Parallax View

A Traveler’s Needs: 90 λεπτά αποπροσανατολισμένου ερασιτεχνισμού

Ένα εξαιρετικό παράδειγμα αργόσυρτης "ενδοσκόπησης" που δεν διστάζει να χαραμίσει το χρόνο του θεατή δίχως να του προσφέρει έστω και μια σπιθαμή ουσίας ως αντάλλαγμα - Γράφει ο Ν. Τριαρίδης

Νικόδημος Τριαρίδης
a-travelers-needs-90-λεπτά-αποπροσανατολισμένου-ερ-1301731
Νικόδημος Τριαρίδης

Είναι σύνηθες να υποτιμάται ο ρόλος του κριτικού τέχνης από το ευρύ κοινό. Κι όμως, επιτελούμε υψίστης σημασίας κοινωνικό έργο· αν εμείς δεν υπομέναμε 90 λεπτά αποπροσανατολισμένου ερασιτεχνισμού προκειμένου να προστατεύσουμε τον υπόλοιπο κόσμο από ταινίες όπως το “A Traveler’s Needs”, ποιος άλλος θα έκανε τέτοια θυσία;

Είναι τουλάχιστον οξύμωρο να συνοψίσουμε την πλοκή μιας ταινίας που τόσο πεισμωδώς αρνείται να εστιάσει σε οποιουδήποτε είδους σύγκρουση, αλλά ας το επιχειρήσουμε· Ακολουθούμε την Ίριδα, Γαλλίδα που ζει στη Σεούλ της Κορέας, μετριοτάτως παιγμένης από την Ιζαμπέλ Ιπέρ (!), η οποία κάνει μαθήματα Γαλλικών σε ντόπιες γυναίκες με ένα ιδιότυπο σύστημα για να βγάλει τα προς το ζην. Ταυτόχρονα, βρίσκει αδιέξοδο στη μοναξιά της στην κρυφή σχέση της με έναν από τους μαθητές της και στο να πίνει makgeolli.

Ενάντια στις προσδοκίες σας, αγαπητοί αναγνώστες, δεν παρέλειψα τίποτα, ούτε σβήστηκε κατά λάθος κάποια επιπλέον πρόταση στην προηγούμενη παράγραφο· το “A Traveler’s Needs” δεν έχει πλοκή, αλλά παραταύτα αφηγείται την ιστορία ενός άτυχου θεατή που πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με το είδος ανοικονόμητης δομής και ξύλινου, γεμάτου επαναλήψεις διαλόγου που μονάχα από ερασιτεχνικό θέατρο θα περίμενε κανείς (με αντίστοιχο επίπεδο υποκριτικής από όλους εκτός της Κιμ Σεούνγκ-Γιουν ως μητέρας του Ινούκ, η οποία αγγίζει τα μυθικά ύψη του υποφερτού), προκειμένου να φτάσει στους λυτρωτικούς τίτλους τέλους.

Αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα αργόσυρτης “ενδοσκόπησης” που δεν διστάζει να χαραμίσει το χρόνο του θεατή δίχως να του προσφέρει έστω και μια σπιθαμή ουσίας ως αντάλλαγμα. Μέχρι να εμφανιστεί ο κρυφός εραστής της Ίριδος, Ινούκ (Χα Σεούνγκ-Γκουκ) και μαζί του η μοναδική υποψία “κεντρικής” πλοκής, έχουν ήδη ολοκληρωθεί τα 2/3 της ταινίας, τα οποία εξανεμίστηκαν σε αυτάρεσκες και άγαρμπες αοριστολογίες περί σχέσης ζωής και τέχνης που έχουμε κουραστεί να τις ακούμε από τον καιρό της Νουβέλ Βαγκ! Η δε εξέλιξη χαρακτήρων προϋποθέτει την ύπαρξή τους, και επομένως δεν μας αφορά στην προκειμένη περίπτωση.

Είναι άξιον απορίας πώς η σταδιακή κατάρρευση του αισθητικού κριτηρίου της Δύσης έχει οδηγήσει στην ανάδειξη του προχειροφτιαγμένου ερασιτεχνισμού ως “υψηλή τέχνη”. Μια φορά κι έναν καιρό, οι υπερεκτεθειμένοι ουρανοί, οι μέτριες προς επίπεδες συνθέσεις, τα ενοχλητικά καδραρίσματα που αποκρύπτουν σημαντικές οπτικές πληροφορίες ή “κόβουν” ηθοποιούς, η παντελής έλλειψη φωτισμού, η χαμηλή ποιότητα εικόνας και η αδιάφορη, δίχως πρωτοτυπία σκηνοθεσία θεωρούνταν ανεπίτρεπτα σφάλματα που έπρεπε να καταρριφθούν παρά αξίες που επαινούνται, καθώς αγγίζουν το “νατουραλισμό” (ο ορισμός της λέξης αυτής παραμένει άγνωστος).

Δυστυχώς, σε τούτη τη μεταμοντέρνα εποχή της “ανατροπής” και της “εσκεμμένης ακαλαισθησίας”, η συνθήκη αυτή έχει ανατραπεί, επιτρέποντας σε σκηνοθέτες όπως ο Χονγκ Σανγκ-Σου να αναδειχθούν ως auteur (!) από αφελείς θεατές που δεν μπορούν να εξηγήσουν από πού καν πηγάζει η “auteur”-οσύνη του.

Αν τον ρωτούσαμε, θα ισχυριζόταν ότι η ανεπίτρεπτα μακρόσυρτη διάρκεια και παγερή στατικότητα των πλάνων του “A Traveler’s Needs” (δεν θέλω να κατηγορηθώ για παραπληροφόρηση, επομένως θα αναφέρω ότι η κάμερα ζουμάρει μια στις τόσες με το ζουμ του home video, πιθανότατα για να ελέγξει ότι ο θεατής δεν έχει αποκοιμηθεί) δημιουργούν ένα “εσωτερικό μοντάζ” στη σύνθεση, με τρόπο παρόμοιο με το σινεμά σκηνοθετών τύπου Όζου, παραλείποντας βέβαια την εμμονική προσοχή στη λεπτομέρεια που έδινε ο Ιάπωνας δημιουργός σε κάθε άψογα κατασκευασμένο του κάδρο.

Αντίθετα, οι σχεδόν “παγωμένοι” στις θέσεις τους χαρακτήρες της ταινίας του Σανγκ-Σου (αν είμαστε τυχεροί, μια στις τόσες κάποιος σηκώνεται) που δεν αλλάζουν δυναμικά τη σύνθεση με τη διάταξή τους στο χώρο προσκαλούν απλώς το μάτι να περιπλανηθεί σε όλα τα γυμνά σκηνικά που δεν μπήκε στον κόπο να διακοσμήσει.

Σε περίπτωση που δεν έχει γίνει ακόμη σαφές, δεν μου άρεσε το “A Traveler’s Needs”, αλλά συνάμα δυσκολεύομαι να εξηγήσω το γιατί σε 700 λέξεις, καθώς το βασικό αίσθημα που συνοδεύει το θεατή στην έξοδό του από την αίθουσα δεν είναι η οργή, παρά η αδιαφορία.

Θεωρεί τον εαυτό του ταινία “ενδοσκόπησης” δίχως να έχει το οτιδήποτε που αξιώνει μια εμβάθυνση, και μετά η εν λόγω εμβάθυνση δεν έρχεται ποτέ· το βλέπεις και το ξεχνάς αστραπιαία, και ο μοναδικός λόγος που βγαίνεις κερδισμένος από όλη την εμπειρία είναι η καθησυχαστική σκέψη ότι τουλάχιστον δεν πήγες στη διπλανή αίθουσα για να δεις το “A Minecraft Movie”.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα