Εκθέσεις

Στην έκθεση της πρώτης ζωγράφου που «τόλμησε» να ζωγραφίσει γυμνούς άντρες

Στον κόσμο της Σουζάν Βαλαντόν

Parallaxi
στην-έκθεση-της-πρώτης-ζωγράφου-που-τ-1128606
Parallaxi

Λέξεις: Ioanna Lu

Τα τελευταία χρόνια έχουμε αρχίσει να βλέπουμε αρκετές ομαδικές εκθέσεις αφιερωμένες σε γυναίκες ζωγράφους που έζησαν πριν τα μέσα του 20ου αιώνα.

Στη Γαλλία, από τις πιο αντιπροσωπευτικές ήταν η έκθεση «Γυναίκες ζωγράφοι, 1780-1830. Γέννηση ενός αγώνα» που είχε παρουσιαστεί το 2021 στο Μουσείο του Λουξεμβούργου στο Παρίσι, ενώ μια άλλη μεγάλη έκθεση, «Γυναίκες στην αρχή του 20ου αι. Η τέχνη της χειραφέτησης», που είχε παρουσιαστεί στο Βασιλικό Μοναστήρι του Μπρου την ίδια χρονιά, είχε ως κατευθυντήριο νήμα την ίδια τη Σουζάν Βαλαντόν.

Όμως, σπάνια βλέπουμε μονογραφικές εκθέσεις αφιερωμένες σε γυναίκες αυτής της περιόδου.

Αυτό το κενό αποφάσισε να καλύψει το Κέντρο Πομπιντού-Μετς, με την έκθεση που φέρει για τίτλο «Σουζάν Βαλαντόν, ο δικός της κόσμος», ο οποίος είναι καταρχήν ένα κλείσιμο του ματιού, μια έμμεση αναφορά στο βιβλίο της Βιρτζίνια Γουλφ «Ένα δικό σου δωμάτιο».

Η έκθεση παρουσιάστηκε πρώτα στην πόλη Μετς, κατόπιν στη Νάντη, ενώ σύντομα θα μεταφερθεί στη Βαρκελώνη, και συγκεκριμένα στο MNAC (Εθνικό Μουσείο Τέχνης της Καταλονίας), από τις 18 Απριλίου έως και την 1η Σεπτεμβρίου του 2024.

Ποια ήταν όμως η Σουζάν Βαλαντόν;

Η αγνώστου πατρός κόρη που μεγάλωσε με τη μητέρα της σε μια επαρχιακή πόλη έξω από τη Λιμόζ; Η ακροβάτρια τσίρκου; Η μούσα κι ερωμένη μεγάλων ζωγράφων μετρ της εποχής, όπως ο Πιερ Ογκύστ Ρενουάρ, ο Εντγκάρ Ντεγκά, ο Τουλούζ Λωτρέκ και ο Πιερ Πυβί Ντε Σαβάν; Η μητέρα του ζωγράφου Μωρίς Ουτριγιό, διάσημου για τις απεικονίσεις του της Μοντμάρτης; Η « Μπικί» του διάσημου μουσικοσυνθέτη Ερίκ Σατί ή μήπως όλ’αυτά μαζί;

Ας ξεκινήσουμε καταρχήν από το μικρό της όνομα και ας αναρωτηθούμε γιατί μια γυναίκα, επαναστατική κι ανατρεπτική, ειδικά για την εποχή της, όπως η Βαλαντόν, δέχτηκε να αλλάξει το μικρό της όνομα από Μαρί Κλεμαντίν σε Σουζάν και μάλιστα μετά από προτροπή του Λωτρέκ που την παραλλήλισε, – εκείνη, τη νεαρή μούσα ηλικιωμένων καλλιτεχνών-, με την ελκυστική Σωσάννη του βιβλικού μύθου της Παλαιάς Διαθήκης.

Σύμφωνα λοιπόν με τον μύθο του βιβλίου του Δανιήλ «Η Σωσάννη και οι γέροι», η νεαρή Σωσάννη (καθ’ημάς Σουζάννα) μπανιαριζόταν στο συντριβάνι του παραδείσιου κήπου του μεγιστάνα Ιωακείμ στη Βαβυλώνα. Είχε ζητήσει βέβαια πρώτα από τους φρουρούς να ασφαλίσουν τις πόρτες, ώστε να αποφύγει τα αδιάκριτα βλέμματα, όμως δύο γέροι κατάφεραν και κρύφτηκαν στον κήπο και κάθισαν στη συνέχεια να κάνουν ολίγον… μπανιστήρι.

Η όμορφη Σωσάννη τους πήρε είδηση κι έβαλε τις φωνές, όμως τότε οι δυο γέροι σατράπηδες την εκβίασαν ότι εάν τους κατέδιδε θα την κατηγορούσαν ότι την έπιασαν στα πράσα, δήθεν με κάποιον εραστή.

Η Σωσάννη δεν πτοήθηκε και τους κατήγγειλε στο δικαστήριο, το οποίο όμως πήρε το μέρος των γέρων, καταδικάζοντας την « εις θάνατον δια λιθοδολισμού» (δεν ξέρουμε αν ήταν και δις εις θάνατον καθότι έβαλε σε πειρασμό δύο ηλικιωμένους…).

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, εμφανίστηκε αυτόκλητα ο προφήτης Δανιήλ στο δικαστήριο και κατάφερε να ξεσκεπάσει τη μηχανορραφία των δυο συκοφαντών και να αλλάξει την ετυμηγορία από κατηγορηματική σε αθωωτική.

Θεωρούσε λοιπόν πράγματι η Σουζάν Βαλαντόν ότι ήταν μια σύγχρονη Σωσάννη;

Για την Γαλλίδα φεμινίστρια ζωγράφο Απολόνια Σοκόλ, η οποία αντλεί έμπνευση από το έργο της Βαλαντόν, αυτή η αποδοχή της αλλαγής ονόματος δεν είναι διόλου τυχαία.

Εκείνη την εποχή, εξηγεί η καλλιτέχνιδα σε συνέντευξη που έδωσε στο ραδιοφωνικό σταθμό Radio France, το μοντέλο δεν ήταν απλά μοντέλο. Η Βαλαντόν ήταν ταυτόχρονα και η ερωμένη των ηλικιωμένων μετρ για τους οποίους ποζάριζε.

Με την αλλαγή του ονόματος σε Σουζάν αντιστρέφει το ηθικό δίδαγμα του βιβλικού μύθου κι αποδέχεται ευθαρσώς την κατηγορία. Ναι, υπήρξε ερωμένη και είχε μάλιτα πολλούς εραστές.

Ε και;

Αλλά και η διευθύντρια του Κέντρου Πομπιντού-Μετς Κιάρα Παρίζι συμφωνεί μ’αυτή την ερμηνεία και θεωρεί ότι η Βαλαντόν ήθελε να σπάσει έτσι το κατεστημένο, κριτικάροντας τον συντηρητισμό της εποχής.

Η Σουζάν Βαλαντόν ζωγράφιζε από πολύ μικρή και όταν εγκαταστάθηκε στα 15 της χρόνια στη Μονμάρτη πήρε μαθήματα σχεδίου από τον Ντεγκά.

Μάλιστα στο έργο του 1913 που φέρει τον τίτλο «Μαρί Κοκά με την κόρη της Ζιλμπέρτ» διακρίνουμε στο ντεκόρ ένα κάδρο που απεικονίζει έργο με τις χορεύτριες του Ντεγκά.

Η Βαλαντόν ήταν αυτοδίδακτη. Δύσκολα μπορούμε να εντάξουμε το έργο της σε κάποιο ρεύμα, όμως διακρίνουμε σ’αυτό επιρροές από τους κυβιστές, καθώς και από τον Πολ Γκωγκέν (κυρίως όσον αφορά στην ένταση των χρωμάτων και στο εξωτικό στοιχείο).

Ζωγραφίζει πολλά γυμνά πορτραίτα, όχι όμως μόνο γυναικών, καθώς και αρκετές αυτοπροσωπογραφίες. Σ’ένα από τα διασημότερα έργα της, «Το μπλε δωμάτιο», που ζωγράφισε το 1923, απεικονίζεται η ίδια σε στάση οδαλίσκης, ξαπλωμένη πάνω σ’ένα ντιβάνι.

Όμως η οδαλίσκη αυτή δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τον ερωτισμό που αποπνέουν έργα όπως πχ η «Ολυμπία» του Εντουάρ Μανέ. Εκείνη την εποχή, ο βασικός στόχος του καλλιτέχνη άντρα ήταν καταρχήν να προσελκύσει τους αγοραστές, οι οποίοι ήταν επίσης άντρες (η Γερτρούδη Στάιν, αν και γυναίκα, παραδόξως, δεν αγόραζε έργα γυναικών…), οπότε το εικονιζόμενο μοντέλο έπρεπε να είναι…κατά το δέον ελκυστικό.

Όμως η Βαλαντόν εμφανίζεται στο αυτοπορτραίτο της φορώντας ένα ριγέ μπλε -άσπρο παντελόνι αντρικής πιτζάμας κι ένα μπλουζάκι από το οποίο ξεπετάγονται οι πληθωρικές καμπύλες και το στήθος της, χωρίς όμως καμία ωραιοποίηση. Η ζωγράφος δεν διστάζει να δείξει τα «περιττά κιλά της», ενώ καπνίζει με απάθεια ένα τσιγάρο που έχει κολλημένο πάνω στα χείλη. (Την εποχή εκείνη, κάπνιζαν κυρίως οι γυναίκες « ελευθέρων ηθών » και οι σουφραζέτες, οπότε το τσιγάρο ήταν είδος χειραφέτησης).

Η Βαλαντόν θέλει να προβάλει το ταπεραμέντο, τον χαρακτήρα της στο έργο, ενώ όταν ποζάριζε ως μοντέλο για τους μεγάλους μετρ, η προσωπικότητά της είχε σβηστεί ή μετατραπεί σε κάτι άλλο, ή ακόμη χειρότερα, η μορφή, το σώμα, χρησιμοποιούνταν αλληγορικά.

Επίσης με το εμβληματικό αυτό έργο πηγαίνει πέρα από τη γραμμή της Ελιζαμπέτ Βινιέ Λεμπρέν (1755-1842). Αυτή η τελευταία, μέσω των αυτοπορτραίτων της, ήθελε να αποδείξει στον κόσμο της τέχνης το πάθος της ως γυναίκα για τη ζωγραφική. Η Βαλαντόν με τη σειρά της πηγαίνει πάρα πέρα και θέλει πλέον να δείξει μέσω της αυτοπροσωπογραφίας της εκείνο που η ίδια βλέπει, «τον δικό της κόσμο», μέσα από το δικό της βλέμμα κι όχι μέσα από εκείνο των αντρών.

Η Βαλαντόν είναι επίσης η πρώτη ζωγράφος γυμνών έργων που αναπαριστούν άντρες και μάλιστα ανφάς. Το 1909 ζωγράφισε τον εαυτό της δίπλα στον κατά 20 χρόνια νεώτερό της, τότε εραστή και μελλοντικό σύζυγό της, Αντρέ Ουτέρ, ο οποίος υπήρξε αρχικά φίλος του γιού της Μωρίς Ουτριγιό. Στον πίνακα αυτό, που φέρει τον τίτλο « Αδάμ και Εύα », και οι δύο είναι γυμνοί, όμως της ζητήθηκε να καλύψει το σεξ του Ουτέρ με ένα φύλλο συκής (όχι όμως βέβαια το δικό της… )!

Σε μια εποχή όπου οι γυναίκες σπάνια εξέθεταν έργα σε μεγάλες εκθέσεις, η Γαλλίδα ζωγράφος κατάφερε να αναρτήσει το έργο της «Ρίξιμο της πετονιάς», στο Salon des Indépendants το 1914. Σ’αυτό απεικονίζεται πάλι ο Ουτέρ να ψαρεύει γυμνός, μέσα από τρεις διαφορετικές οπτικές γωνίες.

Φυσικά, δημιουργήθηκε σκάνδαλο με το έργο, διότι ναι μεν ήταν μόδα το γυμνό, αλλά φυσικά… το γυναικείο.

Μάλιστα, ο κριτικός τέχνης Αρθούρ Κραβάν (Arthur Cravan) σ’έναν υβριστικό, μισογυνικό λίβελο που έγραψε, την χαρακτήρισε «γριά τσούλα», ωστόσο αναγκάστηκε να ζητήσει συγνώμη ύστερα από καταγγελία που έλαβε για συκοφαντική δυσφήμιση.

Η Βαλαντόν σύχναζε στο περίφημο καμπαρέ «Le Chat Noir» όπου και συνάντησε για πρώτη φορά τον Ερίκ Σατί. Εκείνος δούλευε τότε εκεί ως πιανίστας. Η σχέση τους ήταν θυελλώδης, όμως δεν κράτησε παρά κάποιους μήνες, ενώ έληξε πάνω σ’έναν καβγά:

«Τη Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 1893, η φίλη μου Σουζάνα Βαλαντόν ήρθε σ’αυτό το μέρος για πρώτη φορά στη ζωή της, και για τελευταία φορά το Σάββατο 17 Ιουνίου του ίδιου έτους», έγραψε ο Σατί σε σημείωμα που βρέθηκε μέσα σε μια κούτα στο σπίτι του λίγο μετά το θάνατό του. Πάνω στην κούτα ήταν σημειωμένη η διεύθυνση κατοικίας της Βαλαντόν : «οδός Κορό, Μονμάρτη».

Αριστερά, πορτραίτο της Σουζάν Βαλαντόν, από τον Ερίκ Σατί. Ας σημειωθεί ότι είχε χρησιμοποιήσει γοτθικού στυλ χαρακτήρες για να γράψει το όνομά της και την ημερομηνία (27 Μαΐου 1893). Δεξιά, πορτραίτο που έφτιαξε η Βαλαντόν, όπου απεικονίζεται ο συνθέτης.

Την επόμενη του καβγά τους και του χωρισμού, ο Σατί έγραψε ένα μικρό μουσικό έργο για εκείνη που το ονόμασε «Bonjour Biqui». Είχε σημειώσει μάλιστα ότι θα έπρεπε να παιχτεί …840 συνεχόμενες φορές!

Από την πλευρά της, η Βαλαντόν αφιέρωσε στον συνθέτη των «Trois gnossiennes» και των «Γυμνοπαιδειών» ένα πορτραίτο όπου τον βλέπουμε με το κουστούμι, τη γενειάδα και το ψηλό καπέλο του. Ο Σατί ενδιαφερόταν για την γνωστικιστική και μυστικιστική πλευρά της θρησκευτικής πίστης κι η Βαλαντόν κατάφερε, παρόλο που αυτό ήταν ένα από τα πρώιμα πορτραίτα της, να περάσει αυτή τη μυστικιστική ατμόσφαιρα στο έργο, μέσα από τη στάση και το βλέμμα.

Η Σουζάν Βαλαντόν ήταν επίσης η μητέρα του Μωρίς Ουτιγιό, ο οποίος έγινε επίσης ζωγράφος, γνωστός κυρίως για τα τοπία του της Μονμάρτης.

Πέρα όμως από όλες τις ταμπέλες, της μητέρας, της μούσας, της ερωμένης, της «Biqui» η Σουζάν Βαλαντόν, ήταν ζωγράφος. Μπορεί να μην ανήκε σε κάποιο συγκεκριμένο καλλιτεχνικό ρεύμα, όμως μέσα από τις αυτοπροσωπογραφίες της και τα γυμνά, κατάφερε να ανοίξει ένα νέο δρόμο για τις γυναίκες, «τον δικό τους δρόμο».

Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι αν εκείνη μέσα από την αυτοπροσωπογραφία έβαλε τη δική της υπογραφή, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξή της, έτσι όπως εκείνη την αντιλαμβανόταν κι όχι μέσω του αντρικού βλέμματος, άλλες γυναίκες ζωγράφοι σήμερα, την χρησιμοποιούν ως εργαλείο χειραφέτησης κι επιβεβαιώνουν τη δύναμή τους και τη θέση τους μέσα στο ιστορικό και καλλιτεχνικό γίγνεσθαι.

Παραδείγματα μπορούμε να βρούμε σε έργα διαφόρων καλλιτέχνιδων απ’ όλο τον κόσμο, όπως της Νοτιοαφρικάνας Zanelle Muholli, της Μαροκινής Fatima Zohra Serri, ή της Γαλλομαροκανίδας Yasmina Bouziane.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα