«Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία» του Στάθη Γκότση: Ένα σημαντικό βιβλίο – εργαλείο για τη μουσειακή εκπαίδευση
Ένα βιβλίο, απαραίτητο όχι μόνο για όσους ασχολούνται με τη μουσειακή εκπαίδευση, αλλά και για τους επαγγελματίες του πολιτισμού γενικότερα - Γράφει η Εύα Φουρλίγκα
Λέξεις: Εύα Φουρλίγκα
Το παρακάτω κείμενο επιχειρεί να φωτίσει πτυχές από τη μουσειοπαιδαγωγική διαδρομή του Στάθη Γκότση, στην οποία πορεύτηκε για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Πρόκειται για μια μακρά και συνεπή πορεία, που σε μεγάλο βαθμό ταυτίζεται χρονικά με την εξέλιξη της μουσειακής εκπαίδευσης στην Ελλάδα.
Το γεγονός αυτό κάνει το βιβλίο του «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Τόπος», ακόμη πιο ενδιαφέρον, καθώς ο συγγραφέας αποτελεί για τον επιστημονικό μας χώρο «ζωντανή ιστορία» και είναι μάρτυρας μιας μεγάλης διαδρομής με πολλές προκλήσεις, αναζητήσεις, μεγάλες απώλειες, κερδισμένα και χαμένα στοιχήματα.
Με τον Στάθη γνωριστήκαμε το 1991, στην εκπαιδευτική έκθεση «Ομήρου Ιλιάδα, από το μύθο στην πραγματικότητα» του Κέντρου Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων (ΚΕΠ), νυν Τμήμα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και Επικοινωνίας του Υπουργείου Πολιτισμού. Το ΚΕΠ τότε έκανε τα πρώτα του βήματα, δημιουργώντας εκπαιδευτικές εκθέσεις, που συνοδεύονταν από εκπαιδευτικές δράσεις για ποικίλες ομάδες κοινού.

Η έκθεση, η οποία λειτούργησε για ένα χρόνο στη βίλα Καπαντζή στη Θεσσαλονίκη, υπήρξε πρωτοποριακή και συνοδευόταν από εκπαιδευτικό πρόγραμμα για σχολικές ομάδες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Στην υλοποίηση του προγράμματος εργάστηκε μια αρκετά μεγάλη ομάδα πρόσφατα τότε αποφοίτων του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, σε συνεργασία με την αντίστοιχα μεγάλη ομάδα του ΚΕΠ της Αθήνας. Η συμμετοχή στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα αποτέλεσε την αρχή της πορείας του Στάθη στον χώρο της μουσειακής εκπαίδευσης, όπως και πολλών από εμάς. Αρκετά μέλη εκείνης της ομάδας στελέχωσαν αργότερα Μουσεία, Εφορείες Αρχαιοτήτων και Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ανάπτυξη της μουσειακής εκπαίδευσης στην Ελλάδα.
Από την εποχή εκείνη θυμάμαι έντονα τη συνεργασία με τη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης (νυν Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών Θεσσαλονίκης) και με το Σχολείο Κωφών και Βαρηκόων Θεσσαλονίκης. Θυμάμαι την προετοιμασία για την επίσκεψή τους, τις συζητήσεις σχετικά με την τροποποίηση της δράσης στις ανάγκες των ατόμων με οπτική ή ακουστική αναπηρία, τις σκέψεις, τις προτάσεις ώστε να μην υπάρξει καμία αστοχία κατά την υλοποίηση των εκπαιδευτικών δράσεων, την επίσκεψη των μαθητών και τη χαρά της επικοινωνίας μαζί τους. Αυτή ήταν και η πρώτη επαφή όλων μας με ειδικές ομάδες κοινού. Τότε, ήδη από το 1991, διαπιστώσαμε στην πράξη τη σημασία της δημιουργίας συμπεριληπτικών μουσείων και συμπεριληπτικών χώρων πολιτισμού.
Θυμάμαι όμως και τις ατέλειωτες συζητήσεις για θεωρητικά και πρακτικά θέματα, και την προσπάθεια όλης της εκπαιδευτικής ομάδας για προσωπική βελτίωση, με τις διαδικασίες άτυπης αξιολόγησης και αυτοαξιολόγησης, αλλά και την καθημερινή μας μέριμνα για την αξιολόγηση και τη βελτίωση του ίδιου του προγράμματος, καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής της έκθεσης στη Θεσσαλονίκη.
Σε όλα αυτά ο Στάθης έπαιζε πάντα καθοριστικό ρόλο, καθώς φαινόταν να έχει αντιληφθεί πλήρως τη λειτουργία και τους στόχους της μουσειοπαιδαγωγικής διαδικασίας.
Συνεπαρμένος προφανώς από τη συμμετοχή του και την εμπειρία στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, και έχοντας αποκτήσει ήδη μια επαφή με τη μεθοδολογία της μουσειακής εκπαίδευσης και του ανοίγματος των δράσεων σε ειδικές ομάδες κοινού, ο Στάθης μετακόμισε την επόμενη χρονιά στην Αθήνα και εντάχθηκε στο δυναμικό του Κέντρου Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων. Εκεί συνέχισε, μαζί με την ομάδα του ΚΕΠ, να συνεισφέρει ενεργά στη διαμόρφωση της μουσειακής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε μεθοδολογικό επίπεδο. Το ΚΕΠ εκείνη την περίοδο υπήρξε ένα δημιουργικό, πρωτοποριακό εργαστήρι μουσειοπαιδαγωγικής έρευνας και πράξης.
Από τις εκπαιδευτικές δράσεις αυτής της περιόδου, στις οποίες ο συγγραφέας του βιβλίου είχε κεντρικό ρόλο, ξεχωρίζουν το τριετές πρόγραμμα «Το σχολείο υιοθετεί ένα μνημείο» (ένα εμβληματικό ευρωπαϊκό πρόγραμμα που στην Ελλάδα εφαρμόστηκε μέσα από την συνεργασία των υπουργείων Παιδείας και Πολιτισμού με το ελληνικό τμήμα του ICOM), με την πολυετή και πολυεπίπεδη εκπαιδευτική αξιοποίηση του εργοστασίου αερίου Γκάζι της Αθήνας, με πειραματισμούς και καινοτόμα για την εποχή παιδαγωγικά εργαλεία, και το πρόγραμμα «Ο πολιτισμός ως μέσον κοινωνικής ένταξης – μια διαπολιτισμική προσέγγιση» για παιδιά μουσουλμανικών οικογενειών που κατοικούσαν στο κέντρο της Αθήνας. Και οι δυο αυτές πρωτοπόρες δράσεις παρουσιάζονται εκτενώς στο βιβλίο.
Το επόμενο στάδιο της καριέρας του ξεκίνησε στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας, όπου το 2000 ιδρύεται το άτυπο Γραφείο Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων. Εκεί, ως υπεύθυνος του Γραφείου, συνεχίζει τις καινοτόμες εκπαιδευτικές δράσεις για διάφορες ομάδες κοινού, σε συνεργασία με τον για 20 περίπου χρόνια στενό συνεργάτη του Πάνο Βοσνίδη, και μια αρκετά πολυπληθή ομάδα, συμβάλλοντας στο να αναδειχτεί το Βυζαντινό Μουσείο σε έναν δυναμικό και πρότυπο μουσειακό οργανισμό με έντονο τον κοινωνικό προσανατολισμό. Το μουσείο, υπό τη διεύθυνση του Δημήτρη Κωνστάντιου, διανύει εκείνη την περίοδο μια φάση εκσυγχρονισμού και εξωστρέφειας, γεγονός που ευνόησε την ανάπτυξη καινοτόμων πρωτοβουλιών.
Εκεί κάπου αρχίζουν και οι δικοί μας παράλληλοι βίοι, καθώς εγώ ήδη από το 1998 εργαζόμουν στο επίσης άτυπο Τμήμα Εκπαιδευτικών προγραμμάτων του ΜΒΠ στη Θεσσαλονίκη μαζί με τη Ρένα Βεροπουλίδου και την Ιουλία Γαβριηλίδου.

Συναντιόμασταν συχνά σε ημερίδες και συνέδρια που αφορούσαν τη μουσειακή εκπαίδευση, ως εκπρόσωποι των δύο Βυζαντινών μουσείων της χώρας. Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένες σημαντικές διοργανώσεις όπως το συνέδριο «Μουσεία και Εκπαίδευση» που διοργανώθηκε το 2007 από το Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας σε συνεργασία με το ελληνικό τμήμα του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM), τη Συνάντηση για τα Εκπαιδευτικά Προγράμματα και τη Μουσειακή Αγωγή «Η Άνοιξη των Μουσείων», που διοργανώθηκε το 2009 στο Ρέθυμνο, από την ΚΕ΄Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και την Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Ρεθύμνου και το πρωτοποριακό, για την εποχή του, σεμινάριο που διοργάνωσε το Τμήμα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και Επικοινωνίας της Διεύθυνσης Αρχαιολογικών Μουσείων, Εκθέσεων και Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού το 2018 στην Αθήνα με τον τίτλο «Πολιτισμός χωρίς δεσμά», αφιερωμένο στις εκπαιδευτικές δράσεις σε καταστήματα κράτησης. Στο σεμινάριο αυτό ο Στάθης παρουσίασε το πρόγραμμα που σχεδίασαν και υλοποίησαν με τον Πάνο Βοσνίδη στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα. Αυτές και πολλές άλλες εισηγήσεις και τους προβληματισμούς που τις συνόδευσαν μπορεί κανείς να τις βρει συγκεντρωμένες στον τόμο «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία».
Το 2014 είχαμε την τύχη να συνεργαστούμε στο πλαίσιο του προγράμματος που συντόνιζε ο ίδιος, «Με τους Ρομά στο Μουσείο», μαζί με 6 ακόμη Εφορείες Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Το πρόγραμμα αυτό, όπως και το Ρομά Routes παρουσιάζονται αναλυτικά στα τελευταία κεφάλαια του τόμου.
Όλη αυτή η μακρά διαδρομή του Στάθη, καταγράφεται ουσιαστικά στο βιβλίο του «Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία». Συγκεντρώνοντας άρθρα που έγραψε από το 1998 έως το 2024, ο τόμος αποτυπώνει τόσο τους θεωρητικούς προβληματισμούς όσο και τις πρακτικές εφαρμογές μιας πορείας τριών και πλέον δεκαετιών. Τα κείμενα δεν ακολουθούν χρονολογική σειρά, αλλά αναπτύσσονται από τη θεωρία, τη μεθοδολογία και προβληματισμούς σχετικά με τη μουσειακή εκπαίδευση, προς συγκεκριμένες δράσεις που απευθύνονται σε διαφορετικές ομάδες κοινού. Αυτό που τα συνδέει είναι η συστηματική θεωρητική θεμελίωση και η πλούσια βιβλιογραφική τεκμηρίωση.
Μέσα από το θεωρητικό πλαίσιο, αναδεικνύεται η δυναμική του μουσείου ως χώρου συμπερίληψης, ενεργητικής μάθησης και κοινωνικής ένταξης. Στο βιβλίο παρουσιάζονται δράσεις που επιχειρούν να μετατρέψουν το μουσείο σε χώρο συνάντησης, κατανόησης, διαλόγου και συμμετοχής, σε τόπο όπου το παρελθόν επικοινωνεί µε το παρόν, σε χώρο ενεργητικής μάθησης ανοιχτό σε μικρούς και μεγάλους: μαθητές, άτομα με αναπηρία, ηλικιωμένους, κρατούμενους, ψυχιατρικά ασθενείς και τοξικοεξαρτημένους, πρόσφυγες, καθώς και εθνοθρησκευτικές μειονότητες, όπως Ρομά και μουσουλμανικές κοινότητες.

Ο Στάθης στην εισαγωγή του βιβλίου του αναφέρει ότι αμφιταλαντεύτηκε για το αν θα έπρεπε να προχωρήσει στη συγκέντρωση των κειμένων του σε έναν τόμο. Στην πραγματικότητα όμως είναι πολύ σημαντικό ότι στον τόμο αυτό είναι συγκεντρωμένα τα περισσότερα από τα άρθρα του και έτσι το βιβλίο αποτελεί πολύτιμο εργαλείο για κάθε μελετητή της μουσειακής εκπαίδευσης και της μουσειολογίας.
Πρόκειται για ένα βιβλίο, απαραίτητο όχι μόνο για όσους ασχολούνται με τη μουσειακή εκπαίδευση, αλλά και για τους επαγγελματίες του πολιτισμού γενικότερα. Μέσα από τις σελίδες του καθίσταται σαφές ότι η μουσειακή εκπαίδευση δεν συνιστά πάρεργο της αρχαιολογίας, αλλά αποτελεί διακριτό επιστημονικό πεδίο, που καθορίζεται σε σχέση με τις θεωρητικές και μεθοδολογικές της αρχές από τις συζητήσεις και τους προβληματισμούς που αναπτύσσονται στον χώρο της μουσειολογίας και της παιδαγωγικής.
*Η Εύα Φουρλίγκα είναι Αρχαιολόγος-Μουσειολόγος στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού
