιών της. Ο συγγραφέας εκμεταλλεύεται αυτή την επίσκεψη ώστε να κάνει ένα βιαστικό ζουμ στα γεγονότα που διαμεσολάβησαν, να δείξει την εξαθλίωση της Κούβας και παράλληλα να κάνει συγκρίσεις και πολιτικά σχόλια. Κλασικό εθνίκ μπουλβάρ. Με προβλήματα.

cocinera_gal4

Συγγραφικά προβλήματα

Όπως οι χαρακτήρες περνούν γρήγορα από τη μία δεκαετία στην άλλη, έχεις την αίσθηση πιο πολύ της τηλεοπτικής παρά της θεατρικής σύλληψης. Βρίσκεσαι μπροστά σε μια παρέλαση από αντιπροσωπευτικούς τύπους, τους οποίους ο Ματσάντο χρησιμοποιεί για να μας γνωρίσει, ενίοτε ξεκάρφωτα και βιαστικά, τις απόψεις του. Το πιο ισχνό πορτρέτο, θα έλεγα σχεδόν ατυχές, είναι της κόρης της ιδιοκτήτριας. Ένα πλάσμα τόσο στενόμυαλο και ανίκανο να καταλάβει πράγματα, που διερωτώμαι γιατί το επελεξε νο συγγραφέας να κλείσει το έργο. Απόδειξη ότι η σκηνή όπου πρωταγωνιστεί είναι η πιο ισχνή, σχεδόν παρείσακτη. Μια μουντζούρα. Και δεν είναι μόνο αυτό.

Το έργο δεν έχει το χιούμορ που έχουν τα άλλα. Ούτε η εξέλιξη αναδεικνύει τους χαρακτήρες, τα πραγματικά τους συναισθήματα. Και να σκεφτεί κανείς ότι προηγήθηκαν καμιά δωδεκαριά έργα, όπου ο Ματσάντο καταπιάνεται με Κουβανούς που ζουν στην Κούβα, με εμιγκρέδες Κουβανούς, με Κουβανο-Αμερικανούς που ζουν στην Κούβα κ.ο.κ.

Απαντώντας στην κριτική, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι τα έργα του δεν έχουν να κάνουν με τις ιστορίες αυτές καθεαυτές, αλλά με αυτά που ανταλλάσσουν οι χαρακτήρες. Σεβαστό. Μόνο που σε κανένα πλάσμα του δεν δίνει τον χρόνο να μας πείσει. Μόνο η μαγείρισσα έχει αρκετό χρόνο ώστε να φανεί κάπως ο πλούτος του λόγου που χαρακτηρίζει και τα άλλα έργα του.

Επίσης, θεωρώ πως ο τρόπος που διαχειρίζεται τα κοινωνικά και πολιτικά θέματα που θέτει είναι αρκετά πεζός, ενώ το έργο ζητά κάτι άλλο, πιο φευγάτο. Απουσιάζει ο λυρισμός, εκείνη η μουσικότητα και ρυθμικότητα που τον έκαναν γνωστό.

Η παράσταση

Ως προς την παράσταση, τοποθετούμαι αμέσως: δεν με συγκίνησε, δεν με άγγιξε. Έχω εικόνα της Κούβας του Κάστρο. Πήγα. Και αυτό που είδα στη σκηνή δεν μου είπε απολύτως τίποτα. Δεν μου θύμισε τίποτα. Και γι’ αυτό φταίει εν πολλοίς η σκηνοθεσία του Λεωνίδα Παπαδόπουλου, ο οποίος περιορίστηκε σε μια εύκολη, τηλεοπτικού τύπου διαχείριση, χωρίς ίχνος φαντασίας. Μια σκηνοθεσία η οποία με το «καλημέρα» άφησε την ψυχή της να πέσει στο δάπεδο.

Όσο δε για τη διδασκαλία των ρόλων, βρήκα πιο αδύνατη την Αλεξάνδρα Παλαιολόγου στο σύνθετο ρόλο της μαγείρισσας. Ένας ρόλος που ζητεί κάτι ανθρώπινο και συνάμα ειρωνικό. Αισθησιακό αλλά και σοβαρό, δυνατό αλλά κατά βάθος εύθραυστο, όμορφο αλλά και τσαλακωμένο. Η απάντηση της ηθοποιού σε αυτά ήταν ένα παίξιμο αυτάρεσκο, εκτός τόπου και χρόνου. Δεν μπορείς να παίξεις καλά εάν πιο πολύ νοιάζεσαι για τον εαυτό σου και το λουκ σου παρά για το τσαλακωμένο προσωπείο του χαρακτήρα.

Ο Μπάμπης Χατζιδάκης είχε ορισμένες στιγμές δυνατές (που θύμιζαν Θέατρο Τέχνης), αλλά γενικά το παίξιμό του ήταν τυποποιημένο, συμβατικό και εντέλει αδιάφορο. Τα ερμηνευτικά ευρήματά που επιστράτευσε για να υπηρετήσει την αλληλοδιαδοχή σκηνών και συναισθημάτων δεν ευτύχησαν. Τονίζοντας φορτικά το μπρουτάλ του τύπου και στονάροντας την εκφορά της ατάκας, θεώρησε ότι αυτό ήταν. Εμ, δε.

Ο Μίλτος Σαμαράς ψεύτικος στην πρώτη σκηνή, με ένα χαμόγελο πλαστικό κολλημένο στα χείλη, ανέβηκε κάπως στις επόμενες όταν άρχισε το δράμα να τον καταβροχθίζει. Εκεί κάπως προσπάθησε να ζωγραφίσει τον τύπο με κάποια αμυδρά περιγράμματα. Ως εκεί. Η Δώρα Θωμοπούλου είναι ικανή για πιο γεμάτα πράγματα. Εδώ χρεώθηκε έναν εντελώς άχαρο ρόλο που δεν είχε πού να τον πάει (μιλώ πιο πολύ για τον ρόλο της κόρης). Η Μαρία Δερεμπέ, ένα πολύ όμορφο πλάσμα, κλειδώθηκε σ’ ένα μονοδιάστατο υποκριτικό μόρφωμα και χάθηκε.

Το σκηνικό αόρατο. Καμιά ατμόσφαιρα, ούτε των 50s ούτε των 90s. Τα μουσικά ακούσματα, κουβανικά αλλά αδιάφορα. Ούτε πήραν ούτε έδωσαν.

Συμπέρασμα: μια παράσταση που δεν ήξερε ακριβώς το λόγο ύπαρξής της.

cocinera_gal5

*Η παράσταση παρουσιάστηκε την Πέμπτη 2 και την Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017 στο Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς «Μελίνα Μερκούρη»

Την παράσταση σκηνοθέτησε ο Λεωνίδας Παπαδόπουλος με την Αλεξάνδρα Παλαιολόγου στον ομώνυμο ρόλο.

Παίζουν οι: Αλεξάνδρα Παλαιολόγου, Μπάμπης Χατζηδάκης, Δώρα Θωμοπούλου, Μίλτος Σαμαράς, Μαρία Δερεμπέ

Συντελεστές:

  • Μετάφραση, προσαρμογή: Μαργαρίτα Δαλαμάγκα-Καλογήρου
  • Σκηνοθεσία, επιμέλεια μουσικής: Λεωνίδας Παπαδόπουλος
  • Σκηνογραφία: Όλγα Ντέντα
  • Ενδυματολογική Επιμέλεια: Αλέξης Φούκος
  • Βοηθός Ενδυματολόγου: Αλεξία Μπελογιάννη
  • Χορογραφίες: Στέφανος Χατζηγεωργίου, Quickstep
  • Video: Νικήτας Χάσκας

 

Shares

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ