«Ιστορίες χωρίς φωνή»: Ο Πέτρος Κατσάκος δίνει φωνή στα ζώα και περιγράφει την ανομολόγητη σκληρή βία
Ο δημοσιογράφος μιλά στη Parallaxi για το βιβλίο του το οποίο ξεκίνησε ως βάρος και αποτυπώθηκε σε χαρτί για να θέσει ερωτήματα
Το βιβλίο ‘Ιστορίες Χωρίς Φωνή’ του Πέτρου Κατσάκου, είναι μια γροθιά στο στομάχι, μας μιλά για τον βασανισμό, την δολοφονία και την χωρίς τέλος ταλαιπωρία των ζώων, που δυστυχώς παραμένει αθόρυβη.
Και όλα αυτά, για τις… ανάγκες των ανθρώπων.
Μέσα από τις ιστορίες του, ο συγγραφέας περιγράφει μια πραγματικότητα που μας φέρνει όλους αντιμέτωπους με τις ευθύνες μας. Χωρίς να δείχνει με το δάχτυλο, υπογραμμίζει πως αν δεν υπάρξει ουσιαστική δράση τόσο από την πολιτεία όσο και από την κοινωνία, τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει.
Ο ίδιος εξηγεί πως επέλεξε να γράψει αυτό το βιβλίο γιατί κουράστηκε από τη σιωπή. Συνειδητοποίησε ότι αν δεν αποτύπωνε τις σκέψεις του στο χαρτί, θα συνέχιζε να κουβαλά αυτό το βάρος μέσα του.
Γι’ αυτό και τοποθετεί τον εαυτό του στην ίδια λίστα με την υπόλοιπη ανθρωπότητα, αποφεύγοντας την άνεση του ηθικά ανώτερου αφηγητή.
Οι «Ιστορίες χωρίς φωνή», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΟΚΤΑΝΑ, δεν επιδιώκουν απλώς να συγκινήσουν. Θέλουν να προβληματίσουν. Να προτείνουν έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπουμε τα ζώα, όχι με βάση τη χρησιμότητά τους για τον άνθρωπο, αλλά ως ισότιμα πλάσματα που αξίζουν σεβασμό. Κάθε ιστορία λειτουργεί σαν καθρέφτης της κοινωνίας μας και του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον κόσμο γύρω μας.
Η γραφή του είναι απλή και άμεση, χωρίς διδακτισμό. Δεν επιβάλλει μια άποψη, αλλά μας καλεί να δούμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια εκείνων που δεν έχουν φωνή, αλλά έχουν ζωή, φόβους και ανάγκες.
Ο Πέτρος Κατσάκος ανοίγει έναν διάλογο που συχνά αποφεύγουμε και μας κάνει να ξανασκεφτούμε τη σχέση μας με τα ζώα — και, τελικά, με τον ίδιο μας τον εαυτό.
Πόσο καιρό δούλευες αυτό το βιβλίο και ποια στιγμή ένιωσες ότι “τώρα πρέπει να γραφτεί”; Υπήρξε κάποιο γεγονός ή μια συσσώρευση εμπειριών που σε ώθησε;
«Συνειδητοποίησα ότι αν δεν το γράψω, θα συνεχίσω απλώς να το κουβαλάω»
Αν το δούμε αυστηρά χρονικά, το βιβλίο γράφτηκε μέσα σε λίγα χρόνια. Αν όμως το δούμε ουσιαστικά, δουλευόταν μέσα μου πολύ περισσότερο. Οι «Ιστορίες χωρίς φωνή» δεν ξεκίνησαν ως συγγραφικό σχέδιο. Ξεκίνησαν ως βάρος. Ως κάτι που συσσωρευόταν αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα, μέσα από ρεπορτάζ, ταξίδια, μικρές ειδήσεις που δεν γίνονται ποτέ πρωτοσέλιδα, εικόνες που δεν θεωρούνται «σημαντικές» γιατί δεν αφορούν ανθρώπους. Στην αρχή τις προσπερνάς, όπως όλοι. Μετά αρχίζουν να σε ακολουθούν.
Η στιγμή που ένιωσα ότι «τώρα πρέπει να γραφτεί» δεν ήταν μια έκρηξη, αλλά μια σιωπή. Ήταν όταν κατάλαβα ότι η βία απέναντι στα ζώα δεν είναι η εξαίρεση ενός πολιτισμού που κατά τα άλλα λειτουργεί σωστά, αλλά δομικό του στοιχείο.
Ότι δεν πρόκειται για «κακές πρακτικές», αλλά για έναν ολόκληρο τρόπο σκέψης που βασίζεται στη χρησιμότητα, στην εκμετάλλευση και στην αορατότητα του άλλου. Εκεί συνειδητοποίησα ότι αν δεν το γράψω, θα συνεχίσω απλώς να το κουβαλάω.
Δεν υπήρξε ένα μεμονωμένο γεγονός που λειτούργησε ως αφορμή. Ήταν η συσσώρευση. Όπως ακριβώς συσσωρεύεται και η ενοχή σε κοινωνικό επίπεδο. Κάθε ιστορία που δεν λέγεται, κάθε πόνος που δεν αναγνωρίζεται, προστίθεται στον επόμενο. Το βιβλίο γράφτηκε όταν αυτή η συσσώρευση έγινε αδύνατο να αγνοηθεί. Όχι ως πράξη κάθαρσης, αλλά ως πράξη ευθύνης.
Πώς συνδέεται για εσένα η δημοσιογραφία με τη συγγραφή ενός βιβλίου; Υπάρχουν στοιχεία από τη δημοσιογραφική σου εμπειρία που σε οδήγησαν ή σε βοήθησαν στη δημιουργία του;
«Η δημοσιογραφική εμπειρία με βοήθησε πρώτα απ’ όλα να καταλάβω τι δεν λέγεται»
Για εμένα η δημοσιογραφία και η συγγραφή δεν είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι, αλλά δύο διαφορετικές ταχύτητες του ίδιου βλέμματος. Η δημοσιογραφία σε μαθαίνει να στέκεσαι μπροστά στην πραγματικότητα χωρίς να τη διακοσμείς. Να κοιτάς κατάματα αυτό που συμβαίνει, ακόμη κι αν είναι δυσάρεστο ή αντιδημοφιλές. Αυτή η στάση διαπερνά ολόκληρο το βιβλίο.
Η δημοσιογραφική εμπειρία με βοήθησε πρώτα απ’ όλα να καταλάβω τι δεν λέγεται. Όχι μόνο τι αποκρύπτεται σκόπιμα, αλλά τι θεωρείται αυτονόητα ασήμαντο. Τα ζώα ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, είναι παντού παρόντα, αλλά αφηγηματικά απόντα. Στο ρεπορτάζ μαθαίνεις ότι το πιο κρίσιμο κομμάτι μιας ιστορίας συχνά βρίσκεται εκτός κάδρου. Αυτό προσπάθησα να φέρω στο κέντρο.
Επίσης, η δημοσιογραφία σε μαθαίνει να δυσπιστείς απέναντι στον εαυτό σου. Να ξέρεις ότι κάθε αφήγηση έχει θέση, γωνία, ευθύνη. Αυτός είναι και ο λόγος που γράφω σε πρώτο πρόσωπο. Όχι για να επιβάλω μια αλήθεια, αλλά για να δηλώσω από πού μιλάω. Δεν κρύβομαι πίσω από μια ψευδεπίγραφη αντικειμενικότητα.
Τέλος, η δημοσιογραφία μου έδωσε την αντοχή. Την αντοχή να παραμείνω μέσα στις δύσκολες εικόνες χωρίς να τις εξωραΐσω, αλλά και χωρίς να τις μετατρέψω σε θέαμα. Το βιβλίο δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς αυτή την εμπειρία, αλλά ταυτόχρονα δεν θα μπορούσε να περιοριστεί σε αυτήν.
Αν μπορούσες κυριολεκτικά να δώσεις φωνή στα ζώα για μία μόνο στιγμή, πώς θα έμοιαζε αυτή η φωνή και τι θα έλεγε στον άνθρωπο;
«Δεν θα ήταν κραυγή, δεν θα ήταν καταγγελία, ούτε καν θυμός. Θα ήταν κάτι πιο ανησυχητικό. Μια ήρεμη, σχεδόν κουρασμένη φωνή».
Νομίζω ότι η φωνή αυτή δεν θα έμοιαζε καθόλου με ό,τι φανταζόμαστε. Δεν θα ήταν κραυγή, δεν θα ήταν καταγγελία, ούτε καν θυμός. Θα ήταν κάτι πιο ανησυχητικό. Μια ήρεμη, σχεδόν κουρασμένη φωνή. Γιατί ο θυμός προϋποθέτει την προσδοκία ότι κάτι μπορεί να αλλάξει άμεσα. Τα ζώα, αν μπορούσαν να μιλήσουν, ίσως να μην είχαν αυτή την πολυτέλεια.
Αν έλεγαν κάτι στον άνθρωπο, δεν νομίζω ότι θα ζητούσαν έλεος. Θα ζητούσαν αναγνώριση. Θα ρωτούσαν πότε ακριβώς αποφασίσαμε ότι η δική τους ζωή είναι λιγότερο ζωή. Πότε ο πόνος τους έγινε θόρυβος υποβάθρου. Και κυρίως, θα ρωτούσαν γιατί χρειαζόμαστε τη σιωπή τους για να διατηρήσουμε τον τρόπο ζωής μας.
Η φωνή αυτή δεν θα μιλούσε με ανθρώπινους όρους. Δεν θα χρησιμοποιούσε μεγάλες έννοιες όπως «δικαιώματα» ή «ηθική». Θα μιλούσε με κάτι πιο πρωτογενές. Με την εμπειρία του φόβου, της αναμονής, της βίας που επαναλαμβάνεται. Και ίσως να έλεγε κάτι εξαιρετικά απλό και γι’ αυτό αβάσταχτο. «Δεν καταλαβαίνουμε γιατί».
Αυτό το «δεν καταλαβαίνουμε γιατί» είναι ίσως το πιο κατηγορητικό πράγμα που θα μπορούσε να ειπωθεί. Γιατί μας αναγκάζει να δούμε ότι όλη αυτή η κανονικότητα δεν είναι φυσικός νόμος, αλλά ανθρώπινη επιλογή.
Γράφεις σε πρώτο πρόσωπο, σαν να θέλεις να δείξεις ότι δεν υπάρχουν αθώοι παρατηρητές. Είναι αυτή η δική σου θέση;
«Γράφοντας σε πρώτο πρόσωπο, αναλαμβάνω το ρίσκο της έκθεσης»
Ναι, είναι συνειδητή θέση. Ζούμε σε μια εποχή όπου η απόσταση λειτουργεί ως άλλοθι. Όσο κάτι δεν συμβαίνει μπροστά μας, θεωρούμε ότι δεν μας αφορά. Το πρώτο πρόσωπο έρχεται να σπάσει αυτή την ψευδαίσθηση. Δεν γράφω «για» κάτι, γράφω «μέσα» σε αυτό. Και αυτό σημαίνει ότι δεν εξαιρώ ούτε τον εαυτό μου.
Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν αθώοι παρατηρητές, γιατί όλοι συμμετέχουμε, έστω παθητικά, σε ένα σύστημα που παράγει αυτή τη βία. Καταναλώνουμε, ανεχόμαστε, συνηθίζουμε. Η σιωπή δεν είναι ουδέτερη στάση. Είναι θέση. Το πρώτο πρόσωπο δεν είναι μια μορφή αυτοεξομολόγησης, αλλά μια πολιτική επιλογή.
Δηλώνει ότι δεν υπάρχει ασφαλής απόσταση από όσα συμβαίνουν.
Ταυτόχρονα, δεν ήθελα να γράψω ένα βιβλίο καταγγελίας που δείχνει «τους άλλους». Αυτό θα ήταν εύκολο και βολικό. Το δύσκολο είναι να παραδεχτείς ότι το πρόβλημα δεν είναι κάποιοι ακραίοι, αλλά ο μέσος, καθημερινός τρόπος ζωής. Ότι η βία δεν φοράει πάντα στολή, πολλές φορές φοράει συνήθεια.
Γράφοντας σε πρώτο πρόσωπο, αναλαμβάνω το ρίσκο της έκθεσης. Αλλά μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει ειλικρίνεια. Αν κάτι ήθελα να αποφύγω, ήταν η άνεση του ηθικά ανώτερου αφηγητή. Δεν υπάρχουν βάθρα σε αυτό το βιβλίο. Μόνο συμμετοχή.
Υπάρχει φως στον ορίζοντα για μια πιο ανθρώπινη – ή πιο δίκαιη – αντιμετώπιση των ζώων ή είμαστε ακόμη μακριά;
«Tο ζήτημα της σχέσης μας με τα ζώα δεν είναι περιφερειακό, είναι βαθιά πολιτικό και οικονομικό»
Θα ήταν εύκολο να απαντήσω είτε με αισιοδοξία είτε με απόλυτη απαισιοδοξία. Και οι δύο απαντήσεις, όμως, θα ήταν απλουστευτικές. Υπάρχει φως, αλλά είναι μικρό, διάσπαρτο και συχνά αόρατο. Δεν βρίσκεται στις μεγάλες διακηρύξεις, αλλά στις ρωγμές. Σε ανθρώπους που αρνούνται να δεχτούν τη βία ως δεδομένη. Σε μικρές αλλαγές συνείδησης που δεν γίνονται τίτλοι.
Ταυτόχρονα, ως κοινωνίες είμαστε ακόμη πολύ μακριά. Γιατί το ζήτημα της σχέσης μας με τα ζώα δεν είναι περιφερειακό, είναι βαθιά πολιτικό και οικονομικό. Αγγίζει τον τρόπο που παράγουμε, που καταναλώνουμε, που αντιλαμβανόμαστε την ανάπτυξη. Και αυτά τα μοντέλα αλλάζουν αργά και με αντιστάσεις.
Με ανησυχεί το γεγονός ότι συχνά περιορίζουμε το ζήτημα σε επίπεδο ευαισθησίας ή ηθικής ανωτερότητας. Δεν είναι θέμα καλών ή κακών ανθρώπων. Είναι θέμα συστημάτων. Όσο η εκμετάλλευση παραμένει θεμέλιο της καθημερινότητάς μας, οι βελτιώσεις θα είναι αποσπασματικές.
Κι όμως, δεν μπορώ να αρνηθώ το φως. Το βλέπω στη νέα γενιά που θέτει ερωτήματα εκεί που παλαιότερα υπήρχε σιωπή. Το βλέπω στη δυσφορία απέναντι σε πρακτικές που κάποτε θεωρούνταν φυσιολογικές. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει φως, αλλά αν είμαστε διατεθειμένοι να το ακολουθήσουμε, γνωρίζοντας ότι θα μας κοστίσει άνεση.
Είσαι δημοσιογράφος. Θα μπορούσες να αφηγηθείς αυτές τις ιστορίες μέσα από ένα site ή ένα βίντεο. Γιατί όμως επέλεξες να τις αποτυπώσεις στο χαρτί;
«Το βιβλίο επιτρέπει κάτι που τα άλλα μέσα δυσκολεύονται να προσφέρουν. Σιωπή. Ανάμεσα στις λέξεις, στις ιστορίες, υπάρχει χώρος για τον αναγνώστη»
Γιατί το χαρτί επιβάλλει έναν διαφορετικό ρυθμό. Σε έναν κόσμο όπου όλα καταναλώνονται γρήγορα, ήθελα να δημιουργήσω κάτι που να απαιτεί χρόνο. Το βιβλίο δεν ανταγωνίζεται την επικαιρότητα, ούτε τον αλγόριθμο. Ζητά από τον αναγνώστη να σταθεί, να επιστρέψει, να σκεφτεί. Να μην έχει τη δυνατότητα να προσπεράσει εύκολα.
Ένα site ή ένα βίντεο λειτουργούν μέσα στη λογική της ροής. Ακόμη και το πιο δυνατό υλικό χάνεται μέσα στον επόμενο τίτλο. Το χαρτί, αντίθετα, δημιουργεί βάρος. Δεν μπορείς να το «ξε-δεις». Οι ιστορίες μένουν εκεί, σε περιμένουν.
Επίσης, το βιβλίο επιτρέπει κάτι που τα άλλα μέσα δυσκολεύονται να προσφέρουν. Σιωπή. Ανάμεσα στις λέξεις, στις ιστορίες, υπάρχει χώρος για τον αναγνώστη. Δεν του υπαγορεύεται τι να νιώσει. Του ζητείται να σταθεί απέναντι στο κείμενο χωρίς διαφυγή.
Δεν επέλεξα το χαρτί από νοσταλγία, αλλά από ανάγκη. Αυτές οι ιστορίες δεν ήθελα να λειτουργήσουν ως περιεχόμενο. Ήθελα να λειτουργήσουν ως εμπειρία. Και το βιβλίο, ακόμη, παραμένει ένας από τους λίγους χώρους όπου αυτό είναι δυνατό.
Οι ιστορίες σου κινούνται από την Ινδονησία μέχρι την Αρκτική, αλλά επιστρέφουν πάντα στην καθημερινότητά μας. Ήθελες να δείξεις ότι η ευθύνη δεν είναι “κάπου αλλού”, αλλά εδώ;
«Υπάρχει μια ενιαία αλυσίδα»
Ακριβώς αυτό. Η γεωγραφική απόσταση συχνά λειτουργεί ως μηχανισμός αποποίησης ευθύνης. Όταν κάτι συμβαίνει «μακριά», το τοποθετούμε αυτόματα σε ένα πλαίσιο πολιτισμικής διαφοράς ή αναπόφευκτης μοίρας. Ήθελα να δείξω ότι αυτή η απόσταση είναι πλασματική.
Οι ιστορίες μπορεί να ξεκινούν από την Ινδονησία ή την Αρκτική, αλλά οι ρίζες τους φτάνουν μέχρι το πιάτο μας, τις αγορές μας, τις επιλογές μας. Η παγκοσμιοποίηση δεν αφορά μόνο την οικονομία, αφορά και την ευθύνη. Δεν υπάρχουν «εκεί» και «εδώ». Υπάρχει μια ενιαία αλυσίδα.
Το βιβλίο επιστρέφει διαρκώς στην καθημερινότητα γιατί εκεί βρίσκεται το πραγματικό πεδίο αλλαγής. Όχι στις ακραίες εικόνες, αλλά στα μικρά, επαναλαμβανόμενα «δεν πειράζει». Εκεί χτίζεται η κανονικότητα της βίας.
Ήθελα ο αναγνώστης να καταλάβει ότι δεν διαβάζει για κάτι εξωτικό ή μακρινό. Διαβάζει για τον εαυτό του. Όχι με την έννοια της ενοχής, αλλά με την έννοια της συμμετοχής. Αν υπάρχει ευθύνη, είναι συλλογική. Και αν υπάρχει αλλαγή, θα ξεκινήσει από το «εδώ».
Το βιβλίο λειτουργεί σαν καθρέφτης του πολιτισμού μας. Όταν τον κοιτάς σήμερα, τι είναι αυτό που σε ανησυχεί περισσότερο;
«Η βία γίνεται περιεχόμενο, όχι πρόβλημα»
Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο είναι η εξοικείωση. Η ταχύτητα με την οποία συνηθίζουμε. Όχι μόνο στη βία απέναντι στα ζώα, αλλά γενικότερα στον πόνο. Όταν κάτι επαναλαμβάνεται αρκετά, παύει να μας σοκάρει. Και τότε παύει και να μας κινητοποιεί.
Ο πολιτισμός μας έχει αναπτύξει εξαιρετικά εργαλεία τεχνολογίας και επικοινωνίας, αλλά υστερεί δραματικά στην ενσυναίσθηση. Παράγουμε εικόνες φρίκης με απίστευτη ευκολία, αλλά δυσκολευόμαστε να τις μετατρέψουμε σε γνώση ή ευθύνη. Η βία γίνεται περιεχόμενο, όχι πρόβλημα.
Με ανησυχεί επίσης η ανάγκη μας να δικαιολογούμε τα πάντα με όρους αναγκαιότητας. «Έτσι είναι ο κόσμος», «έτσι λειτουργεί η οικονομία». Αυτές οι φράσεις δεν περιγράφουν την πραγματικότητα, τη νομιμοποιούν. Και όταν η νομιμοποίηση γίνεται συνήθεια, τότε η αλλαγή μοιάζει αδιανόητη.
Ο καθρέφτης που κρατά το βιβλίο δεν δείχνει μόνο σκληρότητα. Δείχνει και φόβο. Φόβο να αμφισβητήσουμε τον τρόπο ζωής μας. Και αυτός ο φόβος, αν δεν αντιμετωπιστεί, είναι ίσως πιο επικίνδυνος από την ίδια τη βία.
Τελικά, οι “Ιστορίες χωρίς φωνή” είναι περισσότερο ένα βιβλίο για τα ζώα ή μια υπενθύμιση του πόσο σκληροί είναι οι άνθρωποι;
«Οι «Ιστορίες χωρίς φωνή» δεν προσφέρουν λύσεις. Προσφέρουν ερωτήματα»
Θα έλεγα ότι είναι ένα βιβλίο για τα ζώα γραμμένο για τους ανθρώπους. Δεν με ενδιέφερε να καταγράψω απλώς τη σκληρότητα. Η σκληρότητα είναι ήδη γνωστή, απλώς συχνά αόρατη. Με ενδιέφερε να φωτίσω τον μηχανισμό που την παράγει και την καθιστά αποδεκτή.
Δεν πιστεύω ότι οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως σκληροί. Πιστεύω ότι είναι εξαιρετικά προσαρμοστικοί. Και αυτή η προσαρμοστικότητα, όταν λειτουργεί μέσα σε άδικα συστήματα, μετατρέπεται σε συνενοχή. Το βιβλίο δεν κατηγορεί, αλλά δεν αθωώνει κιόλας.
Αν είναι υπενθύμιση, τότε είναι υπενθύμιση του πόσο εύκολα χάνουμε την ικανότητα να βλέπουμε τον άλλον ως υποκείμενο και όχι ως μέσο. Σήμερα αυτός ο «άλλος» είναι τα ζώα. Αύριο μπορεί να είναι οτιδήποτε δεν χωράει στους όρους χρησιμότητας.
Οι «Ιστορίες χωρίς φωνή» δεν προσφέρουν λύσεις. Προσφέρουν ερωτήματα. Και ίσως αυτό είναι το πιο τίμιο που μπορεί να κάνει ένα βιβλίο: να μας αναγκάσει να σταθούμε λίγο πιο άβολα απέναντι στον εαυτό μας.




