Αδελφοί Μανάκια, οι πρωτοπόροι κινηματογραφιστές των Βαλκανίων στη Θεσσαλονίκη
Το 1921 εγκαινίασαν σε δικό του κτίριο στο Μοναστήρι τον κινηματογράφο «Μανάκια», όπου προβλήθηκαν αρκετές ταινίες μέχρι το 1939, που κάηκε ολοσχερώς
Γνώρισα τους αδερφούς Μανάκια, μέσα από το Βλέμμα του Θ. Αγγελόπουλου, όπου κατά καρμική σύμπτωση θα έλεγα σήμερα, κάνοντας αυτό το αφιέρωμα, είχα πάρει μέρος κι εγώ στα γυρίσματα, με πολύ κόσμο του θεάτρου της Θεσσαλονίκης τότε. Εκτοτε τους συνάντησα πολλές φορές στα Βαλκάνια, σπουδάζοντας φωτογραφία, μέσα από τα γυρίσματα ντοκιμαντέρ για την ΕΡΤ-ΕΡΤ3, αλλά και μέσα από προσωπικές αναζητήσεις και πρόσφατα φωτογραφικά ταξίδια μου στη Μπίτολα, στο Βουκουρέστι κα. όπου γνώρισα και τον ερευνητή Cătălin D. Constantin.
Τα τελευταία χρόνια διεξάγονται εκθέσεις και φεστιβάλ σχετικά, όπως το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Μανάκια που διεξάγεται στα Γρεβενά και την Αβδέλλα, τόπο γέννησης και καταγωγής των πρωτοπόρων αδελφών Γιαννάκη και Μίλτου Μανάκια, κάθε Σεπτέμβριο, η έκθεση του ΙΜΜΑ που από το 2023 ταξιδεύει σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, ενώ έχει παρουσιαστεί και στην Πρίστινα, μια έκθεση που συμμετείχε στην 8η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, την οποία διοργάνωσε το MOMus υπό τον γενικό τίτλο «Γεωκουλτούρα», με τίτλο «Γιάννης και Μίλτος Μανάκια. Τα πρόσωπα πίσω από τον φακό».
Η Σταυρούλα Μαυρογένη, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Διευθύντρια του Κέντρου Έρευνας Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηρίωσης του ΙΜΜΑ, με αφορμή την έκθεση αυτή, μου έχει μιλήσει για τη σημασία του έργου των Αδελφών Μανάκια και για την κατανόηση της ιστορίας και της κοινωνίας των Βαλκανίων.
Κάπως έτσι και μέσα από το ενδιαφέρον μου για τους αδερφούς Μανάκια, έφερα στην πόλη μας και συγκεκριμένα στον πολυχώρο τέχνης To Pikap, σε συνεργασία με τον Δημήτρη Αγγέλη, τον Cătălin D. Constantin, εκδότη βιβλίων και ανθρωπολόγο (Διδάσκει Ανθρωπολογία στη Σχολή Γραμμάτων του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου, όπου διετέλεσε και Αντιπρύτανης από το 2016 έως το 2024).
Ταξίδεψε στα Βαλκάνια επί σειρά ετών, συνοδευόμενος από στενούς φίλους, για να αναδημιουργήσει σχολαστικά, μέσα από τις ίδιες γωνίες και καδράρισμα, τις φωτογραφίες που τράβηξαν οι αδελφοί Μανάκια πριν από έναν και παραπάνω αιώνα – φωτογραφίες σήμερα που φυλάσσονται στα αρχεία του Βουκουρεστίου.
Το μοναδικό αυτό εγχείρημα του, ταξιδεύει σε διάφορες πόλεις των Βαλκανίων με τη μορφή έκθεσης φωτογραφίας υπό τον τίτλο Πέρα από το Χθες: Ένας ανθρωπολογικός περίπατος στα ίχνη των αδερφών Μανάκια στις αρχές του 1900.
https://beyondyesterday.org/el/
Η έκθεση πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία, στον χώρο τέχνης To Pikap, και προσέλκυσε το ευρύ κοινό, ανθρωπολόγους, φωτογράφους, ιστορικούς, μας τίμησε με την παρουσία της και την συμπαράσταση της η αξιότιμη Γενική Πρόξενος της Ρουμανίας στη Θεσσαλονίκη Corina Creţu, αλλά θα σταθώ στην συγκινητική μας συνάντηση με την κα Κική Βράνη, απόγονο των αδερφών Μανάκια, η οποία έχει σπάνιο και πλούσιο αρχειακό και φωτογραφικό υλικό τους.
Την ευχαριστώ ολόψυχα που με εμπιστεύθηκε και μου παραχώρησε ένα κομμάτι από την οικογενειακή της ιστορία, ταυτόχρονα όμως και σημαντική ιστορική καταγραφή των πρωτοπόρων κινηματογραφιστών Μανάκια.
Ευχής έργον και δημόσια παράκληση στην Πολιτεία μας, να διασωθεί με κάποιο τρόπο όλο αυτό το σπάνιο φωτογραφικό υλικό, να βρει μια γωνιά σε ένα μουσείο, ή να δημιουργηθεί ένας χώρος κάπου μόνιμα, όπου θα τιμά τους διαβόητους σε όλα τα Βαλκάνια αδελφούς Μανάκια.
Κική Βράνη:
“Οι αδελφοί Μανάκια, Γιάννης και Μίλτος ήταν θείοι της μητέρας μου Όλγας, αδέλφια της γιαγιάς μου Δέσπως και είχαν επίσης δύο αδελφές ακόμα την Στεργιανή και την Ευανθία. Γεννήθηκαν στην Αβδέλλα Γρεβενών και έζησαν στην πατρίδα τους, στη Θεσ/νίκη και στο Μοναστήρι, το δεύτερο εμπορικό κέντρο της τότε Μακεδονίας. Ταξίδεψαν σε όλες τις πρωτεύουσες των Βαλκανίων και στην Κωνσταντινούπολη.
Όλα όσα αναφέρω πιο κάτω τα γνωρίζω από την μητέρα μου, η οποία είχε την τύχη να ζει με την οικογένειά της στο ίδιο σπίτι με τον Γιάννη, στην οδό Κωνσταντινουπόλεως 83, στην Θεσ/νίκη, κατά τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. Ο Γιαννάκης ήταν φύση ευγενική και ανήσυχη με ένα χαρακτήρα που ενδιαφερόταν ζωηρά για τα πάντα. Από παιδί ακόμα έδειχνε ενδιαφέρον για την χρωματική σύνθεση, την ζωγραφική και την αγιογραφία.
Πήρε πολύπλευρη μόρφωση αφού αποφοίτησε με άριστα από το Λύκειο Μοναστηρίου και συνέχισε τις σπουδές του, στο Παρίσι, στο Λονδίνο και στο Βουκουρέστι, γεγονός που τον γέμισε σοφία. Μιλούσε τις περισσότερες φορές με παροιμίες και μεταφορές. Όπως π.χ. “τα δαχτυλίδια πέφτουν, τα δάχτυλα μένουν” για τις ατυχίες της ζωής. Με το που έβλεπε κάποιον, σκιαγραφούσε αμέσως τον χαρακτήρα του.
Η τεράστια μόρφωσή του, του έδωσε επίσης το χάρισμα της διορατικότητας. Με την εμφάνιση της φωτογραφικής τέχνης και αμέσως μετά της τέχνης του κινηματογράφου, που αγάπησε πολύ, προέβλεψε το μέλλον. Έλεγε στους γονείς μου ότι στο μέλλον όταν θα μιλάτε με την αδελφή σας στην Αμερική τηλεφωνικά θα την βλέπετε κιόλας.
Εργάστηκε ως καθηγητής Ιστορίας Καλών Τεχνών στα Γιάννενα, όπου μαζί με τον αδελφό του Μίλτο άνοιξαν και φωτογραφικό εργαστήριο. Η τέχνη της φωτογραφίας τον συνέπαιρνε. Παρατηρώντας κανείς τις διάφορες φωτογραφίες του, από τον τρόπο που έστηνε τους ανθρώπους μπροστά στον φακό, αντιλαμβάνεται κανείς ότι και είχε σκηνοθετικό ταλέντο.
Παντρεύεται σε ηλικία 44 χρόνων μια Ελληνίδα, την Αναστασία, γεννημένη στην τότε Σερβία και αποκτά τον μονάκριβο γιο του τον Δημήτρη. Χάνει την σύζυγό του σε ηλικία 29 ετών και αργότερα τον γιο του σε ηλικία 24 ετών, που ήταν φοιτητής της Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης. Το 1942 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Θεσ/νίκη, όπου δίδασκε σε Γυμνάσιο, Ιστορία Ζωγραφική και Καλλιγραφία.
Μέχρι το τέλος της ζωής του πήγαινε στην παραλία όπου φωτογράφιζε διάφορους χαρακτήρες. Αυτή είναι και η χαρακτηριστική σκηνή του φωτογράφου στον Λευκό Πύργο στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το βλέμμα του Οδυσσέα». Στην κηδεία του είχε πάρα πολύ κόσμο και ανώτερης κοινωνικής τάξης, όπως κατάλαβε η μητέρα μου από τα ρούχα που φορούσαν.
Ο Μίλτος ήταν εντελώς αντίθετος χαρακτήρας από τον Γιάννη. Ήταν ζωηρός, φύση ανήσυχη, γλεντζές, τίμιος ειλικρινής, ευθύς και έμπιστος. Χαρίσματα που διατήρησε σ΄ όλη του τη ζωή. Ήταν μέλος πολιτιστικών και αθλητικών σωματείων, χορηγός και μέλος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Επίσης ήταν μέλος αντάρτικων ομάδων για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Του άρεσαν πολύ τα άλογα, τα οποία ίππευε καθώς τρέχανε.
Η μητέρα μου, μου έλεγε γελώντας, ότι ο Γιάννης αγόρασε ένα κασελάκι όπου φύλαγε τα χρήματά του. Έγραψε λοιπόν στο καρτελάκι (που χρησίμευε για την αναγραφή του ονοματεπώνυμου του ιδιοκτήτη). «Να μη πεθάνω ώσπου να το γεμίσω». Και ο Μίλτος το διόρθωσε γράφοντας. «Να μη πεθάνω ώσπου να τα ξοδέψω όλα».
Ο Μίλτος παντρεύτηκε σε μεγάλη ηλικία 54 ετών, μια συντοπίτισσά του από την Αβδέλλα Γρεβενών, την Βασιλική Νταούκα. οι οποίοι μετέπειτα έζησαν στο Μοναστήρι.
Γύρισαν πολλές κινηματογραφικές ταινίες αγνώστου αριθμού, όπως η είσοδος του Διαδόχου Κωνσταντίνου στην Θεσ/νίκη, την Κηδεία του Μητροπολίτη Αιμιλιανού Γρεβενών, το Πανηγύρι στην Αβδέλλα , Γάμος στην Βέροια, Το ταξίδι του Σουλτάνου στην Θεσ/νίκη και άλλες που αφορούσαν επίκαιρα, σε ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα.
Η πρώτη τους ταινία ήταν οι «Υφάντρες», όπου πρωταγωνιστούν όλες οι γυναίκες της οικογένειας. Το 1921 εγκαινίασαν σε δικό του κτίριο στο Μοναστήρι τον κινηματογράφο «Μανάκια», όπου προβλήθηκαν αρκετές ταινίες μέχρι το 1939, που κάηκε ολοσχερώς. Τους απονεμήθηκε χρυσό και αργυρό μετάλλιο σε εκθέσεις φωτογραφίας στο Βουκουρέστι, καθώς επίσης και τιμητική πλακέτα από τον Ρουμάνο Βασιλιά Κάρολο Ι.
Ήταν επίσης αυλικοί φωτογράφοι του Σουλτάνου Μεχμέτ Ρεσιάντ. Ήταν τέτοια η φήμη τους στα Βαλκάνια που όσοι αλληλογραφούσαν μαζί τους έγραφαν για διεύθυνση μόνο «Μανάκια Βαλκάνια» και αυτό αρκούσε για την παραλαβή της αλληλογραφίας.
Είμαι περήφανη κι εγώ και η οικογένειά μου που κατάγομαι από αυτούς τους ανθρώπους.
Έχω όμως και μια πικρία γιατί το τεράστιο έργο τους, που μας παρέχει ιστορικά και κοινωνικά στοιχεία στο τέλος του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα και προώθησε την Ελληνική κουλτούρα στους Βαλκανικούς λαούς δεν αναγνωρίστηκε, όπως τους αρμόζει από την Ελληνική Πολιτεία.”








