Η Parallaxi στα backstage του Cirque du Soleil στη Σόφια – Όταν η ανθρώπινη δεξιοτεχνία συναντάει την αθωότητα
Από τις 21 νταλίκες και τα 3D scans των κοστουμιών, μέχρι τη στιγμή που ο "Ταξιδιώτης" Robin Beer ερωτεύεται μια Πασχαλίτσα: Μια σπάνια ματιά στον αθέατο κόσμο του OVO, λίγο πριν προσγειωθεί στη Θεσσαλονίκη
Η παράσταση OVO μας βυθίζει σε έναν ζωντανό, πολύχρωμο μικρόκοσμο: το οικοσύστημα των εντόμων. Η καθημερινότητα αυτής της πολυάσχολης αποικίας αναστατώνεται όταν εμφανίζεται ανάμεσά τους ένας μυστηριώδης, αλλόκοτος Ταξιδιώτης (The Foreigner) —ένα έντομο που μοιάζει με μύγα— κουβαλώντας στην πλάτη του ένα τεράστιο, αινιγματικό αυγό.
Ενώ η αποικία παρακολουθεί με καχυποψία και δέος το παράξενο αυτό εύρημα, μια απρόσμενη τρυφερότητα ανθίζει: ο Ταξιδιώτης ερωτεύεται κεραυνοβόλα μια πληθωρική, γεμάτη μπρίο Πασχαλίτσα.
Ο έρωτάς τους είναι το «ανθρώπινο» νήμα που διατρέχει την παράσταση. Μέσα από κωμικές καταστάσεις, εντυπωσιακά ακροβατικά και τη γλώσσα του σώματος (όπως μας εξήγησε και ο Robin Beer, ο πρωταγωνιστής που ενσαρκώνει τον Ταξιδιώτη), το ζευγάρι προσπαθεί να βρει κοινό κώδικα επικοινωνίας.
Η ιστορία τους είναι ένα ταξίδι αποδοχής: ο ξένος γίνεται μέρος της ομάδας και ο έρωτας θριαμβεύει σε έναν κόσμο όπου όλα —από το συναίσθημα μέχρι τα άλματα— συμβαίνουν σε μεγέθυνση.
Πίσω από την μαγεία που εκτυλίσσεται κάτω από τους προβολείς, η Parallaxi βρέθηκε στα παρασκήνια της παράστασης στη Σόφια και είδε πώς οι 21 νταλίκες και οι εκατοντάδες άνθρωποι του Cirque du Soleil μεταμορφώνουν μια άδεια αρένα σε ένα ζωντανό δάσος μέσα σε λίγες ώρες…
Η Σόφια κουβαλά μια γοητευτική ιδιαιτερότητα· θα έλεγε κανείς πως μοιάζει με μια μετα-αποκαλυπτική Αθήνα, εκεί όπου το πράσινο μοιάζει να προϋπήρχε των κτιρίων, διεκδικώντας ξανά τον χώρο του. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ ιδανικότερο σκηνικό προετοιμασίας για όσα επρόκειτο να βιώσω εκείνο το βράδυ στην Arena 8888.
Λίγο πιο πέρα, στην καρδιά της πόλης, οι αποχρώσεις της πλακόστρωτης διαδρομής δένουν οργανικά με την οξειδωμένη αίγλη του καθεδρικού ναού Αλεξάντερ Νέφσκι – ένα απαλό, οριακά ξεφτισμένο κίτρινο που αδιαμαρτύρητα υπομένει το ποδοπάτημα στο πέρασμα του χρόνου.
Τα αγάλματα στα πάρκα μοιράζονται μια κοινή αισθητική: αυστηρές, σχεδόν δωρικές γραμμές, που μοιάζουν να αιχμαλωτίζουν τις εσωτερικευμένες ανησυχίες μιας πόλης που ξέρει να σωπαίνει.

Σε αυτό το σκηνικό, που μοιάζει να το έχει καταπιεί η φύση, η “αποικία” του OVO έμοιαζε να έχει βρει το φυσικό της καταφύγιο. Μόνο που εδώ, η φύση δεν είναι σιωπηλή.
Πίσω από την αυλαία της αρένας, η Tour Manager της παραγωγής μάς υποδέχτηκε σε έναν αθέατο μικρόκοσμο, όπου 100 άνθρωποι από 25 διαφορετικές εθνικότητες λειτουργούν σαν ένα ενιαίο σώμα — μια πραγματική “κοινωνία εντόμων” που προετοίμαζε την πρεμιέρα της σε ασυναγώνιστους ρυθμούς.
Συναντήσαμε τον Robin Beer, τον πρωταγωνιστή που ενσαρκώνει τον Voyager (τον Ταξιδιώτη) της παράστασης. Βρετανός στην καταγωγή —με εκείνη την αγγλοσαξονική ευγένεια, αλλά και χιούμορ που λειτουργεί ως ένα γοητευτικό πρώτο προσωπείο— ο Robin αποδείχθηκε μια προσωπικότητα πολύ πιο πολυσχιδής από έναν απλό περφόρμερ.
Ζώντας πλέον μόνιμα στην Ελλάδα (στο βαθμό που το επιτρέπουν οι αέναες μετακινήσεις ενός τσίρκου που δεν ριζώνει πουθενά), μας εξέπληξε μιλώντας μας με άνεση τόσο στα αγγλικά όσο και στα ελληνικά.
Αν και ο δρόμος του ξεκίνησε από τις ακαδημαϊκές σπουδές πάνω στο devised theatre (θέατρο επινόησης), η μοίρα —ή το ένστικτό του— τον οδήγησε τελικά πάνω στην “κινούμενη” σκηνή του Cirque du Soleil.

Όταν τον ρωτάω πώς ορίζει ο ίδιος αυτό που έκανε προτού βρεθεί εδώ, η απάντησή του μας γυρνά πίσω στις ρίζες της υποκριτικής τέχνης:
«Σε κάνει να σκέφτεσαι τον χορό ή κάτι παρόμοιο, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι αυτό. Πρόκειται για θέατρο επινόησης, που σημαίνει ότι δημιουργούμε το θέατρο όλοι μαζί· φτιάχνουμε, δηλαδή, μια παράσταση χωρίς να ξεκινάμε από ένα έτοιμο κείμενο. Χρησιμοποιούμε τον αυτοσχεδιασμό, το σώμα, και ξεκινάμε από τις πιο ‘σωματικές’ γλώσσες του θεάτρου, όπως η Commedia dell’arte, η εργασία με τη μάσκα ή η παντομίμα.»
Για τον Robin, η κυριαρχία του λόγου στο σύγχρονο θέατρο είναι μια μάλλον πρόσφατη σύμβαση, που μας απομάκρυνε από την αλήθεια της κίνησης:
«Στην πραγματικότητα, συμπεριλαμβανομένου και του αρχαίου θεάτρου, όλο το θέατρο μέχρι τον 20ό αιώνα ήταν σωματικό θέατρο, έτσι δεν είναι; Ήταν μια πολύ πρόσφατη αλλαγή αυτή που έκανε το θέατρο να βασίζεται στο κείμενο. Πάντα υπήρχε κείμενο, αλλά ήταν απλώς μέρος της διαδικασίας. Δεν ήταν η αφετηρία. Μετά, στον 20ό αιώνα, προέκυψε αυτό που ονομάζουμε νατουραλισμός, και τότε το θέατρο έγινε κάτι διαφορετικό. Παραδοσιακά, όμως, το θέατρο ξεκινούσε πάντα από το σώμα. Καταλαβαίνω ότι ίσως τα πράγματα έγειραν λίγο περισσότερο προς το… ναι, γίναμε πολύ “ψυχολογικοί”»

Κατανοώ πως αυτή η στροφή από το “ψυχολογικό” στο σωματικό είναι που τον κέρδισε τελικά. Καθώς συνεχίζει αναφέρει συγκεκριμένα:
«Αισθάνομαι ότι με ενδιαφέρει η σωματική ερμηνεία επειδή δεν είναι ψυχολογική ή διανοητική. Νιώθω ότι εκεί υπάρχει περισσότερη αλήθεια. Στο OVO, παίζουμε με τη γλώσσα της Commedia dell’arte, σε ένα σχεδόν γκροτέσκο επίπεδο συναισθήματος.
Όταν ο χαρακτήρας μου θέλει κάτι, το θέλει ολοκληρωτικά. Όταν πεινάει, πεινάει περισσότερο από όσο έχει πεινάσει ποτέ κανείς. Όταν φοβάται, φοβάμαι περισσότερο από όσο έχει φοβηθεί ποτέ κανείς.»
Στο σύμπαν του Cirque du Soleil, η καθημερινή κλίμακα των συναισθημάτων καταρρίπτεται. Όλα πρέπει να μεγεθυνθούν για να επιβιώσουν στον αχανή χώρο της αρένας:
«Είναι μια “ποιητική μετάθεση” (poetic transposition). Δεν βρισκόμαστε σε νατουραλιστικό επίπεδο, αλλά σε ένα ανώτερο, γιατί αυτό είναι τσίρκο — ένας κόσμος ‘σε μεγέθυνση’ (heightened world). Σε μια τόσο τεράστια σκηνή, ο νατουραλισμός θα έδειχνε πολύ ‘μικρός’. Τα πάντα πρέπει να είναι μεγάλα· πρέπει να φτάσω στον θεατή που κάθεται 60 μέτρα μακριά και να του διηγηθώ την ιστορία πεντακάθαρα, χρησιμοποιώντας μόνο το σώμα μου.”»

Κατεβαίνοντας λίγα επίπεδα πιο κάτω, βρισκόμαστε σε έναν λαβύρινθο όπου χρωματιστές καρτέλες λειτουργούν ως δρομοδείκτες. Τα βέλη προσαρμόζονται κάθε φορά στη γεωμετρία του εκάστοτε χώρου, καθοδηγώντας τα μέλη αυτής της παράξενης αποικίας προτού μαζέψουν ξανά τα σύνεργά τους για να βρεθούν σε κάποιο άλλο σημείο του πλανήτη.
Εκεί, ανάμεσα σε σειρές από κοστούμια, η Tour Manager της παραγωγής μάς εξηγεί πως αυτό που βλέπει ο θεατής είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου:
«Κάθε εβδομάδα αλλάζουμε πόλη, αλλάζουμε χώρα. Έχουμε μια πρεμιέρα σε κάθε σταθμό μας και καλούμε τον κόσμο να δει πώς στήνουμε αυτή την παράσταση από το μηδέν, ξανά και ξανά. Πίσω από την υπερπροσπάθεια των ακροβατών, υπάρχει μια αθέατη στρατιά: το εργαστήριο των κοστουμιών, το βεστιάριο, τα πλυντήρια, το ξυλουργείο, η συντήρηση. Είναι μια γιγαντιαία επιχείρηση 100 ανθρώπων από 25 διαφορετικές εθνικότητες. Πολλή δουλειά που απλώς δεν φαίνεται στη σκηνή».
Όπως μας εξηγεί, η αναλογία είναι σχεδόν ένα προς ένα: για κάθε καλλιτέχνη που ίπταται, υπάρχει ένας άνθρωπος από πίσω που φροντίζει για την ασφάλεια, τον ήχο ή τη λεπτομέρεια στο κέντημα μιας στολής.

Και κάπως έτσι, η συζήτηση μεταφέρεται στο δέρμα της παράστασης: τα κοστούμια. Πρόκειται για για περίπλοκες κατασκευές που γεννιούνται στο Μόντρεαλ, στα κεντρικά του Cirque du Soleil, εκεί όπου 200 άνθρωποι εργάζονται αποκλειστικά πάνω στο ύφασμα.
“Συχνά ξεκινάμε με ένα λευκό, παρθένο ύφασμα”, μας εξηγεί η Tour Manager. “Εμείς προετοιμάζουμε τις βαφές, εμείς δίνουμε το χρώμα, εμείς τυπώνουμε τα μοτίβα σε τεράστιους εκτυπωτές υλικών. Τα κοστούμια του OVO σχεδιάστηκαν το 2009 από τη Liz Vandal και από τότε εξελίσσονται διαρκώς.”
Η διαδικασία παραγωγής θυμίζει περισσότερο – αν και δεν έχω βρεθεί – εργαστήριο της NASA παρά ραφείο. Κάθε νέος καλλιτέχνης που μπαίνει στην οικογένεια του Cirque περνά από τρισδιάστατη σάρωση (3D scan).
Οι τεχνικοί παίρνουν πάνω από εκατό μετρήσεις του σώματος σε ακραίες στάσεις, αφού για έναν ακροβάτη λυγίσματος (contortionist) το κοστούμι πρέπει να είναι η “δεύτερη φύση” του, ικανή να ακολουθήσει κινήσεις που αψηφούν την ανατομία του σώματος.

Όσο η ώρα της πρεμιέρας πλησιάζει, η Arena 8888 η Tour Manager μάς εξηγεί πως:
«Δεν προσποιούμαστε για χάρη των media, αυτή είναι μια πραγματική μέρα εργασίας”, τονίζει, δείχνοντας την κινητικότητα γύρω μας. “Φτάσαμε χθες με 21 νταλίκες και προσλάβαμε 100 ντόπιους τεχνικούς για να στηθεί αυτός ο κόσμος. Σήμερα οι καλλιτέχνες κάνουν τις ‘επικυρώσεις’ τους (validations). Δεν είναι πρόβα, είναι η στιγμή που το σώμα πρέπει να μάθει τις ιδιαιτερότητες του χώρου, το ύψος της οροφής, τα ρεύματα του αέρα, τις αποστάσεις».
Στην παράσταση, όλοι είναι έντομα. 53 καλλιτέχνες στη σκηνή, όλοι τους μέλη αυτής της αποικίας. Οι ‘γρύλοι’ πηδούν όπως στη φύση, οι ακροβάτες του ‘Trample Wall’ αψηφούν τη βαρύτητα στον τοίχο αναρρίχησης, ενώ η κυρία στα αριστερά, στα εναέρια μετάξια, ενσαρκώνει τη στιγμή που η χρυσαλλίδα γίνεται πεταλούδα

Παρακολουθώντας τσίρκο για πρώτη φορά στη ζωή μου –έχοντας στο μυαλό τις παλιές αφηγήσεις για θεάματα όπου πρωταγωνιστούσαν αληθινά ζώα– ομολογώ πως δεν περίμενα κάτι συγκεκριμένο. Αντιθέτως, έφτασα στη Σόφια χωρίς προσδοκίες.
Ίσως, το μόνο που να αναζητούσα –και έχω χρησιμοποιήσει ξανά αυτό το παράδειγμα– ήταν η προσγείωση σε μια άλλη πραγματικότητα, όπως ακριβώς συμβαίνει στο “Wings of Desire” του Wim Wenders. Τελικώς, τα πράγματα πήραν μια ανεξήγητη στροφή προς κάτι πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που φανταζόμουν ότι όντως ζητούσα.
Θα το θέσω ως εξής: παρακολούθησα την παράσταση σαν παιδί. Χωρίς πρωτύτερη εμπειρία, αλλά και χωρίς συγκριτικές σκέψεις, αφού τέτοιου είδους βιώματα απουσίαζαν πλήρως από τη ζωή μου. Στις ακριβώς μπροστινές θέσεις καθόταν μια οικογένεια.
Ένα ανδρόγυνο και το παιδί τους, κοντά στα τρία, εικάζω. Ο πατέρας μού φάνηκε κάπως μουντρούχος – ίσως όπως όλοι οι άνδρες που στέκονται κάπως αμήχανα δίπλα σε ένα μικρό παιδί και μια όμορφη γυναίκα.
Η χωρητικότητα της αρένας ήταν ασύλληπτη, ήταν αδύνατο να προσδιορίσω με ακρίβεια τον αριθμό των θέσεων. Υπήρχε εκείνη η κλασική αναμονή, όπου περιμένεις να ολοκληρωθεί η προσέλευση των χιλιάδων θεατών για να χαμηλώσουν τα φώτα και να ξεκινήσει, επιτέλους, το show.
Όχι.
Η παράσταση ξεκίνησε οργανικά. Σαν τις μέλισσες που ρουφάνε τη γύρη από τα λουλούδια, έτσι και οι καλλιτέχνες άρχισαν να ξεγλιστρούν ανάμεσα στις σειρές των καθισμάτων, “τρυγώντας” την προσοχή μας προτού καν το συνειδητοποιήσουμε. Χωρίς την απόσταση της υπερυψωμένης σκηνής, χωρίς το τείχος του προβολέα, ο μικρόκοσμος του OVO άρχισε να ξεδιπλώνεται δίπλα μας.
Τα έντομα δεν περίμεναν την άδειά μας. Άρχισαν να αλληλεπιδρούν με τον κόσμο, να πειράζουν τους θεατές, να μετατρέπουν την αναμονή σε μέρος της αφήγησης.
Ξαφνικά, ο “μουντρούχος” κύριος της μπροστινής σειράς έπαψε να είναι ένας αμέτοχος παρατηρητής.
Είναι μαγικό πώς η παιδικότητα μεταπηδά από το σώμα ενός μικρού παιδιού στα γόνατα του ενήλικα. Το “μεγάλο παιδί” φωνάζει, κραυγάζει, επευφημεί τους ακροβάτες και στέλνει φιλιά στην πληθωρική Πασχαλίτσα μας. Τόσο απλά, ο χρόνος διασχίζεται προς τα πίσω με μια πρωτοφανή αθωότητα. Το τσίρκο είναι ακριβώς αυτό: μια εμπειρία που μοιράζεται ισόποσα σε μικρούς και μεγάλους, αγγίζοντας το πιο αγνό κομμάτι της ψυχής.
Ευχόμουν να γινόμουν πάλι παιδί – να μου είχε κάνει κάποτε η δική μου οικογένεια αυτό το δώρο, ώστε να το κρατώ τώρα σαν στολίδι, να το βλέπω από μακριά να φέγγει. Έτσι αυτόφωτο, όπως βλέπω τώρα αυτή την οικογένεια μπροστά μου να χτίζει τη δική της προσωπική ιστορία μέσα στο σκοτάδι της αρένας.
Το τσίρκο στις μέρες μας, και συγκεκριμένα το υπερθέαμα του Cirque du Soleil OVO, είναι κάτι παραπάνω από μια επίδειξη ανθρώπινης δεξιοτεχνίας.
Είναι μια υπενθύμιση ότι η μαγεία δεν χρειάζεται πάντα λέξεις ή διανοητικά φίλτρα για να υπάρξει. Χρειάζεται μόνο ένα σώμα που τολμά να πετάξει και μια καρδιά που είναι ακόμα αρκετά ανοιχτή ώστε να πιστέψει, έστω και για δύο ώρες, πως ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει έντομο και πως ένας Ταξιδιώτης μπορεί να βρει την αγάπη στα πιο απροσδόκητα μέρη.
Να αγαπάτε το τσίρκο.
*PAOK Sports Arena (Αντώνη Τρίτση 12, Πυλαία) | Από τις 14 – 17 Μαΐου 2026 | Τιμές εισιτηρίων: από 20 ευρώ | Ηλεκτρονικά εισιτήρια: εδώ

