Βιβλίο

Γιάννης Παλαμιώτης: Ποιος φοβάται τη Θεατροπληξία;

Μια κουβέντα με αφορμή το νέο βιβλίο του αγαπημένου (όχι σε όλους!) Θεσσαλονικιού συγγραφέα

Γιώργος Τσιτιρίδης
γιάννης-παλαμιώτης-ποιος-φοβάται-τη-θ-1467642
Γιώργος Τσιτιρίδης

Όταν μιλάμε για το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στο μυαλό μας έρχονται συγκεκριμένα πρόσωπα. Ένα από αυτά είναι και ο Γιάννης Παλαμιώτης που από το 1991 ως οδηγός σκηνής (stage manager) έχει εργαστεί για δεκάδες παραγωγές του Οργανισμού.

Από το τολμηρό για την εποχή του «Πάρκο» και τη «Μητροκτονία», δύο βιβλία που συζητήθηκαν πολύ, στη «Θεατροπληξία» που κυκλοφορεί από την Κάπα Εκδοτική και καταγράφει εν είδει ημερολογίου, σκέψεις, γεγονότα, απόσταγμα γνώσεων μιας πορείας που ξεκίνησε από την υποκριτική και συνεχίστηκε στο παρασκήνιο.

Παράλληλα, το βιβλίο είναι μια σημαντική παρακαταθήκη, η οποία περιγράφει την πόλη της Θεσσαλονίκης από μια οπτική γωνία που σπάνια έχουμε την ευκαιρία να τη δούμε και μάλιστα με την τόλμη και την ευστοχία του πολυπράγμονα συγγραφέα.

Στο πλαίσιο της κυκλοφορίας του βιβλίου και εν όψει της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης (7-10.05.2026) συζητήσαμε μαζί του.

-Το εξώφυλλο του βιβλίου παραπέμπει σε κάτι τσαλακωμένο. Προσωπικά μου θύμισε το περιτύλιγμα από τα σοκολατάκια που προσφέρουμε ως κέρασμα στους φιλοξενούμενους μας και τα οποία έχουν γλυκόπικρη γεύση και γέμιση αλκοόλ.

«Είναι μια υπαρκτή φωτογραφία παράστασης και ήθελα πράγματι να αποδοθεί ως κάτι τσαλακωμένο. Είχα στο μυαλό μου αρχικά κάτι άλλο, αλλά όταν ο Ιορδάνης Στυλίδης – ο οποίος φιλοτέχνησε και το εξώφυλλο στο πρώτο μου βιβλίο «Το πάρκο» – μου έδειξε αυτή την εικόνα μου άρεσε περισσότερο. Ήθελα να υποδηλώνει ότι το θεατρικό μου παρελθόν έχει στραπατσαριστεί. Έχω γράψει το βιβλίο ως τσαλακωμένος ηθοποιός, ανύπαρκτός πλέον θα έλεγα, γιατί όλα αυτά τα χρόνια διατηρούσα τον τίτλο μόνο, ακόμα και στα συμβόλαια με το Κρατικό Θέατρο».

-Σου έμεινε ως απωθημένο όταν περιορίστηκες στο ρόλο του οδηγού σκηνής;

«Το πήρα απόφαση εγκαίρως, αφού δεν μπορούσα να παίζω. Το πρόβλημά μου προέκυψε στα μέσα του 1980 με προοδευτική εξέλιξη. Πανικός ότι θα ξεχάσω τα λόγια κατά τη διάρκεια της παράστασης. Το αντιλήφθηκα στο αρχικό στάδιο, αλλά κορυφώθηκε στην παράσταση του Μαρμαρινού «Στρίντμπεργκ-Στρίντμπεργκ», όπου παρά τις επιπλέον πρόβες κάτι δεν πηγαίνει καλά με εμένα και τότε άρχισα να σκέφτομαι πως έπρεπε να σταματήσω».

-Ξεχνούσες λόγια;

«Στις πρόβες τα πήγαινα μια χαρά. Μόλις όμως ξεκινούσαν οι παραστάσεις έκανα τρομερές προσπάθειες για να μην τα ξεχάσω το κείμενο, σαμποτάροντας τον εαυτό μου. Ενώ ερμήνευα, στο πίσω μέρος του μυαλού μου είχα τα επόμενα λόγια που έπρεπε να πω. Καταστροφή για έναν ηθοποιό! Αυτή η διπλή διεργασία γινόταν εξοντωτική, τα λόγια δεν «ανέπνεαν», γιατί υπήρχε μια σύγκρουση αυτών που έλεγα με εκείνα που ακολουθούσαν. Τρομερό βάσανο για εμένα. Σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου περιγράφω τον εαυτό μου ουσιαστικά όταν αναφέρομαι στο συγκεκριμένο γεγονός».

-Γιατί μπορεί να προέκυψε αυτό;

«Πέρασαν διάφορα από το μυαλό μου, σε ένα βαθμό το απέδιδα στις άπειρες πρόβες της Πατεράκη, έτσι ένιωθα ασφάλεια, σε αντίθεση με τα επόμενα σχήματα όπου οι παραστάσεις έπρεπε να ετοιμαστούν σε δυο μήνες. Όταν πρωτόπαιξα στην «Πειραματική σκηνή» ως σύζυγος στη «Νόρα» του Ίψεν, στην πρεμιέρα μπήκα στη σκηνή σαν υπνωτισμένος, σαν να πατούσα εκείνο το σανίδι για πρώτη φορά. Έκανα και μερικά σαρδάμ, που δεν συγχωρούσα στον εαυτό μου, και μόλις βγήκα ζήτησα τη διακοπή της παράστασης. Φυσικά συνεχίστηκε με μεγάλη αγωνία και μαρτύριο απ’ την πλευρά μου. Προκειμένου να μην υποφέρω, όταν έμαθα ότι το Κρατικό προκήρυξε θέσεις υποβολέων και οδηγών σκηνής αποφάσισα να δηλώσω συμμετοχή. Κι έτσι σηματοδοτήθηκε το τέλος μου επί σκηνής και η αρχή της μετέπειτα επαγγελματικής μου πορείας».

-Θεωρείς ότι ήσουν καλός ηθοποιός;

«Δεν είχα επίγνωση, αλλά πείστηκα πως ήμουν καλός από διάφορες εκδηλώσεις και λόγια αυστηρών θεατών».

-Αν και όχι ενεργός υποκριτικά, επέλεξες να μείνεις στο σινάφι.

«Επέλεξα να μείνω γιατί αυτό με ενδιέφερε να κάνω από πολύ νωρίς. Κι εξάλλου όταν ασχολείσαι με κάτι και σ’ έναν βαθμό το κατέχεις ή τελοσπάντων εξοικειώνεσαι με τον χώρο, δεν έχεις πολλά περιθώρια να ξεφύγεις, επενδύεις σ’ αυτό, ακόμα και για βιοποριστικούς λόγους».

Τι να περιμένει ο αναγνώστης;

«Με αυτό το βιβλίο ολοκληρώνω τους τρείς σημαντικούς σταθμούς στη ζωή μου έτσι όπως τους οριοθετώ. Το θέμα του ερωτισμού και της διαφορετικότητας που το εξέφρασα στο πρώτο βιβλίο μου «Το πάρκο», τολμηρό για την εποχή του, αρχές του 1980, στο δεύτερο, η σχέση με το οικογενειακό περιβάλλον και ειδικά τη μητέρα καταγράφηκε στη «Μητροκτονία». Ολοκλήρωσα την «τριλογία» με τη «Θεατροπληξία», που μιλάει για τον χώρο του θεάτρου. Σύντομο, συγκριτικά με αυτά που θα μπορούσα να έχω γράψει, αλλά νομίζω ουσιαστικό για όσα ήθελα να νοηματοδοτήσει. Ρίχνω έναν αχνό προβολέα στο παρασκήνιο, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ενώ κινείται στις παρυφές της αυτοβιογραφίας, χωρίς να εστιάζω το φως επάνω μου να με κάψει, πηγαίνει περιμετρικά».

Φοβήθηκες καθώς το έγραφες ότι θα κατηγορηθείς για κακές προθέσεις, αποκαλύψεις κι απωθημένα που θα προκαλούσαν αρνητική αντιμετώπιση;

«Ένας δημοσιογράφος/κριτικός όταν το διάβασε πολύ πριν εκδοθεί μου είπε πως το κείμενο αυτό θα κάνει πάταγο κι ενδεχομένως θα σου κόψουν πολλοί την «καλημέρα», θα προκαλέσει συζητήσεις. Πρόσθεσε επίσης ότι δεν απευθύνεται σε πολλούς, εννοώντας όσους δεν σχετίζονται με το θέατρο. Το ήξερα εξαρχής ότι το περιεχόμενο του βιβλίου δεν θα ενδιαφέρει το πλατύ αναγνωστικό κοινό, που όσο πάει συρρικνώνεται έτσι κι αλλιώς. Ανέκαθεν με αποκαλούσαν τσούχτρα και κακούλη, δεν μπορώ όμως να κάνω διαφορετικά. Επικεντρώνομαι σε πράγματα που για τους περισσότερους δεν είναι ενοχλητικά. Ίσως τελικά αυτή η τελειομανία να ήταν από τις αιτίες που με ανάγκασαν να απομακρυνθώ από το θέατρο, γιατί ήθελα να εξαντλώ τα περιθώρια ώστε να είμαι εξαιρετικός».

Σε σχέση με πόλεις του εξωτερικού μικρότερου πληθυσμού όπου ανθούν οι τέχνες, το θέατρο, η όπερα, ο χορός, γιατί η Θεσσαλονίκη με τόσους φοιτητές, κοντινές πολυπληθείς πόλεις, διερχόμενους, τουρίστες, ενώ κατά καιρούς έχει αναδείξει θεατρικές σκηνές, ομάδες και πρωτοποριακά σχήματα στο τέλος καταλήγει και πάλι στην επιλογή του Κρατικού Θεάτρου και των εμπορικών σχημάτων της Αθήνας που κάνουν περιοδεία; Τι φταίει;

«Από χώρους έχουμε πήξει, κατά βάση βέβαια «κλασικούς», επιβλητικούς, τεράστιας χωρητικότητας, με μεγάλα φουαγιέ, αναφέρομαι σ’ αυτά και στο βιβλίο. Θα έπρεπε όμως, παράλληλα, να μεριμνήσουν για περισσότερους εναλλακτικούς χώρους στους οποίους θα βλέπεις υπό άλλες συνθήκες θέατρο. Κάποτε πράγματι υπήρχε μεγάλη άνθηση στο θέατρο, στις όπερες ακόμα και στον χορό. Στο ΚΘΒΕ επί κάποιων διευθυντών γινόταν εξαιρετική δουλειά παλιότερα. Ήταν παράδειγμα προς μίμηση. Εκεί που δεν πάμε καλά σήμερα είναι στην ατολμία που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους του χώρου. Με ελαχιστότατες εξαιρέσεις, που και αυτές με τον καιρό έχουν εκπνεύσει νωρίτερα από ότι τους άξιζε, επιβιώνουν μόνο σχήματα ακαδημαϊκού ύφους, χωρίς τόλμη.

Η παρακαταθήκη συντηρητικών απόψεων άφησε έντονα το αποτύπωμά τους στην πόλη, κληροδότησαν μια καθώς πρέπει στάση, πιο κυριλέ. Πας στην Αθήνα και σε μια τρύπα βλέπεις εξαιρετικούς ηθοποιούς να ανεβάζουν συγκλονιστικές παραστάσεις. Το «πρωτοποριακό» δεν έγκειται μόνο στο σύγχρονο θεατρικό έργο, αλλά στο τελικό αισθητικό αποτέλεσμα. Η Θεσσαλονίκη έβγαλε καλούς ηθοποιούς οι οποίοι όπως ξέρουμε φεύγουν ακριβώς γιατί δεν έχουν πού να στραφούν – άσε που μερικούς τους εξανάγκασαν κάποιοι να φύγουν…

Η ομπρέλα του Κρατικού Θεάτρου με τόσες σκηνές στην πόλη, επισκιάζει κάθε θεατρική απόπειρα άλλου τύπου. Γιατί μόνο το Δημόσιο θέατρο μπορεί να πληρώνει αξιοπρεπώς τους συντελεστές. Κανένα ρίσκο από ντόπιους παραγωγούς να χρηματοδοτήσουν κάτι διαφορετικό, πέραν του εμπορικού».

Διένυσες μια μακρά πορεία στο θέατρο. Για το metoo τι έχεις να πεις;

«Θεωρώ πως υπήρξαν εγκληματικές συμπεριφορές, συνεπώς καταδικαστέες. Όμως πάντα θα κουνιούνται προκλητικά κάποιες «ουρές» στο παρασκήνιο, προκειμένου να αποκτήσουν εύνοια και φήμη. Όπως γράφω και στο βιβλίο, το Θέατρο εμπεριέχει σοβαρή δοκιμασία αλλά και πουτανιά!».

Με τη «Θεατροπληξία» έκλεισε μια άτυπη τριλογία, όπως είπες. Έχεις κάποια μελλοντικά σχέδια. Κάτι που να έχει μείνει στα συρτάρια;

«Δεν είμαι επαγγελματίας, εξάλλου πάντα κινούμουν μεταξύ υποκριτικής και συγγραφής. Από το να γράφω, θα προτιμούσα να παίζω ρόλους υπό την προϋπόθεση να παραμένω βουβός ή με τα ελάχιστα δυνατόν λόγια. Πολύ θα μ’ ενδιέφερε κάποια συμμετοχή σε ταινία – εκεί δεν υφίσταται πρόβλημα απομνημόνευσης. Αλλά σίγουρα κανείς πλέον δεν με θυμάται ως ηθοποιό».

Ο Γιάννης Παλαμιώτης γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Ασχολήθηκε κυρίως με το θέατρο, υπήρξε και ραδιοφωνικός παραγωγός, ενώ εργάστηκε ως οδηγός σκηνής στο ΚΘΒΕ. Κείμενά του έχουν φιλοξενηθεί σε διάφορα περιοδικά.

Έχει δημοσιεύσει το μυθιστόρημα “Οι φίλοι ή Παραχάραξη ηθικής” (Εξάντας,1984/Πολύχρωμος Πλανήτης, 2010), τη νουβέλα “Μητροκτονία” (Μπιλιέτο, 1996/ Τύρφη, 2018) το “Από το πάρκο στο κενό” (Πολύχρωμος Πλανήτης, 2008), ΤΑ ΣΑ ΕΚ ΤΩΝ ΣΩΝ (Τύρφη, 2015)

Έπαιξε στις παραστάσεις ‘Travestie’s’, ‘Σκοτεινά εγκλήματα’, ‘πολυΜπέκετ’, ‘’Εντα Γκάμπλερ’ (Ρ. Πατεράκη), ‘Εφεύρεση του Μορέλ’ (Ν. Διαμαντής), ‘Στρίντμπεργκ-Στρίντμπεργκ’ (Μ. Μαρμαρινός) και στις παραστάσεις της Πειραματικής Σκηνής της ”Τέχνης” (‘Νόρα’, ‘Οδύσσεια’, ‘Το μεγάλο ταξίδι’, ‘Το τέλος των Ατρειδών’), καθώς και στην κινηματογραφική ταινία «Μετέωρο και Σκιά» του Τάκη Σπετσιώτη.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα