Ρετζίκι: Ο παράδεισος στη βόρεια άκρη της πόλης

2
4653

Λέξεις-εικόνες: Βασίλης Μέλφος, Επίκουρος Καθηγητής Γεωλογίας ΑΠΘ

Το Ρετζίκι αποτελεί μία τις ελάχιστες περιπτώσεις που η παλιά τούρκικη ονομασία παραμένει ακόμη ζωντανή στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης. Μία άλλη που μου έρχεται στο μυαλό είναι το Μπαξέ Τσιφλίκι που διασώζεται όμως λόγω του ομώνυμου τραγουδιού του Τσιτσάνη. Το Ρετζίκι αποτελεί την δημοτική ενότητα Πεύκων του νέου διευρυμένου Δήμου Νεάπολης-Συκεών και βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης, από την οποία χωρίζεται με το Σέιχ-Σου. Φυσικό όριο αποτελεί ο ποταμός Ξηροπόταμος που πηγάζει από την Εξοχή Ασβεστοχωρίου (Σχ. 1). Κατά τον Μιχαήλ Χατζή Ιωάννου, στην Αστυγραφία Θεσσαλονίκης το 1880, η περιοχή αναφέρεται ως Ρουντζούκι «κείμενην μία σχεδόν ώρα βορειανατολικώς της Θεσσαλονίκης».

Σχ. 1. Το Ρετζίκι (Retsina-Retsiki) στο βορειοανατολικό τμήμα του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης, από λεπτομέρεια στον χάρτη Umgebungkarte von Saloniki, 1:20.000, περίπου το 1940 (Δημητριάδης 2008 – Αρχείο Άγγελου Παπαϊώαννου).

Η λέξη Ρετζίκι προέρχεται από την παράφραση της παλαιοτουρκικής λέξης Örencik ή Urendjick που σημαίνει μικρός παράδεισος, ενώ κάποιοι την ερμηνεύουν και ως ερείπια. Η κατάληξη –djick είναι τούρκικη και μπαίνει στα υποκοριστικά δείχνοντας το μικρό μέγεθος. Η γαλλική παράφραση της ίδιας λέξης είναι Eurumedjeeck. Ανατρέχοντας στους παλιούς χάρτες της Θεσσαλονίκης και στους περιηγητές του 19ου και 20ου αιώνα εντοπίζονται πολλές εκδοχές του ιδίου ονόματος, ανάλογα πώς αντιλαμβανόταν ο κάθε χαρτογράφος ή συγγραφέας το περίεργο αυτό όνομα. Έτσι μερικές από τις πολλές ονομασίες που βρίσκουμε είναι Ουρουμδζίκ το 1839 (Αντριάνο Βάλβι), Erunjuk το 1854, Ρουντσούκιο και Ουροντσούκιο το 1880 (Μιχαήλ Χατζή Ιωάννου), Orentzik το 1903, Ρουντζίκιο το 1905, Ουραντζίκ το 1913, Orendzik το 1914, Urendjick το 1924 και 1929, Ρετζίκι και Τζέκη το 1927, Ρενδζίκ και Ρετζίνα το 1928, Retsina (Retsiki) το 1940, Ρετζίκιον το 1955. Εντύπωση προκαλεί η ονομασία Τζέκη του 1927 (Σχ. 2) που αποδίδεται στον δραστήριο έμπορο της Θεσσαλονίκης Τζέκη Άμποτ που στιγμάτισε την ιστορία του Ρετζικίου και για τον οποίο θα ασχοληθούμε παρακάτω.

Σχ. 2. Το Ρετζίκι με την επωνυμία Tzeki σε λεπτομέρεια από χάρτη του 1927 του Γ’ Σώματος Στρατού, «Χάρτης Θεσσαλονίκης», 1:20.000 (Δημητριάδης 2008 – Αρχείο Άγγελου Παπαϊώαννου).

Καθώς η απόσταση μέχρι τα τείχη της Θεσσαλονίκης ήταν μόλις 7 χλμ., το Ρετζίκι λειτουργούσε πάντοτε επικουρικά στη μεγάλη πόλη από την ίδρυσή της το 316 π.Χ., προσφέροντας όλους τους θησαυρούς του για την εξυπηρέτηση των αναγκών και την ευημερία των Θεσσαλονικέων. Όμως προξένησε το ενδιαφέρον κάποιων περιηγητών και ιστορικών που επισκέφθηκαν την περιοχή και οι οποίοι αναφέρονται με πολύ εγκωμιαστικούς σχολιασμούς και χαρακτηρισμούς. Η ιστορία του Ρετζικίου μοιάζει σαν μύθος και προβάλλει ένα σημαντικό μέρος από την ζωή στην παλιά Θεσσαλονίκη, του 18ου και 19ου αι., όπως την είχαν διαμορφώσει οι επιδράσεις των Ευρωπαίων. Ήταν μία εκμοντερνισμένη πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που όμως διατηρούσε την χριστιανική ορθόδοξη ταυτότητά της, ενώ παράλληλα το εβραϊκό στοιχείο έπαιζε σημαντικό ρόλο στην οικονομία, με αποτέλεσμα η Θεσσαλονίκη να χαρακτηρίζεται από μία έντονη πολυπολιτισμική ταυτότητα, κάτι που φυσικά επηρέασε και το Ρετζίκι.

Πηγές νερού και νερόμυλοι

Ιστορικές αναφορές για τη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή περίοδο για το Ρετζίκι δεν υπάρχουν, αλλά οι πηγές που υδροδοτούσαν την Θεσσαλονίκη καθώς και τα ερείπια μίας συστοιχίας βυζαντινών νερομύλων (Σχ. 3) δείχνει ότι υπήρχε μία σημαντική δραστηριότητα που σχετίζεται με την λειτουργία της πόλης της Θεσσαλονίκης.

Σχ. 3. Συστοιχία δύο Βυζαντινών νερομύλων στο Ρετζίκι και μία σύγχρονη κατασκευή στα δεξιά.

Τα πρώτα ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας εντοπίζονται στις πηγές νερού που βρίσκονται στο βορειοανατολικό άκρο του οικισμού, στα όρια με το Ασβεστοχώρι. Από τα αρχαία χρόνια η υδροδότηση της Θεσσαλονίκης γινόταν από το Ρετζίκι, κυρίως από τις «Μεγάλες Πηγές», όπως τις αναφέρουν οι ιστορικοί και οι περιηγητές του 19ου αι., καθώς και από το Χορτιάτη και το Λεμπέτ (Σταυρούπολη). Οι «Μεγάλες Πηγές» στο Ρετζίκι βρίσκονταν σε υψόμετρο 350 μ. στη βάση ενός ογκώδους ασβεστολιθικού εξάρματος, κατά μήκος ενός μεγάλου ρήγματος με διεύθυνση από ΝΑ προς ΒΔ.

Τα παλαιότερα ευρήματα στη θέση των «Μεγάλων Πηγών» χρονολογούνται από τα Ρωμαϊκά χρόνια, τον 2ο -3ο αι. μ.Χ. Ο Χατζή Ιωάννου το 1880 ονομάζει το υδραγωγείο αυτό «Νέο Ύδωρ», ενώ αναφέρεται και ως Jenisu στα τούρκικα. Τα κτίσματα που υπάρχουν σήμερα στην θέση αυτή είναι από το 1918-19 όταν ανακατασκευάστηκαν τα παλαιότερα υπόγεια υδρομαστευτικά κανάλια (Σχ. 4).

Σχ. 4. Είσοδος υπόγειου υδρομαστευτικού καναλιού από το 1918-19 στις «Μεγάλες Πηγές» του Ρετζικίου

Τα νερά συλλέγονταν από τις πηγές και διοχετευόταν σε κτιστά υπόγεια κανάλια ορθογώνιας διατομής, μήκους πολλών μέτρων, σκεπασμένα με πέτρινες πλάκες και επιχρισμένα εσωτερικά με υδραυλικό κονίαμα για να μη διαρρέει το νερό. Πηγάδια και άλλες κατασκευές συμπλήρωναν το σύστημα του υδραγωγείου και των πηγών. Σε μικρή απόσταση υπήρχαν και οι πηγές της Αγίας Τριάδας που παλαιότερα ονομάζονταν Αγία Τετράδα, και οι οποίες τροφοδοτούσαν το υδραγωγείο με σύστημα αγωγών. Τα πελώρια πλατάνια και το Αγίασμα πιστοποιούν την παρουσία άφθονων νερών στο μικρό εξωκκλήσι (Σχ. 5).

Σχ. 5. Το Αγίασμα της Αγίας Τριάδας που παλαιότερα ονομάζονταν Αγία Τετράδα, με τα πελώρια πλατάνια, όπου παλαιότερα υπήρχαν πηγές οι οποίες τροφοδοτούσαν το υδραγωγείο των «Μεγάλων Πηγών» με σύστημα αγωγών.

Το νερό από τις «Μεγάλες Πηγές» διοχετευόταν με κανάλι σε μία συστοιχία από δέκα νερόμυλους που καταλήγουν στο ρέμα Ξηροπόταμος. Ως Vallée des Moulins (Κοιλάδα των Μύλων) αναφέρεται το ρέμα αυτό σε χάρτη του 1924 (Σχ. 6). Λεπτομερή περιγραφή για τους νερόμυλους μας παρέχει η Σιαξαμπάνη-Στεφάνου (2014) και σύμφωνα με την έρευνά της οι περισσότεροι είναι κατασκευασμένοι κατά την Βυζαντινή περίοδο με πολλαπλές μεταγενέστερες επιδιορθώσεις κατά την μεταβυζαντινή περίοδο. Το μυλοτόπι του Ρετζικίου αποτελεί ένα σημαντικό τεχνολογικό επίτευγμα του παρελθόντος και μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, και συνδέεται με το σύνολο των Βυζαντινών νερομύλων που έχουν ανασκαφεί στην Πολίχνη.

Σχ. 6. Ο Ξηροπόταμος με την επωνυμία “Vallée des Moulins” σε χάρτη του 1924 (Λαζαρίδης 1997 – “The Graphic”, από την συλλογή της Βιβλιοθήκης του Α.Π.Θ).

Οι δέκα νερόμυλοι στο Ρετζίκι βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα και χρησιμοποιούσαν το ίδιο νερό από τις πηγές, αποτελώντας έτσι μία μικρογραφία των Ρωμαϊκών νερομύλων του Bargebal στο Arles της Γαλλίας. Οι τρεις πρώτοι διατάσσονται ο ένας μετά τον άλλον αμέσως μετά τις πηγές, σε επικλινές έδαφος, ενώ οι υπόλοιποι βρίσκονται χαμηλότερα. Ο τελευταίος εντοπίζεται πίσω από το εκκλησάκι της Αγ. Κυριακής, επί της οδού Παπανικολάου, προς τον Ξηροπόταμο, και λειτουργούσε μέχρι πρόσφατα.

Στους βυζαντινούς νερόμυλους του Ρετζικίου διακρίνονται η στέρνα με το υδατοστεγές κονίαμα όπου συλλέγονταν το νερό, ο προσαγωγός, ο υδατόπυργος και το εργαστήριο. Σε όλες τις περιπτώσεις η θέση της φτερωτής είναι επιχωμένη και δεν φαίνεται. Δεκάδες κομμάτια από μυλόπετρες βρίσκονται είτε εντοιχισμένα στα τοιχώματα των νερομύλων, προφανώς από τις διάφορες φάσεις συντήρησης και επιδιόρθωσης των κτισμάτων σε παλαιότερες εποχές, είτε διάσπαρτα στην ευρύτερη περιοχή (Σχ. 7). Οι μυλόπετρες είναι χαρακτηριστικές και οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή τους ήταν ηφαιστίτες ή ψαμμίτες, πετρώματα που δεν υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή και άρα εισάγονταν από μακριά (Melfos et al. 2014).

Σχ. 7. Θραύσματα από ηφαιστειακές μυλόπετρες διάσπαρτες στην ευρύτερη περιοχή των νερομύλων στο Ρετζίκι.

Το νερό λοιπόν ξεκινούσε από τις «Μεγάλες Πηγές» και κατηφόριζε μέσω των νερομύλων καθώς και ενός συστήματος αγωγών ή καναλιών, όπου συναντούσε τον Ξηροπόταμο. Με μία υδατογέφυρα η πορεία του νερού συνέχιζε προς την απέναντι πλευρά στο Σέιχ-Σου και κατέληγε στην κινστέρνα των Δώδεκα Αποστόλων. Η υδατογέφυρα ήταν πιθανώς Ρωμαϊκής περιόδου και κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο βομβαρδίστηκε. Σήμερα σώζονται τρία μεγάλα τμήματα πεσμένα μέσα στο ρέμα, καθώς και οι θεμελιώσεις στα πρανή (Σχ. 8). Το ύψος της γέφυρας αυτής πρέπει να ήταν περίπου 10 m, με 2 ή 3 τόξα και πλάτος 2 έως 2,5 m. Ο «δρόμος του νερού» (Σχ. 9) όπως ονομάζονται όλες οι κατασκευές που είχαν σχέση με το νερό (υδροδότηση, χαμάμ κλπ), άλλαξε πορεία μετά από την καταστροφή της υδατογέφυρας και οι εγκαταστάσεις βελτιώθηκαν το 1919.

Σχ. 8. Δύο μεγάλα τμήματα της υδατογέφυρας, πιθανώς Ρωμαϊκής κατασκευής, πεσμένα μέσα στον Ξηροπόταμο, μετά τον βομβαρδισμό κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο.
Σχ. 9. Ο «δρόμος του νερού» στο Ρετζίκι όπου διακρίνονται οι κατασκευές που είχαν σχέση με την υδροδότηση της Θεσσαλονίκης και του Ρετζικίου καθώς και με τα χαμάμ (Papacharalampou et al. 2012).

Ευρωπαίοι έμποροι και πρόξενοι

Ήδη από τον 17ο και κυρίως κατά τον 18ο αιώνα, λόγω του μοναδικού φυσικού περιβάλλοντος και του ιδιαίτερου κλίματος, Ευρωπαίοι πρόξενοι και έμποροι της Θεσσαλονίκης είχαν τις εξοχικές τους κατοικίες κατά μήκος της πανέμορφης κοιλάδας του Ρετζικίου. Είχε δημιουργηθεί λοιπόν μία παροικία, λίγα χιλιόμετρα έξω από την περιτειχισμένη Θεσσαλονίκη, με όμορφες επαύλεις με κήπους μέσα στην πλούσια βλάστηση ανάμεσα στις βελανιδιές και τα πλατάνια.

Η ζωή στον οικισμό αυτό ήταν φανταστική και είχε έναν ευρωπαϊκό «αέρα». Κάθε πρωί έμποροι και πρόξενοι αναχωρούσαν κατά ομάδες για τις εργασίες τους στη Θεσσαλονίκη, για να επιστρέψουν το βράδυ στις επαύλεις τους, όπου συγκεντρωνόταν για να διασκεδάσουν και να συζητήσουν ή να κλείσουν εμπορικές συμφωνίες. Άλλες φορές οργάνωναν εκδρομές και εξορμήσεις στις γύρω περιοχές. Οι εκδηλώσεις αυτές ένωναν τους ανθρώπους, παρά τις εθνικές έριδες ή τα οικονομικά συμφέροντα που τους χώριζαν.

Η πρώτη αναφορά ότι ζούσαν εκεί οι ευρωπαίοι, extra muros (εκτός των τειχών), γίνεται από τον Γάλλο ελληνιστή περιηγητή Pierre Augustin Guys το 1778 που επισκέφθηκε την Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο της περιοδείας του στην Ανατολή. Σε επιστολή του στις 12 Απριλίου 1778 κάνει αναφορά στο δείπνο που του παρέθεσε ο κ. Abeille στην εξοχική του κατοικία στο Ρετζίκι (Γρηγορίου και Χεκίμογλου 2008). Επίσης οι Άγγλοι περιηγητές Robert Walpole το 1801 και Henry Holland το 1812-13 καθώς και ο Γάλλος πρόξενος Cousinery περιγράφουν την ζωή στην παροικία των προξένων, η οποία υπήρχε ακόμη σε άνθηση και μέχρι τα τέλη του 18ου αι. Το Ρετζίκι αναφέρεται ως θερινή κατοικία των Ευρωπαίων και στο βιβλίο του περίφημου Γάλλου γεωγράφου Ανδριανού Βαλβί μεταφρασμένο στη Βιέννη το 1839 από τον Λαρισαίο Κωνσταντίνο Κούμα. Τον 19ο αιώνα ο Γερμανός γεωγράφος Leonhard Sigmund Schultze από την Jena σημειώνει ότι στην περιοχή κατείχαν θερινή κατοικία οι Πρόξενοι της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Βενετίας, της Νάπολης, της Ραγούζας, της Ολλανδίας, της Δανίας και της Σουηδίας.

Το Ρετζίκι κατά τον 20ο αι.

Την ίδια περίοδο, στις αρχές του 20ου αι. το Ρετζίκι άρχισε να γίνεται γνωστότερο. Μετά από τους Frères, την δεκαετία του 1950, εγκαταστάθηκαν εδώ οι καθολικές «Μοναχές του Ελέους» του Τάγματος του Αγίου Βικεντίου, στον πύργο των Καλογραιών όπως είναι γνωστό, εκεί που προϋπήρχε το κτήμα Αλλατίνι. Επίσης, όπως προκύπτει από Οθωμανικούς τίτλους, το 1900 νοικιαζόταν στην ευρύτερη περιοχή χωράφια για καλλιέργεια έναντι λίγων «παράδων» (Νίγδελης 1997).

Από το 1909 άρχισαν να επισκέπτονται το Ρετζίκι εννέα οικογένειες Βλάχων κτηνοτρόφων από το Μεγάλα Λιβάδια του Πάικου και να χρησιμοποιούν τις γύρω εκτάσεις ως χειμαδιά για τα ζώα τους. Το 1922 οι κτηνοτρόφοι αυτοί εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Ρετζίκι, κατοχυρώνοντας δικαιώματα για τις εκτάσεις όπου έβοσκαν τα ζώα τους. Λίγο αργότερα, το 1926, 61 οικογένειες προσφύγων, οι 56 από τη Μικρά Ασία και οι 5 από την Ανατολική Θράκη, βρήκαν μόνιμο κατάλυμα στο Ρετζίκι, που περιγράφεται ως αληθινό μωσαϊκό προσφυγικών οικογενειών.

Σχ. 20. Η υψικάμινος της ασβεστοποιίας «Κρίνος» που σταμάτησε να λειτουργεί εδώ και πολλά χρόνια.

Ταυτόχρονα ξεκίνησε και η λειτουργία των τοπικών λατομείων ασβεστόλιθου που ήδη υπήρχαν από τον 18ο αιώνα στην περιοχή του γειτονικού Ασβεστοχωρίου για την παρασκευή ασβέστη. Τέτοια ανενεργά λατομεία υπάρχουν στο Ρετζίκι, τόσο στα βορειοανατολικά, όσο και στα βόρεια προς το Φίλυρο, με τις εγκαταστάσεις των σπαστήρων παρατημένες και σκουριασμένες. Σε εφημερίδες της Θεσσαλονίκης δημοσιεύονται το 1943 και 1948 διακηρύξεις για την ενοικίαση αυτών των λατομείων που υπογράφονται από τον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας Συκεών (Νίγδελης 1997). Μαζί με τα λατομεία λειτούργησαν και ασβεστοκάμινοι για την παραγωγή ασβέστη που ήταν απαραίτητος στις τεχνικές κατασκευές της Θεσσαλονίκης. Στην περιοχή του Ρετζικίου υπάρχουν δύο εγκαταλελειμμένες ασβεστοποιίες με τους φούρνους, και τις καμίνους να δεσπόζουν και να διακρίνονται από μακριά. Το 1948-50 ξεκίνησε να λειτουργεί η ασβεστοποιία «Πρόοδος» και λίγο μετά ο «Κρίνος» με την υψικάμινο να ατενίζει ακόμη και σήμερα την δυτική Θεσσαλονίκη (Σχ. 20), πολύ κοντά στις «Μεγάλες Πηγές».

Σχ. 21. Σχ. 21 Η οικογένεια Χοντολίδου στην θερινή κατοικία τους στο Ρετζίκι στις αρχές της δεκαετίας 1960 (Αρχείο Εριφύλης και Ελένης Χοντολίδου)

Ήδη από την δεκαετία του 1950 το Ρετζίκι είχε αποκτήσει μία φήμη στους Θεσσαλονικείς ως ένας ιδανικός τόπος θερινών διακοπών. Το πολύ καλό κλίμα, η γειτνίαση με το Σέιχ-Σου καθώς και η κοντινή απόσταση από την Θεσσαλονίκη οδήγησε πολλές οικογένειες στο Ρετζίκι τα καλοκαίρια (Σχ. 21). Για τον λόγο αυτό λειτουργούσαν και κατασκηνώσεις σε ωραία τοποθεσία 14 στρεμμάτων στον χώρο που βρίσκεται σήμερα ο ναός  Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και το Λύκειο Πεύκων.

Σχ. 22. Το σύγχρονο Ρετζίκι, η Δημοτική Ενότητα Πεύκων του Δήμου Νεάπολης-Συκεών.

Με την εγκατάσταση των Βλάχων κτηνοτρόφων και των προσφύγων ιδρύθηκε το 1926 ο συνοικισμός «Ρετζικίου» που ανήκε στην κοινότητα Ασβεστοχωρίου. Στις 13 Μαρτίου 1946 με Βασιλικό Διάταγμα το Ρετζίκι προσαρτήθηκε στην κοινότητα Συκεών που αργότερα το 1955 μετονομάσθηκε σε συνοικισμό «Πεύκων». Μετά από αγώνες, πιέσεις και διαμαρτυρίες των κατοίκων, το 1992 ο συνοικισμός αποσπάστηκε από τον Δήμο Συκεών και αναγνωρίσθηκε σε Κοινότητα Πεύκων και στην συνέχεια λόγω αύξησης του πληθυσμού σε Δήμο Πεύκων. Με την τελευταία διοικητική αναδιάρθρωση του 2010 τα Πεύκα αποτελούν πλέον δημοτική ενότητα του νέου Καλλικρατικού Δήμου Νεάπολης-Συκεών και σήμερα διαμένουν εδώ περισσότεροι από 15.000 κάτοικοι (Σχ. 22). Το κτήμα του Άμποτ χωρίστηκε σε δύο τμήματα βάσει ΦΕΚ του 1998. Σε αυτό που περιλαμβάνει το Κολλέγιο Δελασάλ και σε αυτό που περιλαμβάνει το Δάσος Δελασάλ και τους χώρους αθλητικών εγκαταστάσεων, που ανήκουν πλέον στον Δήμο.

……………………………………………………………………………………………………………….

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον καθηγητή Χημείας του Δελασάλ, Παντελή Πρίντεζη για τις ατελείωτες συζητήσεις, την ανταλλαγή απόψεων και τις αναζητήσεις μέσα στο Δάσος Δελασάλ που μου έμαθε πολλές λεπτομέρειες και γεγονότα σχετικά με την ιστορία του Ρετζικίου. Επίσης σημαντική ήταν και η συμβολή της πρώην Γενικής Διευθύντριας του Δελασάλ κ. Σταυρούλα Κανελλοπούλου που μου εμπιστεύθηκε το πολύτιμο αρχείο του Σχολείου στο οποίο εντόπισα πολλά νέα στοιχεία. Ευχαριστίες επίσης θα ήθελα να εκφράσω στην αρχιτέκτονα Δρ. Χ. Σιαξαμπάνη-Στεφάνου και στην αρχαιολόγο κ. Ευθυμία Ντάφου για τις ενδιαφέρουσες πληροφορίες που μου έδωσαν σχετικά με ιστορικά και αρχαιολογικά θέματα. Στους παλαιούς κατοίκους του Ρετζικίου και ιδιαίτερα στον Αλφόνσο Ακουαρόνε επίσης οφείλω πολλά από τα στοιχεία που παρουσιάζονται εδώ και τους ευχαριστώ ιδιαιτέρως.

Βιβλιογραφία

Colonas V.S. (1983) Nouveaux elements sur l’histoire du batiment de la Banque Ottomane a Thessalonique. Makedonika, 23, 47-64.

Cousinery E.M. (1831). Voyage dans la Macedoine. Paris. v 1.

Georgoudaki E. (1985). Djekis Abbot of Thessaloniki and the Greek Merchant in Herman Melville’s CLAREL. Melville Society Extractx, 64, 1-6.

Gounaris B. (2015). Introduction. In: Gounaris B. (ed), Mines, Olives and Monasteries. Aspects of Halkidiki’s Enviromental History. Published by Epikentro Publishers and PHAROS books, Thessaloniki. 327 p.

Gounaris B. (2016). The Alexei Obrescoff Case: The Levantine Backstage of British Mediation in the Russo-Turkish War (1768-74). The International History Review, 38 (4), 675-693.

Holland H. (1815). Travels in the Ionian Isles, Albania, Thessaly, Macedonia, etc. during the years 1812-1813. London. 312 p.

Melfos V., Papacharalampou C., Voudouris P.Ch., Kaiafa A. and Voudouris K. (2014). Raw materials used for the millstones production in ancient Greece: Examples from Macedonia and Thrace. In the Proceedings of the 4th IWA Regional Symposium on Water, Wastewater and Environment: Traditions and Culture, Eds: Kalavrouziotis I.K. and Angelakis A.N. (22-24 March 2014, Patras, Greece), 773-783.

Papacharalampou C., Melfos V., Voudouris K. (2012). Water supply and related constructions since antiquity in Retziki (Pefka) of Thessaloniki, Northern Greece. In the Proceedings of the 3rd IWA Specialized Conference on Water and Wastewater Technologies in Ancient Civilizations. Eds: Koyuncu I. et al. (Istanbul, Turkey, 22-24 March 2012), 154-163.

Schultze Leonhard Sigmund Jena (1927). Macedonien. Landschafts und Kulturbilder. 221 p.

Souvenir (1988). ΔΕΛΑΣΑΛ. 100 χρόνια στην εκπαίδευση της Θεσσαλονίκης. Περιοδική Έκδοση του Ελληνογαλλικού Κολλεγίου Δελασάλ. 80 σελ.

Vacalopoulos C.A. (1972). Contribution à l’historie de la colonie Européenne de Thessalonique vers la fin du XVIIIe siècle. ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ, ΙΒ΄, 183-200.

Valvi A. (1839). Γεωγραφία. Μτφρ Κ. Κούμα, Βιέννη.

Walpole R. (1818). Memoirs relating to European and asiatic Turkey and other countries of the East. 2nd edition. London. 273 p.

Αναστασιάδου Μ. (1994). Οι δυτικοί της περιοχής. Στο βιβλίο: «Θεσσαλονίκη 1850-1918. Η πόλη των Εβραίων και η αφύπνιση των Βαλκανίων». Εκδόσεις Εκάτη. 159-161.

Ασδραχάς Σ.Ι. (1996). Η Θεσσαλονίκη του 18ου αι. Τα πριν και τα μετά. Η φωνή των εικόνων. Εκδόσεις Θεμέλιο/Εικόνα. Αθήνα. 174 σελ.

Βακαλόπουλος Α.Ε. (1982). Ιστορικά στοιχεία για την οικογένεια Abbott της Θεσσαλονίκης στο έργο «Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι». Μακεδονικά, 22, 214-221.

Βελένης Γ. (2005). Κρήνες και Φιάλες της Θεσσαλονίκης. Ταυτίσεις φωτογραφιών. Θεσσαλονικέων Πόλις, Παράρτημα Τεύχους 17, 56 σελ.

Γεωργουδάκη Α. (2002). Σχόλια του Αμερικάνου συγγραφέα Χέρμαν Μέλβιλ για τη Θεσσαλονίκη στο ταξιδιωτικό του Ημερολόγιο 1856-57. Θεσσαλονικέων Πόλις, 9, 77-90.

Γκαλά-Γεωργιλά Ε. (2015). Δρόμοι του νερού και οργάνωση του χώρου στη Θεσσαλονίκη κατά τη Μέση και Ύστερη Βυζαντινή περίοδο. Διδακτορική διατριβή, Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών, Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη, Τόμος Α, 286 σελ.

Γρηγορίου Α.Χ. και Χεκίμογλου Ε.Α. (2008). Η Θεσσαλονίκη των περιηγητών 1430-1930. Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών. Εκδόσεις Μίλητος, 243 σελ.

Δεμερτζής Σ. (2008). Θεσσαλονίκης δια χαρτών ενθύμησις. Στο βιβλίο: Θεσσαλονίκης ανάδειξις – Χαρτών αναμνήσεις, ΕΚΕΠΠ-ΕΚΕΧΧΑΚ, 51-70.

Δημητριάδης Β. (2008). Χάρτες για τη Θεσσαλονίκη της οθωμανικής εποχής και Χάρτες με στοιχεία για την Οθωμανική Θεσσαλονίκη. Στο βιβλίο: Θεσσαλονίκης ανάδειξις – Χαρτών αναμνήσεις, ΕΚΕΠΠ-ΕΚΕΧΧΑΚ, 117-134.

Λαζαρίδης Σ. (1997). Από το Βαρδάρι ως το Δερβένι. Ιστορική καταγραφή μέχρι το 1920. Μελέτη. Εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 218 σελ.

Μαραβελάκης Μ. και Βακαλοπουλος Α. (1993). Οι προσφυγικές εγκαταστάσεις στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 530 σελ.

Μέγας Γ. και Ανδριωτάκης Μ. (2004). Θεσσαλονίκη 1896. Η χρονιά των Ολυμπιακών αγώνων. Εκδόσεις Ζήτρος, Δήμος Θεσσαλονίκης/Αντιδημαρχία Πολιτισμού, Φίλοι του Κέντρου Ιστορίας Θεσσαλονίκης, 209 σελ.

Μέλφος Β. (2013). Ο δρόμος του νερού στο Ρετζίκι. Περιοδικό: Για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, ΠΕΕΚΠΕ Κεντρικής Μακεδονίας, Τεύχος 3 (48), 6 σελ.

Μέλφος Β. και Πρίντεζης Π. (2006). Η μαγευτική ιστορία του Βοτανικού Κήπου Δελασάλ στο Ρετζίκι. Εφημερίδα ΧΟΡΤΙΑΤΗΣ 570 (http://www.hortiatis570.gr/tributes/item/94-botanikos-kypos-sto-delasal).

Μεταλλινού (π. Τσιώμου) Α. (1940). Παλαιά Θεσσαλονίκη-Εικονογραφημένη Θεσσαλονίκη.

Νίγδελης Κ. (1997). Συκιές η εκτός των Τειχών Άνω Πόλη. Δήμος Συκεών, Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού Αθλητισμού Τουρισμού Συκεών. 304 σελ.

Νίγδελης Κ. (2016). Δήμος Νεάπολης-Συκεών. Ο μεγάλος Καλλικρατικός Δήμος. Δήμος Νεάπολης-Συκεών, Κοινωφελής Επιχείρηση Υπηρεσιών Νεάπολης-Συκεών. 374 σελ.

Παπασωτηρίου Α. (2012). Οθωμανικό λουτρό στα Πεύκα. Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία. Π.Μ.Σ. Προστασία, Αποκατάσταση και Συντήρηση Μνημείων Πολιτισμού, Α.Π.Θ., 113 σελ.

Πρίντεζης Π. (2003). Τέλος του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. ΔΕΛΑΣΑΛ – Ιστορικό, 8 σελ.

Ρούσσος-Μηλιδώνης Μ. (2002). Ιωάννης-Βαπτιστής Δελασάλ-Πρόταση Αγωγής Νέων. Επιμέλεια Fr. Μ. Καπέλλας. Έκδοση «Οι Αδελφοί των Χριστιανικών Σχολών ΔΕΛΑΣΑΛ». Πειραιάς, 207 σελ.

Σαββαΐδης Π. (2008). Θεσσαλονίκης ανάδειξις – Χαρτών αναμνήσεις. Στο βιβλίο: Θεσσαλονίκης ανάδειξις – Χαρτών αναμνήσεις, ΕΚΕΠΠ-ΕΚΕΧΧΑΚ, 19-50.

Σαμπανοπούλου (2007). Δίκτυο αρχαιολογικών χώρων και μνημείων Κεντρικής Μακεδονίας (Νομοί Θεσσαλονίκης-Κιλκίς-Πιερίας). Πρόσωπο και χαρακτήρες. Υπουργείο Πολιτισμού – Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης. Εποπτεία-συντονισμός: Χ. Μπακιρτζής. Τετράδια Αρχαιολογίας, 5, 650 σελ.

Σιαξαμπάνη-Στεφάνου Χ. (2014). Νερόμυλοι βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων στην πέριξ της Θεσσαλονίκης περιοχή. Διδακτορική διατριβή, Τμήμα Αρχιτεκτόνων, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 360 σελ.

Ταμιωλάκης Γ. (1985). Η ιστορία της ύδρευσης της Θεσσαλονίκης. University Studio Press. Θεσσαλονίκη, 164 σελ.

Χαραλάμπους Μ. (2001). Η Μυστική Ιστορία της Θεσσαλονίκης. Εκδόσεις Αρχέτυπο. Θεσσαλονίκη.

Χατζή Ιωάννου Μ. (1880). Αστυγραφία Θεσσαλονίκης ήτοι Τοπογραφική περιγραφή της Θεσσαλονίκης. Β΄ Έκδοση φωτοτυπημένη (1976). Εκδόσεις Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη, 116 σελ.

Χεκίμογλου Ε. (2004). Η ιστορία της επιχειρηματικότητας στη Θεσσαλονίκη: Οθωμανική περίοδος. Στο πολύτομο έργο Ιστορία της Επιχειρηματικότητας στη Θεσσαλονίκη, Γενική Επιμέλεια Παπαστάθης Χ. και Χεκίμογλου Ε., 2ος τόμος, 391 σελ.

Χοντολίδου Ε. (2014). Βουνό ή θάλασσα; – «Δύσκολη εποχή το καλοκαίρι». Εντευκτήριο (http://entefktirio.blogspot.gr/2014/08/blog-post_11.html).

 

Ηλεκτρονικές πηγές

http://1914-1918.invisionzone.com/forums/topic/26737-salonika-hospitals/?page=2 (είσοδος στις 26/9/2017)

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Όταν ο Γεωλόγος μετουσιώνει με τον λόγο του τη γής,
    σε χώρο αναλογίας με τις ομορφιές του παραδείσου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ