Βιβλίο

Robert M. Hayden στην Parallaxi: «Ποιους τελικά υπηρετεί το κράτος, τη στιγμή που ο σοσιαλισμός αρχίζει να καταρρέει;»

Ο διαπρεπής νομικός και ανθρωπολόγος - εισήγαγε την έννοια του «συνταγματικού εθνικισμού» - ξετυλίγει το νήμα του ευρωπαϊκού διαμελισμού με αφορμή την ελληνική έκδοση του βιβλίου του: «Από τη Γιουγκοσλαβία στα Δυτικά Βαλκάνια»

Ανδρέας Νεοκλέους
robert-m-hayden-στην-parallaxi-ποιους-τελικά-υπηρετεί-το-1476034
Ανδρέας Νεοκλέους

Στo πλαίσιo της 22ης ΔΕΒΘ και με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου «Από τη Γιουγκοσλαβία στα Δυτικά Βαλκάνια, Μελέτες ενός ευρωπαϊκού διαμελισμού (1991-2011)» από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, ο διαπρεπής νομικός και ανθρωπολόγος Robert M. Hayden ξετυλίγει σε μια εκτενή συνέντευξη στην Parallaxi μια πορεία 50 ετών:

Από το πρώιμο fieldwork με τους αυτόχθονες της Νέας Υόρκης και τους νομάδες της κεντρικής Ινδίας, μέχρι τη βίαιη αποσύνθεση της Σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας, ο Hayden χρησιμοποιεί τα εργαλεία της ανθρωπολογίας και του δικαίου και ανατέμνει τον εθνικισμό, τις μειονότητες στην Ευρώπη και τις γεωπολιτικές αυταπάτες της Δύσης.

«Πρέπει να θυμάστε ότι είμαι 76 ετών. Η εκπαίδευσή μου στην ανθρωπολογία ξεκίνησε πριν από μισό αιώνα στις Ηνωμένες Πολιτείες…»

Στη δεκαετία του 1970, η αμερικανική ανθρωπολογία ήταν προσανατολισμένη σχεδόν αποκλειστικά στη μελέτη μη-δυτικών πολιτισμών. Ωστόσο, η πρώτη επαφή του με το αντικείμενο έγινε εντός των αμερικανικών συνόρων, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, η οποία –πέρα από την ομώνυμη μητρόπολη – φιλοξενεί έξι προστατευόμενες περιοχές (Indian reservations) αυτοχθόνων.

Για ένα παιδί της λευκής μεσαίας τάξης από τα προάστια του Κονέκτικατ, η μετακίνηση στην Νέα Υόρκη και η συμβίωση με την Ινδιάνικη φυλή των Σενέκα ήταν η είσοδος σε έναν εντελώς άγνωστο κόσμο. Αν και στην καθημερινότητά τους οι άνθρωποι αυτοί έμοιαζαν με οποιονδήποτε άλλο κάτοικο της περιοχής, διατηρούσαν ζωντανό ένα βαθύ πλέγμα παραδοσιακών πεποιθήσεων, πρακτικών, γλώσσας και θρησκείας. Αρκεί να έδινε κανείς την απαραίτητη σημασία.

Ο Hayden μας εξιστορεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτισμικής διαφοροποίησης, όταν αντιμετώπισε ένα πρόβλημα υγείας με τον λαιμό του:

Ο Ινδιάνος της φυλής Σενέκα με τον οποίο διέμενε γνώριζε τις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών της περιοχής. Τον οδήγησε στο δάσος για να βρουν ένα συγκεκριμένο φυτό, το gold thread, προκειμένου να το κάνουν ιαματικό τσάι.

Όμως, η συλλογή του φυτού δεν μπορούσε να γίνει απλώς με το ξερίζωμά του – καθώς ο καπνός αποτελεί ιερό στοιχείο για τους αυτόχθονες της Αμερικής. Αυτός ο γηγενής καπνός, έχει μια πρωτόγονη μορφή, με έντονο άρωμα και όταν καίει έχει γαλάζιες αποχρώσεις.

Συνεπώς, πριν αγγίξουν το φυτό, ευχαρίστησαν τον Δημιουργό και «εξήγησαν» στο ίδιο το φυτό τον λόγο για τον οποίο έπρεπε να το μαζέψουν. Σύμφωνα με την δική τους κοσμοθεωρία, μου εξηγεί, αν δεν ακολουθηθεί αυτή η διαδικασία, το φυτό χάνει κάθε θεραπευτική του ιδιότητα.

«Και, ξέρεις, αυτό ήταν πραγματικά ενδιαφέρον. Εννοώ, δεν ήξερα τίποτα γι’ αυτό – ήταν μια εξαιρετική οικολογική λογική – ότι το φυτό δεν ήταν απλώς ένας πόρος προς εκμετάλλευση, αλλά ένα μέρος του περιβάλλοντος που πρέπει να τιμάται»

Μετά την εμπειρία του με τους αυτόχθονες, η τροχιά του στράφηκε προς την Ασία.

Έχοντας ολοκληρώσει σπουδές και στη Νομική σχολή, συνδύασε τα δύο πεδία και πραγματοποίησε τη διδακτορική του έρευνα στην κεντρική Ινδία, μελετώντας μια κάστα αναλφάβητων νομάδων και τους μηχανισμούς επίλυσης των μεταξύ τους διαφορών.

Καθώς συζητάμε, είναι σημαντικό να μεταφέρω στον αναγνώστη τι ακριβώς μου έδωσε να καταλάβω για το τι σήμαινε να κάνεις ανθρωπολογία πριν από 50 χρόνια, στην Ινδία. Σήμερα, έχουμε την εντύπωση ότι «επισκεπτόμαστε» την Ινδία επειδή τη βλέπουμε στις οθόνες των τηλεφώνων μας. Όμως, η Ινδία που συνάντησε εκείνος δεν είχε καμία σχέση με αυτή την ψηφιακή αυταπάτη.

«Εκείνη την εποχή, θα μπορούσες κάλλιστα να βρίσκεσαι στην πίσω πλευρά του φεγγαριού», μου εξήγησε, περιγράφοντας μια κατάσταση πραγματικής απομόνωσης. Δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, στην πραγματικότητα, ελάχιστα κινητά τηλέφωνα, επομένως δεν υπήρχε άμεση επικοινωνία. Όταν έφτανες εκεί, ήσουν πράγματι αλλού – αποκομμένος από τον δικό σου κόσμο με έναν τρόπο που σήμερα μοιάζει αδιανόητος.

Σε αυτόν λοιπόν, τον εντελώς διαφορετικό κόσμο, βρέθηκε αντιμέτωπος με κάποιες καινούργιες πραγματικότητες: Πρώτα από όλα αν και ο ίδιος είχε διδαχθεί την επίσημη διάλεκτο, διαπίστωσε πως το τοπικό ιδίωμα των νομάδων που μελετούσε διέφερε ριζικά. Η ακαδημαϊκή προετοιμασία ήρθε αντιμέτωπη με τη ζωντανή, απρόβλεπτη πραγματικότητα του πεδίου.

Επιπροσθέτως, στην Ινδία της δεκαετίας του ’70, ο όρος «Ευρωπαίος» λειτούργησε ως φυλετική κατηγορία. Αν και είναι Αμερικανός, για τους ανθρώπους με τους οποίους συμβίωνε, ήταν «Ευρωπαίος» – κάτι που σήμαινε ότι πάντα ξεχώριζε. Αυτό όμως μπορούσε να έχει και πλεονεκτήματα – στην πόλη όπου είχε την έδρα του, την Πούνε (Pune), πολλοί αντιπαθούσαν τους χίπις που είχαν έρθει στο άσραμ του Ρατζνίς (Rajneesh ashram), οι οποίοι συχνά συμπεριφέρονταν με τρόπο που προσβάλλε πολλούς Ινδούς. Συμπεριφερόμενος, αντίθετα, με τρόπο που αρμόζει στην ινδική κουλτούρα και κοινωνία, ο Χέιντεν μπορούσε να κάνει καλή εντύπωση. Πάντα όμως έπρεπε να βρει ποιοι ακριβώς θα ήταν αυτοί οι τρόποι.

«Η πεμπτουσία της ανθρωπολογίας είναι η διαρκής αντιπαράθεση με το απρόβλεπτο. Διαμορφώνεις ερευνητικά ερωτήματα βασισμένος στη βιβλιογραφία, αλλά όταν φτάνεις στο πεδίο, αντικρίζεις πράγματα που ποτέ δεν είχες φανταστεί. Αυτό είναι το πιο γοητευτικό κομμάτι της δουλειάς μας»

Κατά τη διάρκεια της έρευνάς του στην Ινδία, γνώρισε μια «ευφυή, όμορφη μεταπτυχιακή φοιτήτρια από τη Γιουγκοσλαβία» μου ανέφερε. Επομένως, το κεφάλαιο που τον ήθελε να μεταπηδάει από την Ινδία στα Βαλκάνια, αποτέλεσμα προσωπικής ανατροπής.

Χρησιμοποιεί μια γνωστή αγγλική έκφραση, για να πει πώς τον Δεκέμβριο του 1979 βρέθηκε απροσδόκητα στο Βελιγράδι, κατά την επιστροφή του από την Ινδία: «to see about a girl» (για να δει μια κοπέλα). Παντρεύτηκαν τον Αύγουστο του 1980 και έκτοτε είναι μαζί.

Μέχρι τότε, η γνώση του για τη Γιουγκοσλαβία ήταν περιορισμένη στα στερεότυπα του μέσου Αμερικανού της εποχής: «Τίτο, σοσιαλισμός και τίποτα άλλο». Ωστόσο, εκμεταλλευόμενος μια υποτροφία Fulbright στη Γιουγκοσλαβία για τη μελέτη του σοσιαλιστικού δικαίου, αποφάσισε να εφαρμόσει την ανθρωπολογική του εκπαίδευση στη νέα του πατρίδα.

Η ικανότητά του να αποκωδικοποιεί γρήγορα ξένους πολιτισμούς, την οποία απέκτησε στην Ινδία, αποδείχθηκε αρκετά χρήσιμη στο νέο πεδίο έρευνας που επέλεξε να μελετήσει.

Αναλύοντας τη Γιουγκοσλαβική Κατάρρευση μέσω της Διχοτόμησης της Ινδίας (1947)

Όταν η Γιουγκοσλαβία άρχισε να καταρρέει και να βυθίζεται στον πόλεμο στις αρχές της δεκαετίας του ’90, οι αναλύσεις που συνέγραψε ο Hayden με τη σύζυγό του θεωρήθηκαν καινοτόμες και διεισδυτικές, αν και μερικές φορές αμφιλεγόμενες.

Ο λόγος ήταν απλός, δεν είχαν εκπαιδευτεί ως κλασικοί σπουδαστές της γιουγκοσλαβικής ή βαλκανικής ιστορίας, αλλά της ινδικής. Ωστόσο, προσθέτει ότι:

«Οι κατηγορίες που είχαμε μάθει για την ανάλυση της Ινδίας μας έδωσαν στην πραγματικότητα στοιχεία για την ανάλυση των εξελίξεων στη Γιουγκοσλαβία»

Όταν αντίκρισε τη δημογραφική και πολιτική διαμόρφωση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης του 1991, μου λέει, αναγνώρισε αμέσως ότι οι δομές αυτές ήταν παρόμοιες με αυτές του Πουντζάμπ το 1947. Κι αυτό γιατί, «η διαδικασία συγκρότησης ενός νεοσύστατου έθνους-κράτους σε εδάφη όπου συνυπάρχουν διαφορετικές κοινότητες με διακριτές εθνικές ταυτότητες ακολουθεί συγκεκριμένα, οδυνηρά μοτίβα».

Κατά τη Διχοτόμηση της Ινδίας το 1947 όταν έφυγαν οι Βρετανοί, ιδιαίτερα στην περιοχή του Πουντζάμπ αναδείχθηκαν καινούργιες πραγματικότητες. Αν και όλοι μιλούσαν την ίδια γλώσσα και ζούσαν αναμεμειγμένοι (χωρίς όμως να συνάπτουν γάμους μεταξύ τους) για αιώνες, χωρίζονταν, λόγω της θρησκευτικής τους κληρονομιάς, σε τρεις ξεχωριστές εθνικές κοινότητες. Όπως αναφέρει:

  • Η σύγκρουση των εθνοθρησκευτικών εθνικών ταυτοτήτων: οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί ζητούσαν την ένταξή τους στο γειτονικό Πακιστάν, ενώ οι μη μουσουλμάνοι (ινδουιστές και σικχ) ζητούσαν την ένταξή τους στη γειτονική Ινδία.
  • Βίαιη ομογενοποίηση των νέων εθνικών εδαφών: Και οι τρεις κοινότητες συμφώνησαν ότι τα σύνορα θα χαράσσονταν από τους Βρετανούς, αλλά μόλις αυτά δημοσιεύτηκαν, η κοινωνία του Πουντζάμπ και στις δύο πλευρές διαλύθηκε βίαια, με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και εκατομμύρια εκτοπισμένους στο πλαίσιο μιας «ανταλλαγής πληθυσμών». Το Δυτικό Πουντζάμπ πήγε στο Πακιστάν και το Ανατολικό Πουντζάμπ στην Ινδία. Το αποτέλεσμα; Σήμερα, δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου μουσουλμάνοι στο Ανατολικό Πουντζάμπ και ουσιαστικά κανένας μη μουσουλμάνος στο Δυτικό Πουντζάμπ.

O Hayden είχε προβλέψει παρόμοιες πολιτικές δυναμικές και στην περίπτωση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, μετά τις εκλογές του 1990. Οι Σέρβοι ψήφισαν συντριπτικά ένα μοναδικό σερβικό εθνικιστικό κόμμα, οι Κροάτες ένα μοναδικό κροατικό εθνικιστικό κόμμα και οι Μουσουλμάνοι ένα μοναδικό μουσουλμανικό εθνικιστικό κόμμα.

Τα σερβικά και κροατικά κόμματα απέρριψαν την εξουσία μιας κεντρικής βοσνιακής κυβέρνησης, ενώ οι Μουσουλμάνοι απαίτησαν ακριβώς αυτό. Αυτό το εκλογικό πρότυπο έχει επαναληφθεί σε κάθε εκλογική αναμέτρηση που διεξήχθη στη Βοσνία από το 1990: η ψηφοφορία αποτελεί ουσιαστικά μια εθνοτική απογραφή.

Η τελευταία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, μπορούσε να επιβιώσει μόνο ως μέρος της ευρύτερης Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας, όπου η ευρύτερη κρατική οντότητα υπερίσχυε των εθνοτικών διαφορών.

Μόλις όμως η ανεξαρτησία τέθηκε ως ζήτημα, αυτή η ευαίσθητη ισορροπία ανατράπηκε με τον πιο βίαιο τρόπο, καθώς οι περισσότεροι Σέρβοι και Κροάτες έβλεπαν το μέλλον τους εκτός των ορίων ενός βοσνιακού κράτους. Οι Βόσνιοι Κροάτες αρνήθηκαν να συμβιβαστούν, επιδιώκοντας την ένωση των εδαφών τους με την Κροατία. Οι Βόσνιοι Σέρβοι ήθελαν να ενωθούν με τη Σερβία. Οι Μουσουλμάνοι (που ονομάστηκαν Βοσνιάκοι μετά το 1993) επέμεναν στην ακεραιότητα μιας ανεξάρτητης Βοσνίας-Ερζεγοβίνης επειδή, όπως έλεγαν, «δεν είχαν άλλη πατρίδα».

Θα ήταν ωστόσο απλοϊκό –και ιστορικά άστοχο– να υποθέσει κανείς ότι η περίφημη “Αδελφότητα και Ενότητα” του Τίτο υπήρξε ένα επιφανειακό οικοδόμημα που κατέρρευσε εν μια νυκτί. Όταν τον ρωτώ για το αν αυτό το γιουγκοσλαβικό ιδεώδες ήταν απλώς μια επίπλαστη βιτρίνα, ο Hayden απαντάει:

«Η γιουγκοσλαβική τραγωδία δεν συνέβη εν κενώ, είχε τις ρίζες της στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο»

Αυτή λοιπόν η τραγωδία, συνδιαμορφώθηκε από: την αντίσταση στους φασιστικούς εισβολείς, έναν εμφύλιο πόλεμο μεταξύ εθνικιστικών στρατών, των Κροατών Ustashe και των Σέρβων Chetniks , καθώς και μια κομμουνιστική επανάσταση.. Με το κομμουνιστικό δόγμα ότι «ο εργάτης δεν έχει άλλη εθνικότητα παρά μόνο την εργασία του», οι Παρτιζάνοι κατήγγειλαν τον εθνικισμό ως μια επικίνδυνη «μυθοποίηση» και την όλη σύρραξη ως έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο που καταπίεζε όλους τους εργαζόμενους ανθρώπους εξίσου.

«Ο στρατός του Τίτο ήταν η μοναδική δύναμη που είχε συμμετοχή από όλους: Σέρβους, Κροάτες, Μουσουλμάνους, Σλοβένους, Μακεδόνες, Αλβανούς και Ούγγρους. Από εκεί ακριβώς πηγάζει η “Αδελφότητα και Ενότητα”», τονίζει. Όταν λοιπόν συγκροτήθηκε το σοσιαλιστικό κράτος της Γιουγκοσλαβίας, δεν ήταν μια αυθαίρετη επιβολή, αλλά το αποτέλεσμα μιας επώδυνης προσπάθειας ώστε να μην επαναληφθούν οι ίδιες τραγικές εικόνες του πολέμου που συνέβη το 1941-1945.

Η σοφία αυτής της προσπάθειας έγινε εμφανής το 1991, όταν ξέσπασε ο πόλεμος και οι όροι «Ustashe » και «Chetniks » επανήλθαν στη χρήση από Σέρβους και Κροάτες για να περιγράψουν τους αντίστοιχους νέους στρατούς τους. Ο Hayden είδε αυτή την επιστροφή στις εχθρότητες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ως το «ξεκαλούκωμα των βρικολάκων» (“vampires unstaked”).

Ωστόσο, όπως επισημαίνει με νόημα, το ζήτημα που τον απασχόλησε ιδιαίτερα στην έρευνά του το 1989-1991 ήταν τι συμβαίνει όταν αυτό το “ιδεολογικό” δίχτυ αρχίζει να ξεφτίζει:

«Άρχισα να εξετάζω το εξής ζήτημα: ποιους τελικά υπηρετεί το κράτος, τη στιγμή που ο σοσιαλισμός άρχιζει να καταρρέει;»

Και εδώ είναι που ο Hayden, αξιοποιώντας την ιδιότητά του ως νομικός, στρέφει το βλέμμα του σε κάτι που για τους πολλούς φαντάζει τεχνικό και ανιαρό: τα Συντάγματα.

«Οι άνθρωποι λένε, “Συντάγματα; Αυτό είναι βαρετό όσο δεν πάει”», μου λέει χαρακτηριστικά. «Όχι όμως αν ξέρεις τι ακριβώς ψάχνεις».

Στα σοσιαλιστικά συντάγματα, η απάντηση στο ερώτημα «ποιος είναι κυρίαρχος» ήταν ξεκάθαρη: «Η κυριαρχία ανήκει στην εργατική τάξη και σε όλους τους εργαζόμενους ανθρώπους». Όπως εξηγεί, σε εκείνο το καθεστώς, αν δεν ήσουν μέρος της εργατικής τάξης, ήσουν απλώς ο «ταξικός εχθρός» και το κράτος υπήρχε εκεί για να σε εξοντώσει.

Όταν όμως ο σοσιαλισμός κατέρρευσε, το κενό αυτό έπρεπε να καλυφθεί. Εκεί, παρατήρησε μια μετατόπιση που οι περισσότεροι προσπέρασαν ή μάλλον αγνόησαν:

«Οι Σλοβένοι το έκαναν πρώτοι, και έγραψα ένα άρθρο γι’ αυτό — ήταν κάτι που φαινόταν πολύ ασυνήθιστο», θυμάται. Αντί η «εργατική τάξη» να είναι κυρίαρχη, το Σύνταγμα ξαφνικά όριζε τη Δημοκρατία της Σλοβενίας ως το «εθνικό κράτος του κυρίαρχου εθνοτικά σλοβενικού έθνους».

Αυτή η αλλαγή, εξηγεί, είναι η πεμπτουσία αυτού που ονόμασε «Συνταγματικό Εθνικισμό» (Constitutional Nationalism) σε ένα ιστορικό άρθρο του 1992.

«Αυτό σημαίνει ουσιαστικά ότι αν δεν ήσουν εθνοτικά Σλοβένος, βρισκόσουν σε μειονεκτική θέση», σημειώνει. «Και όλοι το έκαναν. Αυτή είναι η κλασική δομή του ευρωπαϊκού έθνους-κράτους: η εθνοτική ομάδα, και όχι το σύνολο των πολιτών, είναι κυρίαρχο στο δικό του κράτος, ελέγχοντας το έδαφος και την κυβέρνηση προς όφελός του. Έτσι διατυπώνεται το γερμανικό σύνταγμα, το βουλγαρικό, καθώς και το ρουμανικό μετά τον κομμουνισμό.»

«Στην Ινδία υπάρχει ένα παλιό ρητό που λέει ότι αν ήταν καλό να έχεις αδελφό, ο Θεός θα τον είχε κρατήσει για τον εαυτό του. Και μου φαίνεται ότι στην Ευρώπη, αν ήταν καλό να ανήκεις σε μια μειονότητα, όλοι θα ήθελαν να είναι μέλος μιας τέτοιας. Και κανείς δεν το θέλει αυτό. Οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες»

Το σημαντικό που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι αυτή η νομική διατύπωση δεν ήταν απλώς μια γραφειοκρατική φράση. Αντίθετα, αντιπροσώπευε μια μετάβαση από τη δοξασία της «αδελφότητας και ενότητας» της εργατικής τάξης σε μια νέα πραγματικότητα, όπου η κυριαρχία σε ένα έδαφος καθορίζεται, αν μη τι άλλο, κυρίως από την εθνική καταγωγή: «Η Σερβία για τους Σέρβους, η Κροατία για τους Κροάτες και η Σλοβενία για τους Σλοβένους».

«Ο κόσμος νομίζει ότι τα συντάγματα είναι απλώς τεχνικά έγγραφα», συμπληρώνει. Ενώ καταληκτικά υπογραμμίζει: «Όμως, αν κοιτάξεις προσεκτικά τι συμβαίνει, βλέπεις τους ανθρώπους να καθρεφτίζουν σε αυτά τις βαθιές κοινωνικές αλλαγές».

Επομένως, αν το Σύνταγμα καθορίζει ποιος είναι ο κυρίαρχος, τότε η Βοσνία-Ερζεγοβίνη ήταν το σημείο όπου αυτή η λογική κατέρρευσε ολοκληρωτικά. Εκεί, ο “συνταγματικός εθνικισμός” βρήκε μπροστά του έναν ανυπέρβλητο γεωγραφικό και δημογραφικό γρίφο.

Ενώ στη Σλοβενία ή τη Σερβία υπήρχε μια σαφής εθνική πλειοψηφία που μπορούσε να επιβάλει το μοντέλο του “εθνικού κράτους”, στη Βοσνία δεν υπήρχε καμία. Το 1991, ο πληθυσμός ήταν ένα μωσαϊκό: περίπου 42% Μουσουλμάνοι (Βοσνιάκοι), 32% Σέρβοι και 17% Κροάτες.

Όπως μου εξηγεί ο Hayden, το πρόβλημα ήταν δομικό: «Πώς σχηματίζεις ένα κράτος όταν το μισό του πληθυσμού απορρίπτει την ύπαρξή του;».

Οι Κροάτες και οι Σέρβοι της Βοσνίας, έχοντας το βλέμμα τους στραμμένο προς το Ζάγκρεμπ και το Βελιγράδι αντίστοιχα, απέρριπταν την ιδέα ενός ενιαίου βοσνιακού κράτους. Στον αντίποδα, οι Βοσνιάκοι θεωρούσαν τη Βοσνία τη μοναδική τους πατρίδα. Το αποτέλεσμα ήταν μια «διχοτομημένη» λογική που οδήγησε στο πεδίο της μάχης.

Σε αυτό το σημείο της συζήτησής μας, η κριτική του Hayden για τη διεθνή κοινότητα γίνεται καυστική. Αναφέρεται στον τελευταίο Αμερικανό πρέσβης στη σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία, που γνώριζε και ο ίδιος προσωπικά, ο οποίος, σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση στον δημοσιογράφο David Binder, παραδέχτηκε το ολέθριο σφάλμα της Δύσης: «Ελπίζαμε ότι αν αναγνωρίζαμε τη Βοσνία, θα θέταμε τους Σέρβους και τους Κροάτες προ τετελεσμένου γεγονότος και θα αποτρέπαμε τον πόλεμο. Αποδείχθηκε ότι κάναμε λάθος».

«Αν δεν επιτρέπατε στους Κροάτες και τους Σέρβους να μοιράσουν το έδαφος στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων», παρατηρεί ο Χέιντεν, «τότε θα το έκαναν στο πεδίο της μάχης. Είχαν στρατούς, είχαν όπλα. Και ακριβώς γι’ αυτό έγινε ο πόλεμος».

Παρόλα αυτά, η εμπλοκή της Δύσης δεν ήταν μια αυθόρμητη κίνηση αλτρουισμού, αλλά το αποτέλεσμα μιας διαρκούς αναζήτησης ερεισμάτων από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές.

Καθώς η Γιουγκοσλαβία κατέρρεε, κάθε εθνοτική ομάδα έψαχνε απεγνωσμένα έναν ισχυρό σύμμαχο στο εξωτερικό για να νομιμοποιήσει τις διεκδικήσεις της.

Όπως επισημαίνει, οι Κροάτες στράφηκαν αμέσως στη Γερμανία –η οποία πίεσε για την ανεξαρτησία τους, προκαλώντας κύματα ευγνωμοσύνης στην Κροατία με το σύνθημα «Danke Deutschland»– ενώ οι Σέρβοι αναζήτησαν τη στήριξη της Ρωσίας. Οι Βοσνιάκοι Μουσουλμάνοι, όμως, βρέθηκαν σε μια πιο δύσκολη θέση: χρειαζόταν να πείσουν τις ΗΠΑ, οι οποίες εκείνη την εποχή δεν υφίστατο μια ευμενής αντίληψη για τους μουσουλμανικούς λαούς.

Αποκαλύπτει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διπλωματική «σκακιέρα» με πρωταγωνίστρια την Τουρκία:

«Θυμάμαι μια συνέντευξη Τύπου στην οποία παρευρέθηκε ο εκπρόσωπος Τύπου του τότε Προέδρου της Τουρκίας», αφηγείται ο Hayden. Είπε ότι το 1991 μια αντιπροσωπεία Βόσνιων πολιτικών από το Σαράγεβο ζήτησε να δει τον Πρόεδρο. Ο Πρόεδρος τους ρώτησε τι ακριβώς ζητούσαν, αφού, όπως είπε, «Είμαι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Τουρκίας, όχι ο Οθωμανός σουλτάνος, και βρισκόμαστε στην Άγκυρα, όχι στην Κωνσταντινούπολη». Η απάντησή τους ήταν ενδιαφέρουσα: είπαν ότι το γνώριζαν αυτό, αλλά ήθελαν η Τουρκία να τους φέρει σε επαφή με την αμερικανική κυβέρνηση.

Επειδή οι Βοσνιάκοι ταυτίζονταν με τον όρο «Μουσουλμάνοι», γνώριζαν ότι στην Αμερική η εικόνα τους ήταν προβληματική. Ζήτησαν λοιπόν από την Τουρκία –μια κοσμική μουσουλμανική χώρα– να λειτουργήσει ως «γέφυρα» προς την Ουάσιγκτον.

Όπως μου εξηγεί, ήταν μια εξαιρετική κίνηση. Επειδή οι Βόσνιοι ταυτίζονταν με τον όρο «Μουσουλμάνοι», γνώριζαν ότι η εικόνα τους στην Αμερική ήταν προβληματική. Ζήτησαν λοιπόν από την Τουρκία —μια κοσμική μουσουλμανική χώρα και μέλος του ΝΑΤΟ— να λειτουργήσει ως «γέφυρα» προς την Ουάσιγκτον.

Παράλληλα, εντός των ΗΠΑ, οι Βοσνιάκοι υιοθέτησαν μια ρητορική που μιλούσε απευθείας στο αμερικανικό κοινό. Προβάλλοντας τον εαυτό τους ως τα μεγαλύτερα θύματα του πολέμου, επικαλέστηκαν τη μνήμη του Ολοκαυτώματος, δηλώνοντας πως «είναι οι νέοι Εβραίοι», θύματα γενοκτονίας.

Η ρητορική αυτή κέρδισε τη στήριξη της αμερικανοεβραϊκής κοινότητας, συμβάλλοντας στην παροχή πολιτικού κεφαλαίου ώστε, να πείσουν την Ουάσιγκτον να παρέμβει.

«Ήταν μια εξαιρετικά έξυπνη κίνηση», καταλήγει. «Μέσα από αυτά τα κανάλια, οι Βοσνιάκοι κατάφεραν να μετατρέψουν την επιθυμία τους για διατήρηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ως κεντρικού κράτους, ώστε να επιβιώσει, σε διεθνές πολιτικό ζήτημα, εξασφαλίζοντας μια στήριξη που καμία άλλη πλευρά δεν κατάφερε να διαχειριστεί με τόσο αποτελεσματικό τρόπο».

Η παρέμβαση της Δύσης, επομένως, δεν ήταν μια «ουδέτερη» κίνηση επιδιαιτησίας, αλλά το τελικό αποτέλεσμα μιας επιτυχημένης, σε πολλές περιπτώσεις, άσκησης lobbying και γεωπολιτικών συμμαχιών, όπου οι Βοσνιάκοι χρησιμοποιήθηκαν –και χρησιμοποίησαν– ώστε να αναγνωριστεί η παρουσία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης στον γεωπολιτικό χάρτη, κερδίζοντας μια θέση στον ΟΗΕ.

Στη συζήτησή μας, δεν παρέλειψε να σκιαγραφήσει και τον Σέρβο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς: όχι ως έναν ιδεολόγο, αλλά ως έναν «λαμπρό τακτικιστή με απαράδεκτη στρατηγική». Ήταν ο άνθρωπος που ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει σήμερα για να κερδίσει τα πρωτοσέλιδα των σερβικών εφημερίδων την επόμενη μέρα, αδιαφορώντας –ή ίσως και αγνοώντας– τις καταστροφικές μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη χώρα του.

Το μεγαλύτερο στρατηγικό του σφάλμα, κατά τον ίδιο, ήταν η επιλογή της Ρωσίας ως συμμάχου το 1991. «Ενώ όλη η Ανατολική Ευρώπη στρεφόταν προς τη Δύση, ο Μιλόσεβιτς διάλεξε τη Ρωσία – μια επιλογή για την οποία η Σερβία πληρώνει το τίμημα μέχρι σήμερα».

Η ιστορική ειρωνεία που επισημαίνει είναι βαθιά: η ρωσική επιρροή στα Βαλκάνια είχε τις ρίζες της στον 19ο αιώνα, όταν η Ρωσία είχε επιβάλει την έννοια της «διπλής διακυβέρνησης» (ανάμεσα στους Οθωμανούς πασάδες και τον Σέρβο πρίγκιπα) για να χτιστεί το σερβικό κράτος.

Το 1991, η Σερβία ήταν ο τελευταίος εναπομένοντας σύμμαχος της Μόσχας στην περιοχή.

«Μέρος του λόγου για τον οποίο το ΝΑΤΟ επιτέθηκε στη Σερβία το 1991», εξηγεί ο Hayden, «ήταν η επιδίωξη να επεκταθεί το ΝΑΤΟ στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Αυτό έγινε αμέσως. Και ο στόχος ήταν ο οριστικός αποκλεισμός της Ρωσίας από τα Βαλκάνια για πρώτη φορά από το 1830». Αν και η Δύση δεν θα το παραδεχόταν ποτέ επίσημα, για τον Hayden ήταν ολοφάνερο – και, κυρίως, ήταν ολοφάνερο για τους ίδιους τους Ρώσους.

Μετά τη λήξη των συγκρούσεων στη Βοσνία, η συμφωνία του Dayton (1995) δημιούργησε ένα κράτος-υβρίδιο. Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη επιβίωσε ως διεθνώς αναγνωρισμένη οντότητα, αλλά εσωτερικά «τεμαχίστηκε» σε οντότητες που, στην πράξη, λειτουργούν με αυτονομία.

Εδώ, ο Hayden εισάγει μια εξαιρετικά εύγλωττη μεταφορά: το «εθνοτικό αρχιπέλαγος». Η Βοσνία παρουσιάζει μια εθνοπολιτική γεωγραφία όπου κάθε εθνοτική ομάδα αποτελεί ένα «νησί» μέσα σε μια «θάλασσα» που αποτελείται από τα εδάφη των άλλων κοινοτήτων. Πώς, λοιπόν, μπορεί ένα τέτοιο κράτος να επιβιώσει;

«Αυτό που παρατηρήσαμε με την ερευνητική μου ομάδα», λέει «είναι ότι παρά τον διαχωρισμό, έχουν αναπτυχθεί υποδομές που επιτρέπουν στους ανθρώπους να συνυπάρχουν πρακτικά». Είναι οι «αόρατες» συνδέσεις:

• Οι πινακίδες των αυτοκινήτων: Δεν αποκαλύπτουν την πόλη εγγραφής , επιτρέποντας την ελεύθερη μετακίνηση χωρίς φόβο αναγνώρισης.

• Το ενιαίο νόμισμα: Το «μετατρέψιμο μάρκο» (KM) που χρησιμοποιείται σε όλη τη χώρα.

• Οι ενοποιημένες υποδομές: Το ηλεκτρικό δίκτυο, τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας, οι νέοι αυτοκινητόδρομοι, το σιδηροδρομικό δίκτυο και τα ταχυδρομικά δίκτυα, τα οποία λειτουργούν αρμονικά παρά τις επιμέρους εθνοτικές «ετικέτες» που φέρουν πολλοί από τους παρόχους υπηρεσιών.

«Είναι μια χώρα που ζει ο καθένας δίπλα στον άλλον, παρά τον διαχωρισμό», καταλήγει. Το κεντρικό κράτος στο Σεράγεβο είναι «δυσκίνητο», αλλά το μεγαλύτερο μέρος της κυβερνητικής εξουσίας ασκείται σε κατώτερα επίπεδα: από τη μία πλευρά η Σερβική Δημοκρατία, με συντριπτική πλειοψηφία Σέρβων, και από την άλλη τα κρατίδια της Ομοσπονδίας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, με συντριπτική πλειοψηφία Βόσνιων και Κροατών.

Το σύστημα στο σύνολό του λειτουργεί ακριβώς επειδή βασίζεται σε αυτές τις καθημερινές, λειτουργικές συνδέσεις.

Στο τελευταίο κομμάτι της ανάλυσής του, ο Hayden θίγει το πιο επώδυνο ίσως σημείο της βοσνιακής πραγματικότητας: τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν καταναλώνεται από το παρόν.

«Μετά τους πολέμους, δεν υπήρχαν ήρωες», παρατηρεί. Ενώ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Γιουγκοσλαβία ανέγειρε μνημεία για τους νικηφόρους Παρτιζάνους και για μεμονωμένους ήρωες της κομμουνιστικής επανάστασης, στη μεταπολεμική Βοσνία η διεθνής κοινότητα δεν επέτρεψε αυτού του είδους την ηρωοποίηση.

Αντ’ αυτού, τα μνημεία επικεντρώνονται αποκλειστικά στους νεκρούς στρατιώτες των τριών ξεχωριστών στρατών: εκείνους του σχεδόν εξ ολοκλήρου μουσουλμανικού Στρατού της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, του αποκλειστικά κροατικού Συμβουλίου Άμυνας της Κροατίας ή του αποκλειστικά σερβικού Στρατού της Δημοκρατίας Σέρπσκα, καθώς και στα αντίστοιχα θύματα μεταξύ των πολιτών κάθε κοινότητας.

Πρόκειται για ξεχωριστά μνημεία που υποδηλώνουν ποια κοινότητα κυριαρχεί σε κάθε «νησί» του αρχιπελάγους. Δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου μνημεία για όλους όσους σκοτώθηκαν στον πόλεμο, ακόμη και στο Σαράγεβο, την πρωτεύουσα.

Αυτή η έμφαση στο τραύμα δημιούργησε ένα φαινόμενο «ανταγωνιστικής θυματοποίησης». Κάθε λαός —Σέρβοι, Κροάτες, Βόσνιοι— πρέπει να αποδείξει ότι ήταν το μεγαλύτερο θύμα του πολέμου του 1992-95 ή, αν αυτό δεν καταστεί δυνατό, επιστρέφει στις απώλειές του από προηγούμενες συγκρούσεις, όπως ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, για να θεμελιώσει τη θέση του ως «απόλυτο θύμα».

Ο Χέιντεν υιοθετεί κριτική στάση απέναντι στη χρήση του όρου «γενοκτονία» από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY). Χωρίς να αμφισβητεί το μέγεθος του εγκλήματος στη Σρεμπρένιτσα — την οποία ο ίδιος έχει επισκεφθεί αρκετές φορές μαζί με συναδέλφους του και περιγράφει ως «μαζική εγκληματικότητα».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πάνω από 8.000 Βόσνιοι άνδρες σκοτώθηκαν σε λίγες μέρες τον Ιούλιο του 1995, η πλειοψηφία των οποίων εκτελέστηκε αφού είχε αιχμαλωτιστεί.

Ωστόσο, επισημαίνει τη νομική «τρέλα» της απόφασης. Ο ορισμός της συνέλευσης για τη Γενοκτονία του 1948, που χρησιμοποιεί το ICTY, ορίζει ότι πρόκειται για τη διάπραξη εγκλημάτων «με πρόθεση την καταστροφή, εν όλω ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας, ως τέτοιας». Το ζήτημα αφορά τον προσδιορισμό «εν μέρει».

Προκειμένου να αποφευχθεί η επιβολή ενός συγκεκριμένου ελάχιστου αριθμού, το νομικό πρότυπο ορίζει ότι η στοχευόμενη ομάδα πρέπει να αποτελεί «ουσιαστικό μέρος» της στοχευόμενης κοινότητας, στην περίπτωση αυτή των Βόσνιων Μουσουλμάνων/Βόσνιων. Οι 8.000 Βόσνιοι άνδρες που σκοτώθηκαν αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το μισό του ενός τοις εκατό του πληθυσμού των Βόσνιων, οπότε το ερώτημα είναι γιατί αυτό θα αποτελούσε «ουσιαστικό μέρος» αυτού του πληθυσμού.

Το ICTY προέβαλε μια επιχειρηματολογία που ο Hayden θεωρεί παράλογη: ότι «η Σρεμπρένιτσα ήταν σημαντική λόγω της προεξέχουσας θέσης της τόσο στα μάτια των Βόσνιων Μουσουλμάνων όσο και της διεθνούς κοινότητας… Η εξόντωση του μουσουλμανικού πληθυσμού της Σρεμπρένιτσα, παρά τις διαβεβαιώσεις που είχε δώσει η διεθνής κοινότητα, θα αποτελούσε ένα ισχυρό παράδειγμα για όλους τους Βόσνιους Μουσουλμάνους της ευαλωτότητας και της ανυπεράσπιστής θέσης τους απέναντι στις σερβικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η τύχη των Βόσνιων Μουσουλμάνων της Σρεμπρένιτσα θα ήταν συμβολική της τύχης όλων των Βόσνιων Μουσουλμάνων» (παραθέτοντας το ICTY, απόφαση έφεσης Krstić).

«Έτσι, το ICTY χαρακτήρισε τη σφαγή ως γενοκτονία, επειδή το γεγονός είχε λάβει τεράστια διεθνή δημοσιότητα και ήταν, ως εκ τούτου, συμβολικό («εμβληματικό») – ως κάτι που, ευτυχώς, δεν ήταν η μοίρα των Βόσνιων Μουσουλμάνων, κάτι που οι δικαστές, γράφοντας εννέα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, πρέπει να γνώριζαν. Πρόκειται για νομικό παράλογο.»

Eπισημαίνει ότι πίσω από την σχεδόν αδιαμφισβήτητη αποδοχή «γενοκτονία» κρύβεται ένα παράδοξο της νομικής μας κουλτούρας. Το Δικαστήριο της Χάγης, αν και εδρεύει στην Ευρώπη, λειτουργεί κατά βάση με το μοντέλο του Common Law (Αγγλοσαξονικό Δίκαιο), όπου οι δικαστές υποχρεούνται να συντάσσουν πολυσέλιδες, αναλυτικές αιτιολογίες για τις αποφάσεις τους.

«Οι αποφάσεις αυτές, της ICTY, είναι συχνά 1.000 σελίδες», σημειώνει ο ίδιος. «Και το τραγικό είναι ότι κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να τις διαβάσει».

Στην πραγματικότητα, το μόνο που συγκρατεί η κοινή γνώμη και η πολιτική ρητορική είναι η λέξη-κλειδί: «Γενοκτονία».Η απόφαση για τη Σρεμπρένιτσα δέχτηκε κριτική ακόμη και εντός του ICTY, διότι «επιτρέπει τον χαρακτηρισμό ως γενοκτονίας ακόμη και όταν η συγκεκριμένη πρόθεση αφορά μόνο μια περιορισμένη γεωγραφική περιοχή, όπως ένας δήμος».

Στην πραγματικότητα, οι κατηγορίες για γενοκτονία απορρίφθηκαν σε όλες τις άλλες υποθέσεις του ICTY. Ωστόσο, το κοινό δεν διαβάζει τη νομική ανάλυση και οι δημοσιογράφοι δεν επαληθεύουν τα επιχειρήματα· απλώς δέχονται την ετυμηγορία ως αλήθεια, επειδή η νομική γραφειοκρατία είναι απρόσιτη, τεχνική και, για τον μέσο πολίτη, ουσιαστικά αόρατη.

«Όλοι λένε “το δικαστήριο είπε ότι είναι γενοκτονία”», καταλήγει ο Hayden. «Τους ρωτάς: “Τη διάβασες την απόφαση;”. Η απάντηση είναι πάντα η ίδια: “Όχι, φυσικά και όχι”».

Σύμφωνα με τον Hayden, αυτή η «ετικέτα» έχει παγιδεύσει και τη Βοσνία. Όταν η εθνική ταυτότητα βασίζεται στη βεβαιότητα ότι «Είμαστε θύματα γενοκτονίας», ο διάλογος με τον «Άλλον» καθίσταται αδύνατος.

Τα μνημεία και οι γέφυρες στις περιοχές της χώρας που διοικούνται από τους Βόσνιους είναι αφιερωμένα στα «θύματα της γενοκτονίας στη Σρεμπρένιτσα» και, ως εκ τούτου, λειτουργούν ως υπενθυμίσεις της εχθρότητας. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια χώρα που λειτουργεί καλά, όταν μια κοινότητα επιμένει ότι ήταν θύματα γενοκτονίας από τους συμπολίτες τους που είναι μέλη μιας άλλης κοινότητας.

Ο Robert M. Hayden δεν μας προσφέρει μια «εύκολη» λύση για τη Βοσνία. Μας προσφέρει μια σαφή εικόνα: η σημερινή Βοσνία είναι μια χώρα όπου οι άνθρωποι ζουν πρακτικά μαζί, μοιράζονται δρόμους, νόμισμα και υποδομές, αλλά κατοικούν σε ξεχωριστά εθνοτικά νησιά και, εννοιολογικά, σε ξεχωριστά «αρχιπελάγη» μνήμης, όπου κάθε μνημείο και κάθε εορτασμός ενισχύει ένα τείχος εναντίον των γειτόνων τους.

Η ανθρωπολογική του ματιά μας υπενθυμίζει πως το δράμα της Γιουγκοσλαβίας δεν ήταν απλώς η κατάρρευση ενός συστήματος, αλλά μια βαθιά, επώδυνη διαδικασία όπου η ιστορική μνήμη μετατράπηκε σε πολιτικό εργαλείο. Κι όμως, το μεγαλύτερο μάθημα είναι αυτό που ο ίδιος παρατήρησε στο πεδίο: ότι οι άνθρωποι, όταν αφήνονται μόνοι τους, βρίσκουν τρόπους να λειτουργήσουν.

Είναι οι «μεγάλες αφηγήσεις» και οι διεθνείς παρεμβάσεις που συχνά κάνουν τη ζωή τους πιο δύσκολη, αντί να συμβάλλουν στην προστασία τους.

Το παρόν έργο αναλύει την: (Επαν)κατασκευή θρησκευτικών τοπίων ως ανταγωνιστικές εδαφικές διεκδικήσεις στη μεταπολεμική Βοσνία-Ερζεγοβίνη (Re)Constructing Religioscapes as Competing Territorial Claims in Post-War Bosnia & Herzegovina) – μπορείται να το διαβάσετε: εδώ

Ο προσωπικός ιστότοπος του Robert M. Hayden: εδώ

*Ο Robert M. Hayden είναι Ομότιμος Καθηγητής Ανθρωπολογίας και Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα