Είκοσι σπαράγματα για μια απώλεια που δεν…
Τρεις γνώμες για το νέο βιβλίο «Είκοσι» του Παντελή Μπουκάλα
Τρεις γνώμες από τον Βασίλη Παυλίδη, τον Χρήστο Ράμμο και τον Γιώργο Τούλα για το νέο βιβλίο «Είκοσι» του Παντελή Μπουκάλα.
Βασίλης Παυλίδης
Δεν ξέρω αν το έχω πάθει ξανά αυτό με βιβλίο. Δεν ξέρω αν κάνω καλά που γράφω αυτά τα λίγα λόγια και μάλιστα εν θερμώ. Δεν ξέρω πώς κατάφερε ο Παντελής Μπουκάλας, ο σπάνιος και τόσο σπουδαίος για τα ελληνικά γράμματα ποιητής και όχι μόνο, να το γράψει. Δίκαιο θα ήταν να έλειπε η αιτία ύπαρξης του βίβλου, να έλειπαν τα ποιήματα, να έλειπαν και τα δικά μας λόγια. Αφού άντεξε να το γράψει και αφού αποφάσισε να το δημοσιεύσει, ως χρέος ένιωσα να το διαβάσω. Να το διαβάσετε, να το αντέξετε, να το νιώσετε, να τον νιώσετε. 15. ΛΕΩ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΩ. Να πω πως ήταν όνειρο κακό πανάθλιος εφιάλτης πάει σκόρπισε στο φως Και να σε δω στρωμένο στο κομπιούτερ, τη μια η εργασία σου γηπεδικά συνθήματα συλλογή και ταξινόμηση την άλλη να σκοράρεις ακατάσχετα στα εικονικά σου πρωταθλήματα κι ανάμεσα η ενημέρωση πορείες καταλήψεις παρτάκια και μπιρίτσες και βέβαια (το ξανάπα;) ποιος έρχεται ποιος φεύγει απ’ την ομάδα ποιος τραυματίστηκε και –γελάγαμε με τις πηγαίες ελληνικούρες– ποιος αιλούρος ξεφυτρώνει στα τσικό ποια κυριακάτικη απέκρουση η καλύτερη Πριν καν νιφτώ, «έλα να δείς τα δέκα καλύτερα του Ρονάλντο ρε φάδερ – ποιος Κριστιάνο τώρα άλλο το θέαμα άλλο το θέατρο» Ποτέ δεν σε προλάβαινα. Τα νέα που σου έλεγα τά ’ξερες μέρες πριν – δεν άντεχες, με ψιλοδούλευες: Αργείς γεράκο μου αργείς Σκουριάσαν οι βιδούλες στη μεσούλα σου; Και στο κομπιούτερ με δασκάλευες Όταν βεβαίως σ’ το επέτρεπε η βιασύνη σου Μήνες παρακαλούσα ποιοι μήνες – χρόνια πες μου αστεράκι μου πώς μετατρέπω σε γουόρντ το σύστημά του το παμπάλαιο που με βολεύει και δεν λέω να τ’ αρνηθώ Τίποτα εσύ Πού να σου εξηγώ Ώσπου εδέησες μια μέρα Δυο κινήσεις όλες κι όλες άντε τρεις Και μου τις έμαθες Με τη βαριεστημένη σου την τρυφερότητα προς κολλημένους αδαείς Ένα δεν μού ’μαθες Δεν με ετοίμασες. Τι κάνω τώρα πες μου αστέρι μου με το «Ανώνυμο» τετραγωνάκι που δεν ξέρω πώς μόνο το πότε ξέρω τότε πεισμάτωσε κλειδώθηκε κι όλο να το πατάω κι όλο να επιμένει «Απρόσμενο τέλος φακέλου» Δεν το πετάω στα απορρίμματα Λέω ίσως κάποια χαράματα με λυπηθείς ίσως το χέρι τρυφερά μου δασκαλέψεις και μου δείξεις το κλειδί Δεν μπορεί Δεν μπορεί να μ’ αφήσεις αγράμματο Και τώρα λέω να σηκωθώ. Να ξαναπάμε απ’ την αρχή την τρυφερή λογομαχία μας «Θα βγείς;» «Ε τί… Μεσολογγίτες δίχως έξοδο δεν πάει, Μεσολόγιέ μου. Πάει;» «Άσ’ τα τα πονηρά. Τι ώρα θα γυρίσεις;» «Αργάμισι Και βγάλε την ομοιοκαταληξία απ’ το μυαλό σου». Και μ’ έζωναν φίδια σωστά οι δείχτες ώσπου ν’ ακούσω μέσα στον σκυλίσιο ύπνο μου τον ήχο του μωρού σου κι ύστερα το κλειδί στην πόρτα. Και κάθε που γυρνούσες, γυρνούσα εγώ πλευρό κι άρχιζα πάλι να χλευάζω τον καθεβραδινό μου πανικό και να τον σιχτιρίζω Λέω να σηκωθώ. Ν’ ακούω τον καλπασμό σου κατεβαίνοντας τις σκάλες και τ’ αστραπόβροντα ανεβαίνοντας – αυτόν τον καλπασμό που μάταια τον περίμενε η Ιρμούλα στημένη ανάμεσα εξώπορτα και σκάλα απ’ τη στιγμή που το ξυράφι του μετά έκοψε στα δυο τον κόσμο όλο κι όλη της η ψυχούλα τανυσμένη να μυρίσει τον ίσκιο σου ώσπου κατάλαβε και κρύφτηκε μέσα της ήρθε σε βρήκε, κι ο Θρυλέων έπειτα, το πουλάκι μας, μαζί του δώσαμε το όνομα – «θέλει και ρώτημα ρε φάδερ;» Πρώτη φορά και τελευταία που φτερούγισε ήταν για να σε βρει Τον κήδεψα στο χώμα της ροδιάς Θυμάσαι Δεν γίνεται να μη θυμάσαι. Σε θυμάται η ροδιά Α και να πεταχτούνε λέει τώρα ροϊδοπούλια να φτιάξουνε φωλιά στο μπουζουκάκι σου και να μοσχοβολάει κόκκινο το τραγούδι τους Λέω να σηκωθώ Ν’ ακούω τις πόρτες να βροντούν να τρέμουνε στα νεύρα σου απάνω στη χαμένη ευκαιρία σε κάποιο φιλί που ξέμεινε άδοτο στα χείλη για… Ν’ ακούσω τις δοκιμές σου στο μπουζούκι όλο και πιο απόκρυφες, να μην πείθουν τη μελαγχολία σου να τους δοθεί αμέριστη Ν’ ακούω τα τραγούδια που ακούς Ν’ ακούσω τον ήχο της μηχανής σου όταν γυρνούσες ελάχιστα πριν φέξει κι άλλαζα πια πλευρό ησυχασμένος Τι; Το ξανάπα; Και; Λέω να ξυπνήσω. Να παραγγείλουμε δυο πίτσες ή καλύτερα να πεταχτείς να πάρεις ένα-δυο βρόμικα να καθαρίσουμε Να λύσουμε έπειτα κάνα σταυρόλεξο όλα εκείνα που άφησες μισοδουλεμένα ενθουσιασμένος πάντως με την αργοπορημένη ανακάλυψη – άλλη μια αντίδραση πες φυσικότατη στην πατρική λεξιλαγνεία Αλλά τι κάθομαι και υπολογίζω Τον ήχο του γυρισμού σου δεν τον έχω ακούσει ακόμα Στο δρόμο Είσαι στο δρόμο Πάντοτε στο δρόμο Στα ισόβια είκοσί σου τα αιώνια Με ληστεμένο το ωραίο το ιερό δικαίωμα της φθοράς Λέω λοιπόν να μην ξυπνήσω πια Κάπου ανάμεσα στο ύπαρ και στο όναρ να τρώω τα συκώτια μου να τρώγομαι Και να μη σώνομαι ποτέ Νά ’χω να κλαίω Αφού ποτέ ποτέ μου δεν θα σε προλάβω πια
*Ο Βασίλης Παυλίδης είναι ποιητής
Χρήστος Ράμμος
Όταν χάνεις τον γιό σου στα 20 του σε δυστύχημα. 20 ποιήματα. Το να καταφέρεις μετά από αυτή την ψυχική καταστροφή, να μεταφέρεις σε λέξεις και στίχους το αβάστακτο βάρος που σε έχει πλακώσει, είναι ο μόνος τρόπος να μη διπλασιαστεί ο θάνατος νικώντας και την μνήμη.
Ο μόνος τρόπος να συνεχίσεις τον διάλογο με τον απωλεσθέντα. Ο μόνος τρόπος να αναμετρηθείς κάπως με το πένθος και με την απώλεια και να μείνει ζωντανή η ψυχή σου.
Ο Παντελής Μπουκάλας το καταφέρνει με εξαιρετικό και συνταρακτικό τρόπο. Κορυφαία ποίηση.
Δεν θέλω, αλλά ούτε είμαι και σε θέση να πω περισσότερα. Ούτε και ωφελεί. Τα είπε όλα ο Παντελής.
Απλώς νομίζω ότι πρέπει όλοι μας να διαβάσουμε και να ξαναδιαβάσουμε αυτό το βιβλίο. Μας εξανθρωπίζει.
*Ο Χρήστος Ράμμος είναι δικαστής και πρώην επικεφαλής της ΑΔΑΕ
Γιώργος Τούλας
”Έχετε πάει ποτέ στον Επιτάφιο καλοί μου και να ναι ένταφος ο γιος σας; Δεν έτυχε. Και ευτυχώς. Δεν σας ζηλεύω..”
Δυσκολεύομαι πια να συγκεντρωθώ και να διαβάσω απερίσπαστος ένα ολόκληρο κεφάλαιο βιβλίο.
Χθες, σε μια πτήση πολλών ωρών, διάβασα και μετά ξαναδιάβασα χωρίς να σηκώσω τα μάτια μου από τις σελίδες, παρά μόνο για να σκουπίσω τα δάκρυα ένα από τα ομορφότερα δώρα που μου κανε ζωή.
Τα είκοσι ποιήματα που έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας, η σημαντικότερη για μένα φωνή της ελληνικής διανόησης σήμερα, για την απώλεια του γιου του Σπύρου που σκοτώθηκε σε τροχαίο.
Μια συγκλονιστική καταβύθιση στον άφατο πόνο, στον πιο σκληρό από τους σκληρότερους χωρισμούς.
Ένας αδιανόητα πονετικός δρόμος για να διαχειριστείς, για να αναμετρηθείς, για να ανακουφίσεις προσωρινά την πιο μεγάλη από τις δοκιμασίες της ζωής.
Ο Παντελής μας βάζει στη σειρά με ένα μαγικό τρόπο λέξεις που σε βοηθάνε να σταθείς ξανά στο μέτρο το ανθρώπινο, να καταλάβεις τι αξίζει στη ζωή περισσότερο, να ξαναδείς το πένθος ως όφειλες.
Ένα συγκλονιστικό βιβλίο που θα έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία, να συνιστάται από τους ψυχολόγους, να επιστρέφουμε στις σελίδες του σαν βουτιά στην πιο αγνή δύναμη των λέξεων, τη δύναμη του αληθινού συναισθήματος.
Ο μόνος τρόπος για να διαχειριστώ όσα ένοιωθα στο τέλος του ήταν να πατήσω στην οθόνη του αεροπλάνου να παίξει το τέλος του Hamnet, σε μια από τις κορυφαίες σκηνές στην ιστορία του σινεμά, εκεί που η μεγάλη Κλόε Ζάο βάζει τη γυναίκα του την ώρα που το παιδί της αναχωρεί πια ακόμα και επί σκηνής για τον άλλο κόσμο να το αποχαιρετά με μια συγκλονιστική κίνηση βάζοντας το χέρι της στην καρδιά.
Είχα πάρα πολύ καιρό να κλάψω τόσο πολύ με κάτι. Τον ευχαριστώ πολύ για αυτό το αναπάντεχο δώρο. Και για κάθε μέρα της δημόσιας παρουσίας του.
”Τι βιάστηκες κλωνάρι μου, να ξεκορμίσεις;”
*Ο Γιώργος Τούλας είναι δημοσιογράφος
**Το Είκοσι του Παντελή Μπουκάλα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα.
