Η καλλιτεχνική αδελφότητα τριών μεγάλων σκηνοθετών
Μελετώντας ξανά το τρίο των σκηνοθετών που επανάφεραν τον κινηματογράφο την δεκαετία του 1970, ένα νέο βιβλίο δείχνει ότι η δημιουργικότητα ανθίζει μέσα από την συνεργασία.
Ο Steven Spielberg αγαπά να αφηγείται μια ιστορία που καταγράφει την ένταση μεταξύ τέχνης και εμπορίου στο Holllywood της δεκαετίας του 1970:
Τον Ιανουάριο του 1973, ο νεαρός σκηνοθέτης George Lucas παρουσίασε μια προβολή της ταινίας του American Graffiti, μιας ταινίας για γρήγορα αυτοκίνητα και παιδιά της δεκαετίας του 1960.
Μεταξύ των εκατοντάδων θαυμαστών που γέμιζαν το Northpoint Theatre στο Σαν Φρανσίσκο ήταν και ο διευθυντής της Universal Pictures, Ned Tanen ο οποίος βρισκόταν εκεί για να εξετάσει τις αλλαγές που ζητήθηκαν από το στούντιο.
Το κοινό αγάπησε αυτό που είδε αλλά ο Tanen το μίσησε. “Αυτή η ταινία είναι μια καταστροφή” είπε στον Lucas στο σινεμά. “Είμαι τόσο απογοητευμένος μαζί σου, George”. Ο Francis Ford Coppola, o φίλος του Lucas και παραγωγός της ταινίας, ξέσπασε στον Tanen, λέγοντας του ότι θα έπρεπε να γονατίσει για να ευχαριστήσει τον Lucas. Βάζοντας το χέρι στην τσέπη του για να βρει το βιβλιάριο επιταγών του, ο Coppola προσφέρθηκε να αγοράσει τα δικαιώματα της ταινίας εκείνη την στιγμή.
Το ανέκδοτο -το οποίο διηγείται ο Paul Fischer στο νέο εξαιρετικό βιβλίο του, The Last Kings του Hollywood– συνοψίζει την σχέση ανάμεσα στον Coppola, τον Lucas και τον Spielberg.
Υπήρξε η υπερβολική υπεράσπιση του Coppola για τον φίλο του με μια μεγαλοπρεπή χειρονομία (ο Tanen αρνήθηκε να πουλήσει).
Η δεκαετία του 1970 ήταν ορόσημο για την άνοδο τόσο του δημιουργού ταινιών όσο και της μεγάλης παραγωγής -μερικές φορές μέσα… στην ίδια εύφλεκτη συσκευασία.
Κάποια στιγμή το 1976, ο Coppola γύρισε το Apocalypse Now ενώ ο Lucas σκηνοθέτησε το Star Wars και ο Spielberg το Close Encounters of the Third King.
Ο Lucas και ο Spielberg αντάλλαξαν ποσοστά κέρδους στις δύο τους ταινίες, επενδύοντας κυριολεκτικά στην επιτυχία ο ένας του άλλου. Οι συνομήλικοί τους στην “New Hollywood” όπως ονομάστηκε η εποχή που ακολούθησε την κατάρρευση του συστήματος στούντιο, ήταν απασχολημένοι με την δημιουργία πιο προκλητικού περιεχομένου: την ίδια χρονιά, ο Martin Scorsese ολοκλήρωσε το Taxi Driver και ο Brian De Palma κυκλοφόρησε το Carrie.
Ωστόσο, όπως δείχνει ο Fischer στο The Last Kings of Hollywood ο Coppola, o Lucas και o Spielberg αξίζουν να απομονωθούν και να μελετηθούν ως τρίο. Με αυτόν τον τρόπο, αντλεί μια καινούργια ιδέα από μια περίοδο που έχει ήδη μελετηθεί διεξοδικά σε βιβλία και ντοκιμαντέρ. Αντί να υμνεί την επιτυχία του σόλο καλλιτέχνη ή να εξυμνεί την μοναδικότητα μιας περασμένης εποχής, ο Fischer δείχνει την αέναη αξία της συνεργασίας.
Οι τρεις σκηνοθέτες -μέλη ενός κλαμπ αγοριών σε μια εποχή γεμάτη τέτοια κλαμπ- ενσάρκωναν όχι μόνο δημιουργική έμπνευση και μαγεία στα ταμεία, αλλά και μια καλλιτεχνικά παραγωγική συντροφικότητα. Έκαναν κριτική ο ένας στο έργο του άλλου, ενέπνευσαν τους συνομηλίκους τους να τα πάνε καλύτερα, τσακώνονταν σκληρά, συμφιλιώνονταν εύκολα και προσέφεραν αμοιβαία υποστήριξη -τόσο οικονομική όσο και ηθική. Και έδωσαν ένα εμπνευσμένο παράδειγμα για τους σημερινούς σκηνοθέτες.
Το Hollywood αυτή την στιγμή φλερτάρει με μια επιστροφή στην εποχή των στούντιο, μια περίοδο κατά την οποία οι σκηνοθέτες δεν ήταν ισχυροί καλλιτέχνες αλλά υπάλληλοι: διορίζονταν από τα στούντιο και τους παραγωγούς για να βεβαιώνονται ότι οι ηθοποιοί κρατούσαν τους ρόλους τους και οι παραγωγές παρέμεναν στο πρόγραμμα. Σκέψου τους σκηνοθέτες που έχουν μετακινηθεί για να χειριστούν μεμονωμένες ταινίες στα franchise Marvel, Mission Impossible, Harry Potter, και James Bond -για να μην αναφέρουμε τον μακρύ κατάλογο των τηλεοπτικών σκηνοθετών στην εποχή του μεγάλου showrunner. Ο Fischer παρέχει μια αντίθετη αφήγηση από ένα παράλληλο σύμπαν: αν τα στούντιο δεν πιέσουν τους σκηνοθέτες να δημιουργήσουν σπουδαίες πρωτότυπες ταινίες, ίσως ο ανταγωνισμός και η ενθάρρυνση από τους συνομηλίκους τους να το κάνουν.
Μερικοί από τους καλύτερους παραγωγούς ταινιών που δουλεύουν σήμερα ήδη το ξέρουν αυτό. Οι “Three Amigos” του μεξικανικού κινηματογράφου -ο Alfonso Cuarón, ο Guillermo del Toro και ο Alejandro G. Iñárritu- είναι φίλοι για δεκαετίες, ανταλλάσσοντας ανοιχτές και ειλικρινείς παρατηρήσεις και συνεργάζονται στην απόρριψη και την διόρθωση.
Όταν ο Paul Thomas Anderson έκανε συνέντευξη στον Quentin Tarantino το 2019 για ένα podcast της ένωσης σκηνοθετών, ο θαυμασμός του Anderson για την ταινία του φίλου του ήταν αισθητή. Με την σειρά του, ο Tarantino έχει χαρακτηρίσει τον Anderson ως έναν “πολύ φιλικό” αντίπαλο, σημειώνοντας, “Αν πετύχω υψηλά σημεία με το Inglourious Basterds, είναι εν μέρει επειδή ο Paul κυκλοφόρησε το There Will Be Blood πριν μερικά χρόνια και συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να ανεβάσω το επίπεδό μου.”
Ωστόσο, τέτοιες σχέσεις αφορούν κάτι παραπάνω από την ανταλλαγή επαίνων. Η πρόσφατη κριτική του Tarantino για την ερμηνεία του Paul Dano στο There Will Be Blood ήταν ίσως αγενής, αλλά χρησίμευσε και ως εποικοδομητική κριτική: το casting έχει σημασία.
Αυτό το είδος φιλικού ανταγωνισμού είναι ιδιαίτερα σημαντικό σήμερα. Ο Warner Brothers περιμένει να απορροφηθεί από τη Netflix ή την Paramount, οι κινηματογράφοι χάνουν πελάτες υπέρ του streaming και η ψυχαγωγία των franchise συνεχίζει να μας χαζεύει όλους.
Δεν υπάρχει μεγάλη δομική ή εμπορική ανάγκη να λέμε τολμηρές, πρωτότυπες ιστορίες. Κι όμως, μια καλλιτεχνική ανάγκη εξακολουθεί να φαίνεται ελπιδοφόρα: να ξεπερνάς τους λαμπρούς σου φίλους. Μια τέτοια δημιουργική ανταγωνιστικότητα υπερβαίνει τα μέσα και χρονολογείται εδώ και γενιές.
Ο Herman Melville αφιέρωσε το Moby-Dick στον Nathaniel Hawthorne “ως ένδειξη του θαυμασμού μου για το ταλέντο του.” Ο Paul McCartney και o John Lennon άκουσαν το Pet Sounds των Beach Boys και εμπνεύστηκαν να γράψουν το Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band. Και ο Spielberg παρακολούθησε τον The Godfather και φοβήθηκε ότι ποτέ δεν θα δημιουργούσε κάτι τόσο καλό -προτού γίνει ο πιο αναγνωρισμένος Αμερικανός σκηνοθέτης της γενιάς του.
Περιγράφοντας την άνοδο του κεντρικού τρίο του την δεκαετία του 1970, ο Fischer τοποθετεί τον Coppola ως φιγούρα του μεγάλου αδελφού του Lucas και τον Lucas ως φιγούρα του Spielberg. Eν μέρει αυτό σχετίζεται με τις ηλικίες τους, αλλά έχει εξίσου να κάνει και με τις προσωπικότητές τους. Ο Coppola, ο κολοσσός στην κορυφή του τραπεζιού, ήταν ατρόμητος και παράλογος, ένα όμορφο ναυάγιο, τόσο αδιάφορος για τις λεπτομέρειες όσο και αφοσιωμένος στην τέχνη.
Ο Lucas με την περιποιημένη γενειάδα του και τα καρό πουκάμισα, ήταν ντροπαλός αλλά βέβαιος για τις πεποιθήσεις του, προτιμώντας τις μεγάλες ιδέες από την εκτέλεση. Ο Spielberg -νεανικός, αδέξιος, φιλικός, σημαδεμένος- ήταν ένα ευρύ ταλέντο που έβρισκε χρυσή σκόνη σε κάθε πλάνο.
Ο Coppola έδωσε στον Lucas την πρώτη του δουλειά, σαν βοηθός του Coppola στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Αργότερα, το ζευγάρι δέχτηκε μια απρόσμενη κλήση από τον Spielberg, ο οποίος ρώτησε αν θα μπορούσε να περάσει και να συζητήσουν για δουλειά. Τον είχε εκφοβίσει ο Lucas, αλλά ο Lucas ήταν γεμάτος θαυμασμό για τον Spielberg, ο οποίος στα 22 του ήδη είχε διάφορα τηλεοπτικά σκηνοθετικά πιστοποιητικά.
Μεγάλο μέρος του The Last Kings του Hollywood αφιερώνεται στις τρεις σχεδόν αποτυχημένες ταινίες που αυτοί οι σκηνοθέτες μετέτρεψαν σε επιτυχίες για πολλές γενιές στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Τα γυρίσματα για το Apocalypse Now του Coppola, τo Jaws του Spielberg και το Star Wars του Lucas ήταν φημισμένα για το χάος τους.
Το τρίο υπερέβη τους προϋπολογισμούς καθώς και τις προθεσμίες, αλλά δημιούργησε διαχρονικές ταινίες. Ο Fischer πλέκει επιδέξια τις τρεις ιστορίες μαζί, τοποθετώντας τες σε μια ατμόσφαιρα δημιουργικής ζύμωσης και άψογης αναταραχής.
Κάθε σκηνοθέτης αντέδρασε στην επιτυχία με τον δικό του τρόπο. O Coppola και o Lucas χρησιμοποίησαν την επιρροή τους για να φύγουν από το Hollywood, πηγαίνοντας στην Βόρεια Καλιφόρνια για να επικεντρωθούν στις εταιρείες τους, American Zoetrope και Lucasfilm, αντίστοιχα. O Spielberg παρέμεινε στην θέση του, αποδεχόμενος τους περιορισμούς των μεγάλων στούντιο χωρίς να μειώνει τις καλλιτεχνικές του φιλοδοξίες.
Οι ρήξεις ανάμεσα σε αυτούς τους φίλους -ιδιαίτερα μεταξύ του Lucas και του Copolla- μπορεί να είναι σοβαρές. Μετά την επιτυχία του American Graffiti, ο Lucas φάνηκε απρόθυμος να μοιραστεί τα κέρδη που είχε συμφωνήσει συμβατικά με τον Coppola. Στην συνέχεια, το ζευγάρι καβγάδισε για τα έργα.
To Apocalypse Now αρχικά επρόκειτο να το σκηνοθετήσει ο Lucas, όμως ο Coppola χρειαζόταν να δουλέψει μετά τον The Godfather: Μέρος II, προτιμότερα με ένα πρωτότυπο σενάριο παρά με άλλη μεταφορά βιβλίου. Ο Coppola είχε στην κατοχή του το σενάριο του John Milius για το Apocalypse και είπε στον Lucas ότι ίσως το σκηνοθετούσε ο ίδιος -και “δεν είχε καμία γνώση για τον πόνο που προκάλεσε όταν το ανέλαβε” γράφει ο Fischer.
Αλλά υπήρχε και συνεργασία. Αν και η Indiana Jones ήταν ιδέα του Lucas, ο Spielberg σκηνοθέτησε τα πρώτα τέσσερα μέρη του francise. Οι δύο σκέφτηκαν πρόχειρα την πρώτη ταινία, Raiders of the Lost Ark, ενώ βρίσκονταν διακοπές στην Χαβάη το 1977. Όταν η Paramount προσπάθησε να θέσει ως όρο για την συμφωνία την εύρεση άλλου σκηνοθέτη, “ο George απάντησε ότι ήταν δεσμευμένος στον Steven”.
Oι The Last Kings του Hollywood περιέχουν λίγες αποκαλύψεις, αλλά το βιβλίο προσφέρει μια φρέσκια προοπτική, ιδιαίτερα σε σχέση με τον Lucas. O Fischer ανακάλυψε τα συμβόλαια για το The Empire Strikes Back στα χαρτιά του παραγωγού Gary Kurtz, διαπιστώνοντας ότι ο Lucas απαιτούσε ένα εντυπωσιακό 52,5% των κερδών της ταινίας μέχρι 20 εκατομμύρια δολάρια, 72,5% μέχρι 100 εκατομμύρια δολάρια και 77,5% πάνω από αυτό -επ’ αόριστον.
Η εστίαση του Lucas στο να πληρωθεί τον φέρνει στο στόχαστρο της αυστηρότερης κριτικής του βιβλίου· ο Fischer τον παρουσιάζει ως έναν επαναστάτη που έγινε τυχοδιώκτης. “Κάποτε ένας νεαρός σκηνοθέτης που εκτιμούσε πάνω απ’ όλα την ποιότητα και την ακεραιότητα μιας ταινίας” γράφει ο Fischer “είχε αρχίσει να υιοθετεί τη σκέψη που καταδίκαζαν ο ίδιος και ο Francis στους κινηματογραφικούς διευθυντές.”
Ο Fischer ισχυρίζεται ότι έφτιαξε το Return of the Jedi για να βγάλει χρήματα και να επεκτείνει την αυτοκρατορία του. “Το τελικό αποτέλεσμα είχε γίνει για αυτόν εξίσου σημαντικό όσο και η ποιότητα της ταινίας στην οθόνη.” Ωστόσο, ο Lucas προσπαθούσε να ξεφύγει από το Hollywood και η δημιουργία νέας υποδομής ήταν ακριβή. Τα χρήματα σήμαιναν δημιουργική ελευθερία.
Η τέχνη, όπως και τα χρήματα, μερικές φορές υπερτερούσε της φιλίας -αλλά μερικές φορές για το καλύτερο. Η απόφαση του Coppola να εμπλακεί στο Apocalypse Now σχεδόν σίγουρα οδήγησε σε μια ανώτερη ταινία. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια εκδοχή σκηνοθετημένη από τον Lucas: ειδικά εφέ αντί για πρακτικά, ξύλινοι διάλογοι και χαμηλότερα στοιχήματα.
O Coppola ώθησε την ταινία σε διάσημη gonzo περιοχή και τα γυρίσματα της ταινίας σχεδόν τον σκότωσαν -πόσο μάλλον τον πρωταγωνιστή, Martin Sheen. Παρά ή λόγω αυτού, ο σκηνοθέτης κατάφερε να αποτυπώσει την παραισθησιογόνα τρέλα και την βίαιη ματαιότητα του Πολέμου του Βιετνάμ.
Οι σκηνοθέτες της δεκαετίας του 1970 θα μπορούσαν να είναι αυστηροί στην ανατροφοδότησή τους. Όταν ο Lucas παρουσίασε ένα πρώιμο μοντάζ του Star Wars σε μια ομάδα κινηματογραφιστών, ο Spielberg ήταν υποστηρικτικός, αλλά ο Brian De Palma έδωσε αυστηρές και τελικά ανεκτίμητες συμβουλές. Νιώθοντας χαμένος στην διαστημικό όπερα, πρότεινε ένα εισαγωγικό κείμενο που θα κυλούσε, όπως στις παλιές ταινίες του Flash Gordon, για να προσανατολίσει το κοινό. “Το πρόβλημα με το σύστημα του Hollywood είναι ότι δεν λαμβάνεις σωστή ανατροφοδότηση” είπε ο De Palma στον Fischer. “Αυτό που ήταν καλό για την ομάδα μας ήταν ότι ήμασταν πολύ ειλικρινείς ο ένας με τον άλλον.” Ο Lucas δέχτηκε την πρόταση και η πλέον θρυλική εισαγωγή της ταινίας (“A long time ago in a galaxy far, far away”) τόσο τοποθέτησε όσο και μετέφερε τους θεατές.
Γιατί ο Lucas πήρε το σημείωμα από τον De Palma γελώντας ειρωνικά στις προτάσεις του στούντιο; Επειδή οι συνάδελφοι σκηνοθέτες συνήθως επιδιώκουν να κάνουν τις ταινίες καλύτερες, όχι απλώς πιο εμπορεύσιμες.
Φέτος η σκηνοθέτρια Chloé Zhao μοιράστηκε ένα σχόλιο που της έκανε ο στενός της φίλος Ryan Coogler, σκηνοθέτης του Sinners, μετά την παρακολούθηση της τελευταίας της ταινίας, Hamnet.
Ο Coogler είπε στην Zhao ότι ήταν το πρώτο της έργο στο οποίο πραγματικά αποκαλύφθηκε. “Οι άλλες ταινίες ήταν όμορφες, αλλά κρύβεις από πίσω πράγματα” είπε “αυτή είναι η πρώτη φορά που σε είδα εκεί.” Ήταν ένα όμορφο κομπλιμέντο, αλλά και μια υπονοούμενη πρόκληση: έκανες ένα βήμα μπροστά. Συνέχισε να πιέζεις. Ο Coogler δεν παρείχε απλώς συμβουλές· αναγνώριζε επίσης την έμπνευση. Μια εξαιρετική ταινία από έναν ομότιμο και ανταγωνιστή τον είχε συγκινήσει, και ίσως να ανυψώσει το επόμενο έργο του.
O τίτλος του Fischer -The Last Kings του Hollywood- υποδηλώνει μια χαμένη εποχή, αναφερόμενος σε μια στιγμή όπου μια χούφτα σκηνοθετών με οράματα τόσο μεγάλα όσο τα εγώ τους είχαν την άδεια να επιχειρούν μεγάλης κλίμακας τολμήματα. Αυτό είναι μάλλον κατά κύριο λόγο σωστό -η όρεξη των στούντιο για ρίσκο συνεχώς μειώνεται, οι συνέχειες και οι επανεκκινήσεις προτιμώνται σε σχέση με τις πρωτότυπες ταινίες, και οι ημέρες των ανεξέλεγκτων παραγωγών που χορεύουν στην κόψη του ξυραφιού της καταστροφής ίσως να έχουν παρέλθει. Αλλά στις πρόσφατες ταινίες, όπως του Sinners και το One Battle After Another του Anderson, υπάρχουν ενδείξεις ότι κάτι από τα καμώματα του Coppola, του Lucas και του Spielberg επιβιώνει. Ίσως η καλλιτεχνική αδελφότητα της δεκαετίας του 1970 να μην είναι ένα… λείψανο, αλλά ένα πρότυπο.
Μετάφραση από άρθρο του The Atlantic
