100 χρόνια Μελ Μπρούκς: Ο άνθρωπος που άλλαξε τους όρους της κωμωδίας και της σάτιρας

Έναν αιώνα ζωής και πάνω από εξήντα χρόνια διασκεδαστής στον χώρο του θεάματος.

Parallaxi
100-χρόνια-μελ-μπρούκς-ο-άνθρωπος-που-άλλ-1104562
Parallaxi
Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google

Ο Μελ Μπρουκς, αυτός ο δαιμόνιος καλλιτέχνης, που αγαπήθηκε από το κοινό, με τις ξεκαρδιστικές ταινίες του, τα ευφυή σενάριά του, τις απολαυστικές ερμηνείες του, παραλαμβάνοντας τη σκυτάλη από τον συνομήλικό του Τζέρι Λιούις, για να παραδώσει στην επόμενη γενιά της αμερικάνικης κωμωδίας τη σπουδαία κληρονομιά του: Του πηγαίου γέλιου, ίσως του δυσκολότερου πράγματος στον κινηματογράφο και το θέατρο και ειδικά όταν γίνεται με τον ξεχωριστό τρόπο του Μπρουκς.

Αιρετικός, καυστικός, κυρίως προς το Χόλιγουντ, που το παρώδησε ίσως όσο κανείς άλλος, ο Μπρουκς, μαζί με τον Γούντι Άλεν, θα αλλάξουν τους όρους της κωμωδίας και της σάτιρας στην Αμερική, παρότι ο πρώτος θα στραφεί στο ευρύτερο κοινό, με τις κωμωδίες του, ενώ ο δεύτερος θα επιλέξει να μπει και στο δράμα, στις υπαρξιακές αναζητήσεις, τη διαρκή εξερεύνηση των ανθρώπινων σχέσεων και της ψυχανάλυσης, με το δικό του μοναδικό τρόπο.

Παραμένοντας διαυγής και πάντα νέος, ο αιωνόβιος Μπρουκς, διαθέτει μία πολυσχιδή προσωπικότητα. Ξεκίνησε, όπως και ο Γούντι Άλεν, να γράφει κωμικά σκετσάκια για γνωστούς κωμικούς και σταντ απ κόμεντι, πέρασε από τη μουσική ως ντράμερ, βρέθηκε γρήγορα στην τηλεόραση και στο περίφημο «Your Show of Shows», με τον σταρ του «κουτιού» Σιντ Σίζαρ, γέμισε εκατομμύρια σελίδες κειμένων και σεναρίων, μπήκε στην υποκριτική προκαλώντας το γέλιο άμα τη εμφανίσει. Με αυτό το στρογγυλό εκφραστικό πρόσωπο, να διαχωρίζεται από την τεράστια μύτη, τα μάτια να βγάζουν σπίθες και το βλέμμα ενός καλοσυνάτου πονηράκια. Και φυσικά θα εισβάλει και στη σκηνοθεσία, γυρίζοντας μερικές από τις πλέον σπαρταριστές κωμωδίες, που άφησαν εποχή.

Ακόμη μία φάρσα

Δεν είναι τυχαίο ότι είναι από τους λιγοστούς καλλιτέχνες που έχουν καταφέρει να μπουν στον κλειστό κύκλο αυτών που κέρδισαν τα κορυφαία βραβεία της αμερικάνικης βιομηχανίας του θεάματος, όπως Emmy, Grammy, Όσκαρ και Tony. Επίσης, τιμήθηκε, μεταξύ άλλων, με το Εθνικό Μετάλλιο Τεχνών, ένα τιμητικό βραβείο Όσκαρ, πριν από δυο χρόνια και ένα αστέρι στη Λεωφόρο της Δόξας στο Χόλιγουντ, όπου αντί να αφήσει το αποτύπωμα του χεριού του, χρησιμοποίησε ένα προσθετικό χέρι με έξι δάχτυλα. Ακόμη μία νεανική φάρσα. Άλλωστε τότε δεν ήταν ούτε 85 χρόνων.

Σήμερα, ο Μελ Μπρουκς, γιορτάζει τα 100 του χρόνια, διατηρώντας το κέφι του, αν και πλέον συνομιλεί περισσότερο με φαντάσματα, έχοντας χάσει την πολυαγαπημένη του σύντροφο Αν Μπάνκροφτ, τους κολλητούς του, τους περισσότερους συνεργάτες του, ακόμη και τους παραγωγούς, που τους «δούλευε» κανονικά, λέγοντας «ναι» στις απαιτήσεις τους, αλλά έκανε πάντα το δικό του.

Ορφανός και αστείος

Ο Μέλβιν Τζέιμς Καμίνσκι, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 28 Ιουνίου του 1926 στο Μπρούκλιν, από Γερμανοεβραίο πατέρα και Ρωσοεβραία μητέρα, έχοντας τρία μεγαλύτερα αδέλφια. Οικογένεια εργατικής τάξης, είχε οικονομικές δυσκολίες, που θα ενταθούν όταν ο πατέρας του πέθανε σε ηλικία 34 ετών από φυματίωση των νεφρών και ο μικρός Μελ ήταν ακόμη βρέφος. Τα προβλήματα θα τα ξεπεράσει από μικρός με την κωμωδία. Άλλωστε ο Μπρουκς, όνομα που υιοθέτησε αργότερα, προς χάριν της υποστηρικτικής και γενναίας μητέρας του (το γένος Μπρούκμαν), παρότι ήταν ένα ασθενικό παιδί, ήταν από γεννησιμιού του αστείος.

Από παιδί διασκεδαστής

Μικρόσωμος, δεχόταν από μικρός εκφοβισμό και πειράγματα από τους συμμαθητές του, ενώ σε ηλικία 9 χρόνων όταν είδε στο θέατρο το «Anything Goes» με τους Γουίλιαμ Γκάξτον και Βίκτορ Μουρ, είπε στον αγαπημένο του θείο ότι θέλει να δουλέψει στον χώρο του θεάματος. Στα 14 του, βρήκε δουλειά ως διασκεδαστής σε ένα ξενοδοχείο δεύτερης κατηγορίας, γνωρίζοντας εκεί και τον Σιντ Σίζαρ. Με τις τρελές του φάρσες είχε επιτυχία στο κοινό του ξενοδοχείου, ενώ σπούδαζε και ντραμς με τον μουσικό της τζαζ Μπάντι Ριτς. Τελειώνοντας το Λύκειο, ήταν ήδη ένας ολοκληρωμένος μίμος, κωμικός και ντράμερ. Με το που ενηλικιώθηκε κατατάχθηκε στον στρατό, υπηρετώντας στο ευρωπαϊκό μέτωπο, όπου ήρθε κατάφατσα με τον θάνατο και τις φρικαλεότητες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Επιστρέφοντας στη χώρα του εργάστηκε ως σταντ απ κωμικός, αξιοποιώντας το αυτοσχεδιαστικό του ταλέντο και άρχισε να γράφει αστεία για κωμικές τηλεοπτικές σειρές και γνωστούς κωμικούς μαζί με τον Γούντι Άλεν.

Το ντεμπούτο με το Όσκαρ

Έπειτα από αρκετή τηλεόραση και περιζήτητα κείμενα στο θέατρο, καθώς είχε ήδη γνωριστεί με τον ισόβιο συνοδοιπόρο του Καρλ Ράινερ, έξοχο γραφιά, αστείρευτο χιουμορίστα και πολύ καλό ηθοποιό (όλοι θα τον αναγνωρίσουν στα σχετικά πρόσφατα φιλμ «Η Συμμορία των 11, 12 και 13 ως Σολ Μπλουμ), τού μπήκε η ιδέα να εμπλακεί και με τον κινηματογράφο. Μετά από αρκετές απορρίψεις από τα μεγάλα στούντιο, ο Μπρουκς βρήκε έναν ανεξάρτητο διανομέα και έπειτα από πολλές περιπέτειες και την έγκριση του Πίτερ Σέλερς, κάνει το μεγάλο βήμα στο σινεμά. Έτσι, ως ακόμη άγνωστος σκηνοθέτης, παρουσιάζει τη θρυλική παρωδία για το Μπρόντγουεϊ «Αυτοί οι Τρελοί Τρελοί Παραγωγοί», έχοντας ως στόρι δυο αποτυχημένους παραγωγούς, που βρίσκονται στο χείλος της καταστροφής και αποφασίζουν να ανεβάσουν μία σατιρική κωμωδία για τον Χίτλερ και την Εύα Μπράουν, με στόχο την αποτυχία της, για να βγάλουν χρήματα από ένα λογιστικό κόλπο. Με πρωταγωνιστές τους ανεπανάληπτους Τζιν Γουάιλντερ και Ζίρο Μόστελ, το φιλμ έλαβε ανάμικτες κριτικές, καθώς μία μερίδα συντηρητικών κριτικών δεν μπορούσε να συγχωρέσει το καυστικό χιούμορ του Μπρουκς. Με τον καιρό, όμως, η ταινία θα καταστεί κλασική κωμωδία και θα αποκτήσει τεράστια φήμη. Παρά ταύτα, η Ακαδημία τού χάρισε το Όσκαρ Σεναρίου και στον Τζιν Γουάιλντερ, στον ρόλο του υστερικού λογιστή, μία υποψηφιότητα.

Καυτές Σέλες και Φρανκεστάιν Τζούνιορ

Τρία χρόνια αργότερα ήρθε «Το Μυστήριο με τις 12 Καρέκλες», μία σάτιρα της Οκτωβριανής Επανάστασης και της Εκκλησίας, ενώ το 1974 έκανε ένα διπλό μπαμ με το γουέστερν παρωδία «Μπότες, Σπηρούνια και Καυτές Σέλες» και την παρωδία ταινιών τρόμου «Φρανκεστάιν Τζούνιορ». Στην πρώτη ταινία, με Τζιν Γουάιλντερ, Κλέβον Λιτλ και τον ίδιο σε έναν χαρακτηριστικό ρόλο, θα προκαλέσει ντελίριο, με τους αναχρονισμούς του και το αστείρευτο χιούμορ του, ενώ στη δεύτερη, με τον ίδιο και τους Γουάιλντερ, Πίτερ Μπόιλ (στον ρόλο του τέρατος) και τον απίστευτο Μάρτι Φέλντμαν, στήνει μία από τις καλύτερες κωμωδίες όλων των εποχών και δηλώνοντας εμφατικά την μεταμοντέρνα σάτιρα του ίδιου του σινεμά.

Βωβός ύμνος

Το 1976 επιχειρεί ένα τολμηρό βήμα, γυρίζοντας μια βωβή κωμωδία «Η Τελευταία Τρέλα του Μελ Μπρουκς», ύμνος στην εποχή των πρώτων χρόνων του κινηματογράφου και τους μεγάλους Τσάπλιν και Κίτον. Τον επόμενο χρόνο, περιλαμβάνει τον Χίτσκοκ, με το «Λίγο… Πολύ… Τρελούτσικος», καθώς θα φέρει απέναντι στο σασπένς την κωμωδία και τη φάρσα. Ακολουθεί η ελαφρώς χοντροκομμένη «Τρελή Ιστορία του Κόσμου», βάζοντας στο στόχαστρό του τη χλαμύδα και τις επικές παραγωγές, φανερώνοντας ότι η καριέρα του αρχίζει να παίρνει την κατηφόρα.

Κλείνοντας τον κύκλο

Έξι χρόνια αργότερα, βάζει στο μάτι τη μανία των διαστημικών ταινιών, με τη σάτιρα «Μπαλάκια Τρίτου Τύπου», τον μύθο του Ρομπέν των Δασών με τους «Ήρωες με τα Κολάν», ενώ το 1995 παρουσίασε την τελευταία του ταινία «Δράκουλας: Νεκρός και Μ’ Αρέσει». Οι εποχές έχουν αλλάξει ραγδαία και ο Μπρουκς πλέον έχει κλείσει τον κύκλο του, αφήνοντας ως παρακαταθήκη το πνεύμα ενός ατρόμητου χιουμορίστα, που αμφισβήτησε τους κανόνες του Χόλιγουντ και δίστασε να σατιρίσει το σινεμά, που λάτρευε.

Γιορτάζοντας χωρίς την Αν και τον Καρλ

Όπως λάτρεψε και την Αν Μπάνκροφτ, με την οποία έζησε 41 χρόνια, μέχρι τον θάνατό της, ίσως το μόνο πρόσωπο που του λείπει από τη σημερινή του γιορτή, μαζί με τον πολυαγαπημένο του φίλο και συνεργάτη Καρλ Ράινερ. Ο Μπρουκς, διαθέτοντας ακόμη τη νεανική του διαύγεια, συνεχίζει να απολαμβάνει τα βιβλία του και να σκαρώνει ακόμη φάρσες, σε όσους θέλουν να πάρουν κάτι από τις γνώσεις του και τις εμπειρίες του. Ένας αιώνας είναι αυτός.

Πηγή: efsyn.gr

#TAGS
Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα