Εντουάρ Λουί: Όταν το σώμα κατηγορεί την πολιτική

O συγγραφικός χαρακτήρας και ο ξεριζωμός ως απόρροια της ρίζας

Ανδρέας Νεοκλέους
εντουάρ-λουί-όταν-το-σώμα-κατηγορεί-τη-1407600
Ανδρέας Νεοκλέους

Ήταν πριν από περίπου μια βδομάδα: Συγκατοικώ, και θέλω να πιστεύω πως αισθανόμαστε αρκετά οικεία ώστε να αφήνουμε πράγματα δικά μας στους κοινόχρηστους χώρους του σπιτιού που μοιραζόμαστε.

Ξάπλωσα το βράδυ και, με μεγάλη ευκολία, τοποθέτησα το τηλέφωνο κοντά στο πρόσωπό μου. Για καλή μου τύχη, έπεσα πάνω σε μια ανάρτηση του Μάνου Λαμπράκη: «ναι, γράφω σε εσένα που ξαγρυπνάς[…]».

Δεν ξέρω αν κατάλαβα ακριβώς το νόημα των όσων διάβασα, αλλά έκανα επιτόπου μια αναδημοσίευση στον τοίχο μου, έκλεισα την οθόνη και έδωσα μια υπόσχεση στον εαυτό μου: αύριο θα ξυπνήσω διαφορετικός. Ή τουλάχιστον, αύριο το πρωί, θα επιτρέψω σε κάτι άλλο πέραν του τηλεφώνου μου να με συντροφεύσει όσο πίνω την πρώτη κούπα καφέ.

Στη ζωή μου, οι φορές που η δυσκολία του διαβάσματος υπερτερούσε της απόλαυσης, ήταν περισσότερες από εκείνες που το διάβασμα με συνεπήρε.

Και κάπως έτσι γεννιέται το αγωνιώδες ερώτημα: διαβάζω γιατί μου αρέσει ή διαβάζω γιατί θα ήθελα να μου άρεσε περισσότερο; Ας μην δώσω περισσότερο χώρο σε αυτή τη σκέψη.

Εκείνο το πρωί ήμουν μόνος στο σπίτι, έβαλα τον καφέ μου και κάθισα στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Στο ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, στοιβαγμένα, ένα ένθετο αρχιτεκτονικής και δύο βιβλία.

Με μια κίνηση που, υποθέτω, χαρακτηρίζει κάποιον που ξεκινάει πάλι από την αρχή, έθεσα μικρούς στόχους και πήρα το μικρότερο βιβλίο στην κορυφή: «Οι αγώνες και οι μεταμορφώσεις μιας γυναίκας» (2021) του Εντουάρ Λουί.

Ο γαλλικός καφές μόλις που έφτασε και τελείωσε μαζί με την ανάγνωση ολόκληρου του βιβλίου. Τυγχάνει η μία από τις δύο συγκατοίκους μου να έχει σχεδόν ολόκληρη τη συλλογή του Λουί, και πήρα άλλα δύο βιβλία για να διαβάσω στο λεωφορείο προς την Αθήνα.

Στο σημειωματάριό μου, έγραψα ένα μικρό κείμενο με τίτλο «Ο Εντουάρ Λουί και ο συγγραφικός του χαρακτήρας»:

Δύτης στη θάλασσα των εσωτερικών του ντοκουμέντων, γεννημένος στα παράλια της βόρειας Γαλλίας, φτάνει με την πένα του σε απύθμενα σημεία αναμέτρησης. Στέκεται δίπλα σε μια τεράστια μηχανή και ακούει το θόρυβο των σκουριασμένων γραναζιών. Ο θόρυβος γίνεται ολοένα πιο ασύμφορος, κι ενώ έχει αποκτήσει παρά την κατώτερη ταξική του προέλευση εργαλεία, επιλέγει όχι την απόδραση, αλλά την αναμέτρηση με αυτό το κακοφτιαγμένο εργοστάσιο πληγών. Ξεκινά από το πιο μικρό και, πίσω, πίσω ακολουθεί τις συμπτώσεις που προκύπτουν ανάμεσα στα δόντια των μεταλλικών κατασκευασμάτων.

Τα μικρά γρανάζια που απομόνωσε είναι η μητέρα, ο πατέρας, ο νεκρός αδερφός, η οικογένειά του.

Το σώμα του δεν γνωρίζει την έννοια της ιδιωτικής ζωής. Θεωρεί χρέος του να κατανοήσει όλα όσα του προκαλούν αποστροφή. Στα 33 του χρόνια, είναι γνήσιος και ριζοσπάστης, και ο τρόπος του θυμίζει την παρουσία της Hannah Arendt στη δίκη του Eichmann, που επιδίωκε να αποδεσμεύσει τη ρητορική από τη μυθολογία των τεράτων και να αναρωτηθεί πώς οι απλοί άνθρωποι γίνονται συμμέτοχοι σε τερατώδη συστήματα.

Και στις δύο περιπτώσεις, τόσο του Λουί όσο και της Arendt, η προσπάθεια κατανόησης συχνά κακολογείται. Κι αυτό κατανοητό.

Αφού καμιά φορά σκέφτομαι: πόση δυσκολία ενέχει η συνειδητή, η εθελούσια ακρόαση μιας “φωνής” που λίγο πριν έχει σιγάσει τα λεγόμενα μιας άλλης; Έχω την εντύπωση πως εδώ, σε αυτό ακριβώς το σημείο κρίνεται η αντοχή μας. Απαντάς στη βία με βία ή προσπαθείς να κατανοήσεις από πού αυτή προέρχεται;

Στην περίπτωση του Εντουάρ Λουί προκρίνεται ένας κοινωνικός ντετερμινισμός, όπου η ατομική βούληση είναι συχνά προνόμιο που κατανέμεται άνισα. Ο άνθρωπος διαμορφώνεται από τις κοινωνικές δομές που τον περιβάλλουν.

Γράφει για τις μεταβιομηχανικές κοινότητες του γαλλικού Βορρά και τις εργασιακές συνθήκες που προεκτείνονται εκτός εργοστασίων, στα μικρά χωριά όπως το Αλενκούρ. Αν θα μπορούσε ποτέ να αναπαραστήσει κανείς το έργο του κινηματογραφικά, τότε μάλλον αυτό το εγχείρημα θα έβρισκε ανταπόκριση στην ματιά του βρετανού σκηνοθέτη, Κεν Λόουτς. Η βραβευμένη του, με χρυσό φοίνικα, ταινία «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ» (2016), είναι μια ρυμοτομία του ψυχισμού ενός ηλικιωμένου εργάτη.

Στο «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» (2018), η πολιτική, που φαντάζει αφηρημένη και μακρινή, διεισδύει βίαια στο σώμα, στη γλώσσα, στην καθημερινότητα. Η φθορά δεν είναι μόνο αποτέλεσμα κόπου, είναι αποτέλεσμα πολιτικής. Ο Λουί αποδίδει τον βίαιο ευτελισμό του πατέρα του σε πολιτικά πρόσωπα: Ολάντ, Βαλς, Ελ Χομρί, Σαρκοζί, Μακρόν, Μπερτράν, Σιράκ. «Η ιστορία του σώματός σου κατηγορεί την πολιτική ιστορία», γράφει.

Στο «Οι αγώνες και οι μεταμορφώσεις μιας γυναίκας» (2021), η βία που ασκήθηκε στον πατέρα του γίνεται βία που διοχετεύεται από εκείνον στη μητέρα του. Ο λευκός, ετεροφυλόφιλος άνδρας σχηματοποιείται ως η κατεξοχήν φιγούρα του προνομιούχου. Μια φιγούρα που ο Λουί αποδομεί εκ των έσω, αποκαλύπτοντας την εφήμερη, σχεδόν αυταπατηλή φύση των προνομίων του. Ο πατέρας και ο αδερφός ενσαρκώνουν τον προνομιούχο, έως ότου. Έως ότου βρεθεί αντιμέτωπος με το βάρος των ίδιων των καθορισμών που η κοινωνική πραγματικότητα του επέβαλε σαν “επιλογές”.

Δεν τίθεται υπό διαπραγμάτευση ότι ακόμη κι αυτή η δυνατότητα επιλογής δεν είναι καθολικό προνόμιο. Ο Λουί θεωρεί πως η μητέρα του, όπως και πολλές άλλες γυναίκες, δεν είχαν ούτε αυτή. Δεν εξισώνει τις μορφές καταπίεσης. Αναγνωρίζει πως, παρά την ταξική βία που βιώνει ο πατέρας, διατηρεί ένα υπόλειμμα εξουσίας, ένα προνόμιο που του επιτρέπει έστω την ψευδαίσθηση της επιλογής. Η μητέρα, και κατ’ επέκταση οι γυναίκες της τάξης αυτής, δεν έχουν ούτε αυτήν.

Κλείνω το κείμενο όπως είχα κλείσει το τηλέφωνο εκείνο το βράδυ. Με την επιθυμία πως αύριο θέλω κάτι μέσα μου να έχει αλλάξει θέση, ίσως να μην ξυπνήσω τελικά διαφορετικός, όπως υποσχέθηκα. Ίσως όμως να κατάλαβα πως ο ξεριζωμός δεν είναι φυγή, αλλά μια βαθύτερη επιστροφή στη ρίζα. Κι αυτό, για τον Λουί όπως και για μένα, είναι μια αρχή.

* Ο Εντουάρ Λουί γεννήθηκε το 1992 στην Αλλενκούρ της Γαλλίας με το όνομα Εντύ Μπελγκέλ. Σπούδασε κοινωνικές επιστήμες στην École Normale Supérieure. Τα βιβλία του κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αντίποδες. Το έργο του «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» επιστρέφει στο ΠΛΥΦΑ (Κορυτσάς 39, Βοτανικός | Αθήνα) με νέο κύκλο παραστάσεων έως τις 25 Ιανουαρίου 2026.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα