«Ιερά Οδός»: Ένα κινηματογραφικό road movie μνήμης και αναζήτησης στην καρδιά της σύγχρονης Αθήνας
Η σκηνοθέτις Νικολέτα Παράσχη μιλά για το ντοκιμαντέρ της που ετοιμάζεται να προβληθεί στην Θεσσαλονίκη, τις αντιφάσεις της Ιεράς Οδού μέσα στο χρόνο και την ανάγκη επανασύνδεσης με την ιστορική μνήμη της πόλης
Μια βιωματική κινηματογραφική περιπλάνηση πάνω στα ίχνη της ιστορίας, της μνήμης και της σύγχρονης αστικής πραγματικότητας επιχειρεί το ντοκιμαντέρ «Ιερά Οδός» της σκηνοθέτιδας Ν.Π., το οποίο συνεχίζει την πορεία του μετά τη θερμή υποδοχή που γνώρισε στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
Με αφορμή τις νέες προβολές της ταινίας από τις 14 Μαΐου στην αίθουσα Παύλος Ζάννας, η δημιουργός μίλησε στην Parallaxi για την αφετηρία της έρευνας, τη μακρά διαδικασία γυρισμάτων και τον τρόπο με τον οποίο η Ιερά Οδός μετατρέπεται σε πρωταγωνίστρια ενός ιδιότυπου κινηματογραφικού road movie μέσα στον σύγχρονο αστικό ιστό.
Η αφορμή για το ντοκιμαντέρ δόθηκε, όπως εξηγεί, από το βιβλίο «Ο Κολοσσός του Αμαρουσίου» του Χένρι Μίλλερ και ειδικότερα από τη φράση που είχε γράψει το 1939: «δεν πρέπει να κυλάμε με αμάξια στην Ιερά Οδό — είναι ιεροσυλία»: «Αυτομάτως ανακλήθηκε στη μνήμη μου μια δική μου απορία, όταν την πρώτη φορά που βρέθηκα στην Ιερά Οδό – μετακομίζοντας από την Θεσσαλονίκη στην Αθήνα – είχα αναρωτηθεί: «γιατί την λένε ακόμη Ιερά;». Μ’ εκείνη την πρώτη περιέργεια και την φράση του Μίλλερ, ξεκίνησε η αναζήτηση».
Για την ίδια ως δημιουργό η ταινία ήταν μια διαδρομή συνεχούς μετακίνησης ανάμεσα σε διαφορετικά επίπεδα χρόνου και εμπειρίας. Η αρχαία και μυθολογική μνήμη της Ιεράς Οδού συνυπάρχει με ένα σύγχρονο τοπίο γεμάτο εργοστάσια, βιοτεχνίες, κέντρα διασκέδασης, εγκαταλελειμμένους χώρους αλλά και μικρές «νησίδες» φυσικού περιβάλλοντος που επέζησαν της αστικής επέκτασης: «Από τη μία ήθελα να υπάρχει η ιστορική και μυθολογική μνήμη του δρόμου και από την άλλη η σημερινή πραγματικότητα — ένα αντιφατικό τοπίο, αστικοποιημένο και βιομηχανοποιημένο, όπου συνυπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα, εγκαταλελειμμένοι χώροι και κομμάτια του φυσικού τοπίου που κατάφεραν να γλιτώσουν από τη σκαπάνη και την επέκταση της πόλης. Με ενδιέφερε, επομένως, περισσότερο να λειτουργήσει η ταινία ως βιωματική εμπειρία», σημειώνει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι οι συναντήσεις με ανθρώπους της καθημερινότητας διαμόρφωσαν οργανικά την αφήγηση, μετατρέποντας την ίδια την Ιερά Οδό σε «ζωντανό οργανισμό» που αποκαλύπτει σταδιακά τις μνήμες και τις αντιφάσεις του.
Καθοριστική για την εξέλιξη της έρευνας υπήρξε, όπως αναφέρει, η γνωριμία της με τον ιστορικό Δημήτρη Παναγιωτόπουλο από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών: «Αν και είχα αρχικά αποφασίσει πως στο ντοκιμαντέρ δεν θα εμπλακούν οι ακαδημαϊκοί, οι φύλακες της σχολής — πολύτιμοι συνοδοιπόροι σε αυτή τη διαδρομή — επέμεναν να τον συναντήσω. Παρά την αρχική μου άρνησή, ξεκίνησα να επισκέπτομαι τον καθηγητή, χωρίς να υπάρχει η πρόθεση του γυρίσματος ή της συνέντευξης, θέτοντας απορίες μου και ερωτήματα. Ήταν συγκινητική η ευγένεια και η καλή του διάθεση – ενώ δεν είχε καμία υποχρέωση. Σταδιακά, μέσα από απλές αλλά ουσιαστικές συζητήσεις, μου έλυνε προβληματισμούς και καθοδηγούσε διακριτικά τη σκέψη μου προς την κατεύθυνση που έπρεπε να πάρει». Μέσα από τις συζητήσεις τους, η δημιουργός οδηγήθηκε — όπως λέει — στην κατανόηση της ιδιαίτερης σημασίας των Ελευσινίων Μυστηρίων και του ρόλου που διαδραματίζει το Γεωπονικό πάνω στη διαδρομή της Ιεράς Οδού.
Η παραγωγή του ντοκιμαντέρ διήρκεσε αρκετά χρόνια. Η θεωρητική και επιτόπια έρευνα ξεκίνησε λίγο πριν από την πανδημία του 2020, διακόπηκε λόγω των περιορισμών και συνεχίστηκε το 2022 με τα βασικά γυρίσματα, ενώ ολοκληρώθηκε σταδιακά μέσα στο 2023: «Είχε προαποφασιστεί άλλωστε ότι η μέθοδος που θα ακολουθούσαμε θα ήταν η συμμετοχική παρατήρηση με τους ανθρώπους στους χώρους που θα επισκεπτόμασταν. Γι’ αυτό και η μεγάλη δυσκολία ήταν κυρίως στην προσέγγιση των μουσειακών χώρων και ιδρυμάτων καθώς η άδεια του γυρίσματος ήταν για μία μόνο μέρα στον κάθε χώρο και διαρκούσε κάποιες ώρες. Επισκεπτόμουν λοιπόν συχνά μόνη μου τους χώρους, για να εμπνευστώ πώς θα μπορούσα να ζωντανέψω τα «νεκρά πλάνα» που επρόκειτο να τραβήξουμε. Αυτή η μικρή εσωτερική προετοιμασία – συνδυαστικά με την ετοιμότητα του Θ. Γκίνη στην φωτογραφία και του Α. Βασιλάκη στην ηχοληψία – φάνηκε ότι τελικά λειτούργησε, καθώς την ημέρα του κάθε γυρίσματος προέκυπτε σχεδόν μαγικά μία συνάντηση ή μια συνθήκη που νοηματοδοτούσε και ζωντάνευε τον χώρο».
Παρά τις δυσκολίες, η ταινία φαίνεται πως βρήκε θερμή ανταπόκριση από το κοινό. Οι προβολές στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης αποτέλεσαν, όπως λέει η σκηνοθέτις, το πρώτο μεγάλο «τεστ» της ταινίας. Ιδιαίτερη εντύπωση της προκάλεσε το γεγονός ότι σχεδόν όλοι οι θεατές παρέμειναν στην αίθουσα για τη συζήτηση μετά την προβολή, κάτι που — όπως τονίζει — δείχνει ότι το ντοκιμαντέρ κατάφερε να γεννήσει ερωτήματα και προβληματισμούς.
Στο πλαίσιο αυτό, η ταινία θα παρουσιαστεί εκ νέου στη Θεσσαλονίκη στις 14 Μαΐου, στην αίθουσα «Παύλος Ζάννας», συνοδευόμενη από συζήτηση με το κοινό, ενώ προγραμματίζονται και νέες προβολές σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, σε συνεργασία με φορείς και κινηματογραφικές λέσχες. Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη επαφές για συμμετοχή της ταινίας και σε φεστιβάλ του εξωτερικού.
Όπως υπογραμμίζει η Νικολέτα Παράσχη στόχος της δεν είναι απλώς η μεταφορά ιστορικών πληροφοριών αλλά η δημιουργία μιας διαφορετικής σχέσης του θεατή με την πόλη και τη μνήμη της. «Οι τόποι με ιστορική μνήμη δεν αντανακλούν μόνο το παρελθόν», σημειώνει, «αλλά και την κοινωνία που τους βιώνει σήμερα — γίνονται, με έναν τρόπο, ο καθρέφτης του ίδιου μας του εαυτού».
Τι συμβολίζει όμως η Ιερά Οδός μέσα στην ταινία της; «Το ντοκιμαντέρ δεν επιχειρεί να εξιδανικεύσει ή να «γεφυρώσει» εύκολα το παρελθόν με το παρόν, αλλά περισσότερο να αναδείξει την αντίφαση ανάμεσά τους. Η Ιερά Οδός υπήρξε κάποτε μια διαδρομή βαθιάς πνευματικής και τελετουργικής σημασίας – με ιδιαίτερο φυσικό κάλλος- ενώ σήμερα έχει μετατραπεί σ’ ένα έντονα αστικοποιημένο και βιομηχανοποιημένο τοπίο, όπου συνυπάρχουν κέντρα διασκέδασης, συνεργεία, εργοστάσια, βιοτεχνίες και εγκαταλελειμμένοι χώροι. Αυτή είναι η αναπόφευκτη πραγματικότητά μας λόγω της ιστορικής εξέλιξης και της ανάγκης, που φυσικά χρήζει αποδοχής. Το ερώτημα όμως είναι, κατά πόσο η ανάγκη – ή επίκληση της – μας επιτρέπει κάθε φορά να χάνουμε το μέτρο και τον σεβασμό στην ομορφιά και στον ίδιο τον πολιτισμό μας; Τί έχει απομείνει σ’ έναν τόπο με τόσο ισχυρή ιστορική και συμβολική φόρτιση; Ίσως τελικά να είναι οι άνθρωποι της καθημερινότητας που φαίνεται να δίνουν την απάντηση. Γιατί, παρά τις αλλαγές του χώρου και των εποχών, οι βασικές ανθρώπινες ανησυχίες παραμένουν – σαν ψίθυροι – ίδιες και αναλλοίωτες: πέραν της επιβίωσης, είναι η ανάγκη για νόημα και ταυτότητα, για σύνδεση με τον κόσμο και τους άλλους. Παρά μόνο εκεί, μέσα σε αυτή τη διαχρονική αναζήτηση, να βρίσκεται τελικά και το πιο σταθερό «ίχνος» που αφήνει πίσω της η Ιερά Οδός».





