«Η Δημόσια Ιδιωτική Οικία: 9 Στροφές για την Αθήνα» – Το ντοκιμαντέρ του Τάσου Λάγγη κάνει πρεμίερα στο 28ο ΦΝΘ
Το νέο ντοκιμαντέρ του Onassis Culture είναι ένα πολυφωνικό αστικό δοκίμιο για τις μορφές συλλογικής κατοίκησης — ανθρώπινες και μη
Πώς φαντάζει το μέλλον της Αθήνας μέσα από τα μάτια όσων κατοικούν στα στρώματα της αρχιτεκτονικής της – των ενοίκων, των νέων, των μεταναστών, των πουλιών;
Το ντοκιμαντέρ Η Δημόσια Ιδιωτική Οικία: 9 Στροφές για την Αθήνα, σε σκηνοθεσία του Τάσσου Λάγγη και παραγωγή του Onassis Culture, είναι ελεύθερα εμπνευσμένο από δύο εκδόσεις με θέμα την αθηναϊκή πολυκατοικία, τις 37 Ιστορίες Αθηναϊκών Πολυκατοικιών (σε επιμέλεια Θωμά Μαλούτα, Νικολίνας Μυωφά, Δημήτρη Μπαλαμπανίδη, Ιφιγένειας Δημητράκου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του Ιδρύματος Ωνάση) και το The Public Private House, από το οποίο έχει δανειστεί και τον τίτλο του.
Η Δημόσια Ιδιωτική Οικία είναι ένα δοκίμιο σε 9 στροφές για την Αθήνα, την κατοίκηση και την αναζήτηση προοπτικής – κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η ταινία θέτει στο επίκεντρο τέσσερις νέες γυναίκες, που συγκατοικούν σε ένα ρετιρέ στην Αχαρνών, μια γειτονιά έντονης εθνοτικής και κοινωνικής διαστρωμάτωσης.
Η σκηνοθετική ματιά εστιάζει σε μια συμμετοχική, «εκ των έσω» καταγραφή, χωρίς ιεραρχίες, χωρίς επιβολή ερμηνειών. Οι ακαδημαϊκοί που εμφανίζονται δεν φέρουν τίτλους ή ρόλους, αλλά εναλλάσσονται ισότιμα με τις τέσσερις γυναίκες, τους φίλους τους και τα είδη πουλιών που κατοικούν στην Αθήνα.
Όλα έχουν την ίδια υπόσταση, τον ίδιο αφηγηματικό χώρο. Η ταινία επιλέγει να δει την πόλη όχι από ψηλά αλλά μέσα από αυτό που ονομάζει οικιακή ευτυχία: μέσα από τις ζωές που πασχίζουν να κρατηθούν, που φεύγουν για ένα «καλύτερα», που προσπαθούν να ανήκουν.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η πολυκατοικία, όχι απλώς ως ένα κτίσμα, αλλά ως αρχείο ζωών, χρήσεων, ονείρων, μεταμορφώσεων και αποχωρισμών.
Σκηνοθετικό σημείωμα
Το ερώτημα είναι απλό και ταυτόχρονα αδύνατο: τι σημαίνει να «κατοικούμε» σήμερα; Πώς μπορούμε να συνυπάρχουμε και να αγαπάμε μέσα σε μια πόλη που αλλάζει πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούμε να κατανοήσουμε;
Η Αθήνα βρίσκεται σε μια καμπή. Η οικονομική και η στεγαστική κρίση, η εκτίναξη των ενοικίων, η τουριστικοποίηση και ο εξευγενισμός των γειτονιών, η μετατροπή των σπιτιών σε επενδυτικά προϊόντα και η εμφάνιση γκέτο, διαλύουν τις μικρές μορφές κοινωνικότητας που κάποτε χαρακτήριζαν την πόλη. Κι όμως, μέσα σε αυτό το ασφυκτικό τοπίο, η αθηναϊκή πολυκατοικία — αυτή η άναρχη αλλά βαθιά κοινωνική κατασκευή — εξακολουθεί να προτείνει έναν άλλο τρόπο συνύπαρξης.
Ο κάθετος κοινωνικός διαχωρισμός, η μίξη των χρήσεων, τα μπαλκόνια που συνορεύουν, γεννούν μια μορφή καθημερινής δημοκρατίας. Δεν είναι το τέλειο κτίριο· είναι το πορώδες, το ωσμωτικό, αυτό που επιτρέπει απεριόριστη προσαρμοστικότητα. Δομικό στοιχείο της αφήγησης είναι η ιδέα ότι η ζωή είναι μια μεταφυσική της μίξης.
Έτσι, η ταινία ξεδιπλώνεται σε εννέα «στροφές», όπως ένα μουσικό κομμάτι ή ένα ποίημα. Αυτή η δομή μου επιτρέπει να συνδέσω ανακαλύψεις από την αρχιτεκτονική, την ανθρωπολογία, την τέχνη, τη γεωγραφία, τη ζωολογία και την ηθολογία, και να τις μεταφράσω σε καθημερινή γλώσσα, πέρα από κανονισμούς και αφηγηματικές πειθαρχίες.
Διασταυρώνω την Αθήνα με το Βερολίνο μέσα από πρόσωπα και ιστορίες που ενσαρκώνουν τη διαλεκτική εικόνα του Βάλτερ Μπένγιαμιν, αναζητώντας δύο αντίρροπες δυνάμεις: της ιστορίας — τις υλικές συνθήκες και τις κοινωνικές σχέσεις του μοντερνισμού — και της λύτρωσης, το δυναμικό της ευτυχίας που κρύβεται μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ιδιαίτερα στη δομή της πολυκατοικίας.
Η κάμερα κινείται σαν προέκταση του σώματός μου, δείχνοντας όχι απλώς εικόνες αλλά σχέσεις. Στην παράδοση του εθνογραφικού και αποαποικιακού κινηματογράφου, αλλάζει χέρια: δίνεται σε τέσσερα νέα παιδιά που, σαν άλλοι «ιθαγενείς», ζουν μαζί σε ένα ρετιρέ της οδού Αχαρνών και καταγράφουν την καθημερινότητά τους με κατοικίδια, φίλους και αντικείμενα. Η κάμερα παύει να είναι εργαλείο παρατήρησης και γίνεται πεδίο συμβίωσης.
Με ενδιαφέρει το σπίτι όχι ως κτίριο, αλλά ως ηθική πραγματικότητα. Οι «μετανάστες» παπαγάλοι επαναφέρουν αυτή την έννοια στην αληθινή της διάσταση — το σπίτι είναι εκεί όπου φροντίζεις κάποιον.
Η Αθήνα, με τον δικό της παράξενο τρόπο, είναι μια πόλη χτισμένη πάνω σε αυτή την ηθική της φροντίδας. Το εσωτερικό των σπιτιών —το τοπίο των πραγμάτων που κατοικούμε— μαζί με τα μαγαζιά και τις υπηρεσίες στο ίδιο κέλυφος, διαμόρφωσαν τελικά την πόλη. Τα εμπορεύματα δεν είναι απλώς αντικείμενα χρήσης· είναι αγαθά επειδή φέρουν νοήματα, σημάδια ενός υπέρτατου Αγαθού — μιας συγκεκριμένης εκδοχής της ευτυχίας μας.
Η Αθήνα διαμορφώθηκε όχι μέσα από πολεοδομικά οράματα, αλλά μέσα από το «παζάρι των Αγαθών» — ένα δίκτυο πρόσβασης σε ό,τι εξασφαλίζει φροντίδα, συνύπαρξη και μικρή ευτυχία. Η αγορά υπήρξε πάντα χώρος συλλογικής αξιολόγησης, όπου οι αξίες προκύπτουν από τη συνάντηση και τη διαπραγμάτευση. Όταν τα αγαθά άρχισαν να κυκλοφορούν μέσα από τα διαμερίσματα, τα μικρομάγαζα και τις πολυκατοικίες, γεννήθηκε μια νέα δημοκρατία — μικροαστική, οικιακή, αλλά βαθιά ανθρώπινη.
Γι’ αυτό η πόλη δεν έχει κέντρο· έχει ιστούς. Η επιθυμία να φροντίσουμε και να φροντιστούμε μεταφράστηκε σε αρχιτεκτονική. Αυτή είναι, νομίζω, η ιδιαιτερότητα της Αθήνας: μια πόλη χτισμένη όχι πάνω στη λογική του σχεδίου, αλλά στη λογική της φροντίδας, μέσα στα νομικά πλαίσια που το επέτρεψαν.
Αυτή είναι και η πραγματική δύναμη της αθηναϊκής πολυκατοικίας: ένας απλός τόπος και τρόπος να γίνει ο κόσμος κατοικήσιμος. Κι αν αυτό είναι το μεγάλο πολιτικό ζήτημα σήμερα — η δυνατότητα να κατοικήσουμε ξανά τις πόλεις και τον κόσμο, να τα κάνουμε οικεία — η Αθήνα έχει ακόμη πράγματα να προτείνει, όσο κι αν την καταστρέφουμε, όσο κι αν δεν την καταλαβαίνουμε.
– Τάσος Λάγγης
Λίγα λόγια για τον Τάσο Λάγγη
Ο Τάσος Λάγγης σπούδασε κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο του Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης και στη Σχολή Σταυράκου στην Αθήνα. Το 2008 συμμετείχε στο Berlinale Talent Campus στο Βερολίνο. Η έρευνά του επικεντρώνεται στις συμβιωτικές μορφές αφήγησης με διαφορετικά μέσα. Αυτή την περίοδο προετοιμάζει ένα ακόμα ντοκιμαντέρ για την Αθήνα, διερευνώντας αυτή τη φορά το ερώτημα του πώς μπορούμε να την κατοικήσουμε σήμερα.
Το 2021 έκανε πρεμιέρα σε παραγωγή Onassis Culture, το ντοκιμαντέρ που σκηνοθέτησε μαζί με τον Γιάννη Γαϊτανίδη «Χτίστες, Νοικοκυρές και η Οικοδόμηση της Σύγχρονης Αθήνας» στο Επίσημο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας» 2021 και ακολούθησε διεθνή πορεία. O Τάσος Λάγγης ήταν Onassis AiR Fellow για τη σεζόν 2023/24. Το νέο του ντοκιμαντέρ Η Δημόσια Ιδιωτική Οικία: 9 Στροφές για την Αθήνα θα κάνει πρεμιέρα στο 28ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
Onassis Cinema – Nέο σινεμά. Νέοι κόσμοι.
To Ίδρυμα Ωνάση αγαπάει το σινεμά, τα σενάρια, τις ταινίες, τα φεστιβάλ. Το Onassis Culture στηρίζει καταξιωμένους και ανερχόμενους δημιουργούς, μέσα από την ανάπτυξη σεναρίων και την παραγωγή ταινιών μικρού και μεγάλου μήκους, μυθοπλασίας, animation και ντοκιμαντέρ. Προβάλλει το έργο μεγάλων δημιουργών του σινεμά, στη Στέγη, και διοργανώνει masterclasses για να ανακαλύψουμε τον τρόπο που σκέφτονται.
Συνεργάζεται με σημαντικούς φορείς, όπως είναι η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το Φεστιβάλ Δράμας και οι «Νύχτες Πρεμιέρας», με στόχο να ενισχυθεί ο ελληνικός κινηματογράφος εντός και εκτός συνόρων. Προβάλλει βραβευμένες ταινίες μικρού μήκους στο Onassis Channel, ώστε όλοι και όλες να έχουμε πρόσβαση στις ανεξάρτητες παραγωγές. Έχει θεσπίσει τα Onassis Film Awards προκειμένου να στηρίξει την ανάπτυξη νέων σεναρίων. Γιατί η ζωή με σινεμά είναι πάντα καλύτερη.





