«Κραυγές» του Πέτρου Σεβαστίκογλου: Το σινεμά ως Πράξη Ενσυναίσθησης
Με αφορμή την κυκλοφορία της νέας ταινίας του ο σκηνοθέτης μιλάει στην Parallaxi
Η πρεμιέρα της ταινίας «Κραυγές» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης αποτέλεσε μια δυναμική εκκίνηση για τον Πέτρο Σεβαστίκογλου. Πιστός ως δημιουργός σε μια φιλμογραφία που επιλέγει συνειδητά να αφήνει αφηγηματικά κενά, καλώντας τον θεατή να τα συμπληρώσει μέσα από τη δική του συναισθηματική νοημοσύνη. Σε μια εποχή όπου η λογική κυριαρχεί ως εργαλείο ελέγχου, ο ίδιος επενδύει στην ενσυναίσθηση ως πράξη ελευθερίας. Λίγο πριν κυκλοφορήσουν σε διανομή στις κινηματογραφικές αίθουσες της Θεσσαλονίκης οι «Κραυγές», ο Πέτρος Σεβαστίκογλου μας μιλάει για τις σκέψεις του γύρω από την ταινία και όσα συμβαίνουν γύρω μας.
Οι Κραυγές είχαν κάνει πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Πώς είχε πάει η πρεμιέρα;
Νομίζω πολύ καλά. Ήταν δύο προβολές, η πρώτη sold out, η δεύτερη σχεδόν sold out και είχαμε και στις δύο μια πολύ ζωντανή συζήτηση με το κοινό.
Παρατηρώντας μέσα στη φιλμογραφία σας βλέπουμε ότι δεν υπάρχει μια αφήγηση με τον κλασικό τρόπο αλλά σας αρέσει να αιφνιδιάζετε το θεατή, σε σχέση με την ιστορία που του παρουσιάζετε.
Ναι γιατί θέλω να αφήνω ηθελημένα, ξεκινώντας κάθε ταινία, κενά που θα μπορεί ο θεατής να τα συμπληρώσει. Δεν με ενδιαφέρει να είναι όλα ένα έτοιμο φαγητό, ας πούμε. Χρειάζεται ο θεατής να μπορεί να γεμίζει αυτά τα κενά με το δικό του μυαλό, με τη δικιά του αίσθηση, με την συναισθηματική του νοημοσύνη. Και θεωρώ ότι έτσι γίνεται κάτι πιο προσωπικό για τον θεατή.
Είπατε πριν μια φράση που θέλω να την κρατήσω στην κουβέντα μας, για την συναισθηματική νοημοσύνη. Αισθάνομαι ότι ποντάρετε πολύ σε αυτό που λέμε διαφορετικά ως ενσυναίσθηση.
Ναι, πάρα πολύ, γιατί θεωρώ ότι έχουμε την λογική που σκεφτόμαστε, που αναλύουμε, που προσπαθούμε να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά, που είναι πολύ θετικό μεν. Αλλά από την άλλη έχουμε αφήσει πολλές φορές αυτή τη συναισθηματική νοημοσύνη λίγο στο πλάι, δεν την εμπιστευόμαστε. Φοβόμαστε να καταφεύγουμε σε αυτήν ίσως επειδή μας προκαλεί και πράγματα που δεν ελέγχουμε εντελώς ενώ η λογική μας επιτρέπει να ελέγχουμε τα συναισθήματά μας.
Φοβόμαστε να αφεθούμε σε ότι δεν έχει έλεγχο. Και αυτό θεωρώ ότι μας περιορίζει πάρα πολύ σε αυτά που έχουμε μάθει, σε αυτά που μας έχουν διαμορφώσει. Ενώ η συναισθηματική νοημοσύνη μας επιτρέπει να ξεφύγουμε από αυτό και να δούμε άλλες πλευρές που δεν φανταζόμαστε ότι υπήρχαν μέσα μας. Γι’ αυτό κάνω έναν κινηματογράφο που πολλοί θεατές μου λένε ότι «την άλλη μέρα το σκεφτόμουν, μου ήρθαν εικόνες, θέλω να το ξαναβρω γιατί υπήρχαν στιγμές που χάθηκα ή ξαναβρέθηκα». Και οπωσδήποτε να μην είναι κάτι που το καταναλώνουμε. Να είναι ένα έργο τέχνης που να βοηθάει να ανοιχτούμε πιο πολύ.
Υπάρχει επίσης πολύ έντονο το στοιχείο της εικαστικότητας μέσα στην ταινία σας. Αισθάνομαι ότι σας αρέσει πάρα πολύ να χειρίζεστε τη γλώσσα του σινεμά. Δηλαδή να δείχνετε με παραστατικό τρόπο πράγματα που είναι σκέψεις, εικόνες, αισθήσεις. Με τους διαλόγους υπάρχει ένα θέμα. Θα έλεγα ότι στηρίζεστε σε μια βλεμματική επικοινωνία περισσότερο παρά σε μια λεκτική.
Κοίταξτε, γεννήθηκα στη Μόσχα και η πρώτη μου γλώσσα – ενώ οι γονείς μου μιλούσαν ελληνικά – ήταν τα ρώσικα. Στα πέντε μου φύγαμε στην Ελλάδα, μίλησα τα ελληνικά. Και στα οχτώ φύγαμε στη Γαλλία, οπότε μιλούσαμε γαλλικά. Και αργότερα σπουδάσα στην Αμερική. Οπότε ξέρω ουσιαστικά τέσσερις γλώσσες, αλλά καμία γλώσσα δεν θεωρώ ότι είναι δικιά μου. Ελληνικό σχολείο δεν έχω πάει, άρα γράφοντας έχω μια δυσκολία.
Από την άλλη τα γαλλικά μου εδώ και 30 χρόνια που είμαι στην Ελλάδα έχουν πάει λίγο πίσω. Μην έχοντας μια δικιά μου γραπτή και προφορική γλώσσα τόσο καθαρή, μέσα μου αισθάνομαι ότι αυτός ο λόγος που θέλω να μιλήσω με εικόνες, μου είναι πολύ πιο οικείο.
Και δεν ψάχνω να φτιάξω ωραίες εικόνες στα γυρίσματα. Όταν ψάχνω να βρω ένα καλό κάδρο, για μένα είναι ένα καμπανάκι ότι δεν έχω τη σκηνή.
Εστιάζοντας στις γυναίκες αισθάνομαι ότι πιάνετε μια δύσκολη επικαιρότητα της εποχής μας. Είναι όντως μια συζήτηση, η οποία έχει έρθει στην επιφάνεια τα τελευταία δέκα χρόνια πάρα πολύ δυναμικά και έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Ποιο ήταν αυτό το στοιχείο που σας ενδιέφερε ώστε να βάλετε την γυναίκα μπροστά;
Πράγματι εδώ και δέκα χρόνια – περίπου από το MeToo και μετά – έχουν γίνει πολύ σημαντικές δράσεις πάνω στο θέμα. Η γυναίκα προσπαθεί να βρει μια θέση κοινωνικά που ακόμα δεν θεωρώ ότι είναι ισότιμη με τους άνδρες και βρίσκεται αρκετά μακριά και επαγγελματικά και στο προσωπικό επίπεδο. Αυτά θα χρειαστούν πολλά, πολλά χρόνια γιατί έχουμε εμποτιστεί και οι άνδρες και οι γυναίκες με κάποια στερεότυπα. Αλλά θεωρώ ότι είναι τόσο σημαντικό και τόσο αναγκαίο να γίνει και από εκεί ξεκίνησε και η ιδέα της ταινίας.
Το σενάριο των «Κραυγών» το έχω γράψει με την Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, που ήταν μαθήτρια μου στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου και είναι 27 χρονών. Είχα ανάγκη από μια νέα γυναικεία ματιά. Αισθάνομαι ότι πρέπει να είναι κάποιος από την άλλη πλευρά για να δώσει και συναισθηματικά και ουσιαστικά την οπτική, που ίσως εγώ ως ένας άντρας 60 χρονών – όσο και να μπορώ να το σκεφτώ – να μην σκέφτομαι σωστά.
Επομένως αισθάνεστε ότι βάζετε ένα μικρό λιθαράκι σε αυτή τη συζήτηση που γίνεται;
Νομίζω ότι κάθε ταινία που θέλει να πει κάτι, έρχεται δίπλα σε ότι έχει γίνει και συμπληρώνει. Καμιά φορά μπορεί να φτιάξουν και ένα λόφο ή ακόμα και ένα βουνό.
Αλλά ναι, σίγουρα, αν θέλετε είναι και μια πολιτική θέση, που ένας καλλιτέχνης την βγάζει μέσα από τις ταινίες του. Όλες οι ταινίες είναι πολιτικές, δηλαδή και αυτοί που λένε ότι δεν έχουν πολιτική θέση, το να μην έχεις πολιτική θέση είναι και αυτό πολιτική θέση. Αλλά σίγουρα είναι μια πολιτική θέση, μια κοινωνική θέση, κάτι πάνω στην κοινωνία μας, κάτι πάνω στους ανθρώπους γενικά και πέρα από τη γυναίκα.
Μου δίνετε πάσα για να πάμε λίγο στην κινηματογραφική επικαιρότητα σε σχέση με όσα γίνανε τις τελευταίες μέρες στο Βερολίνο με αφορμή όσα είπε ο Βιμ Βέντερς. Καταλαβαίνω από τα συμφραζόμενα εσείς πιστεύετε ότι το σινεμά είναι πολιτικό…
Δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό που είπε ο Βιμ Βέντερς. Ό,τι και να κάνουμε είναι μια θέση, μια στάση. Δεν είναι κομματικό, είναι πολιτικό. Είμαστε πολίτες και έχουμε μια θέση προς την κοινωνία που ζούμε. Ό,τι και να πούμε, ακόμα και όταν λέμε ότι δεν έχω πολιτική θέση, και αυτό είναι πολιτική θέση. Και θεωρώ ότι όλη η τέχνη είναι πολιτική.
Έχετε ζήσει στο εξωτερικό όποτε θέλω να ρωτήσω γιατί αισθάνεστε ότι οι καλλιτέχνες όπως ο Βέντερς κάνουν τώρα ένα βήμα προς τα πίσω, τι είναι αυτό που τους φοβίζει, τι είναι αυτό που τους ανησυχεί, ώστε να αναδιπλωθούν σε μια τέτοια ουδέτερη, διπλωματική θέση;
Κοίταξτε, είναι όλα τα θέματα της Παλαιστίνης, του Ισραήλ, της Ρωσίας, της Ουκρανίας. Έχουν ανακατευτεί όλα τελευταία πάρα πολύ. Και πολλοί δεν θέλουν να πάρουν θέση γιατί δεν έχουν ξεκαθαρίσει μέσα τους τι συμβαίνει ακριβώς. Τα πράγματα τρέχουν τα τελευταία 6-7 χρόνια με απίστευτη ταχύτητα. Οπότε δεν προλαβαίνουμε να συνειδητοποιήσουμε τι γίνεται. Κάθε μέρα γίνεται κάτι τόσο ριζικά δυνατό που δεν μπορούμε να το συλλάβουμε ή ακόμα και να το χωνέψουμε. Άρα δυστυχώς μπορεί κάποιοι μπροστά σε αυτό τον καταιγισμό να μην θέλουν να πάρουν θέση γιατί φοβούνται ότι δεν έχουν ακόμα καταλάβει, δεν έχουν συλλάβει το τι συμβαίνει.

Ήθελα να κλείσουμε λίγο πάλι μιλώντας για την ταινία. Έχετε μια πολύ ωραία και σταθερή συνεργασία με τους Prefabricated.
Είναι μια υπέροχη συνεργασία εδώ και 18 χρόνια. Είναι η πέμπτη ταινία που κάνουμε μαζί.
Για μένα εδώ κρύβεται η μεγαλύτερη χαρά στη δημιουργία όλης της ταινία γιατί συνεργαζόμαστε τόσο άψογα. Εδώ έχουν μια μεγάλη γκάμα μουσικής που ταιριάζει στην ταινία. Γράψανε από γαμήλιο εμβατήριο, βάλς, ροκ, ντίσκο, όλη την γκάμα. Μας βγαίνει τόσο εύκολα αυτή η σχέση γιατί πλέον γνωριζόμαστε αρκετά καλά και ξεκινάμε πολύ νωρίτερα από το τελείωμα του μοντάζ, ακόμα και από το σενάριο. Τους στέλνω το σενάριο, μου στέλνουν μουσικές ιδέες. Τους στέλνω εικόνες καμιά φορά, πριν ολοκληρωθεί το μοντάζ και ξαναγράφουν. Αισθάνομαι ότι σε ένα βαθμό λειτουργούν ως συνσεναριογράφοι. Ο Χρήστος Γούσιος, που είναι μέλος του συγκροτήματος, κάνει και τον ήχο της ταινίας, δηλαδή όλη την ηχητική ατμόσφαιρα, οπότε βάζει μέσα τους ήχους και δίνει μια μουσικότητα μέσα στην ταινία.
Τι μένει για το κλείσιμο αυτής της κουβέντας;
Θα ήθελα οι θεατές πραγματικά και γενικά, όχι μόνο για δικιά μου ταινία, να έρχονται πεινασμένοι όταν βλέπουν μια ταινία και να μην έρχονται απλώς να καταναλώσουν κάτι. Και θεωρώ ότι αυτό είναι πολύ σημαντικό στην τέχνη, να μπορείς να συμμετέχεις και σαν θεατής σε αυτό που βλέπεις και να μπορείς ένα μέρος του εαυτού σου να φωτίζει στοιχεία της ταινίας ή της μουσικής ή του πίνακα ή οποιασδήποτε άλλης τέχνης υπάρχει.
Μετά τις Κραυγές υπάρχει κάποιο νέο σχέδιο μπροστά σας;
Σε μυθοπλασία όχι. Χρειάζεται τέσσερα χρόνια για να ετοιμαστεί μια τέτοια ταινία και αυτή η ταινία συνέβη χωρίς χρηματοδότηση και ήταν τεράστια η δουλειά που έγινε. Τώρα είναι απαραίτητο να καταλαγιάσουν λίγο τα πράγματα.
Βρίσκομαι όμως στην προετοιμασία ενός ντοκιμαντέρ, που το έχω ξεκινήσει εδώ και 7 χρόνια με έναν νέο Ρώσο ηθοποιό, Τον είχα κινηματογραφήσει στη Μόσχα, τώρα έχει φύγει απ’ τη Ρωσία λόγω του πολέμου και είναι στο Παρίσι. Είναι ένας απίστευτος άνθρωπος, 30 χρονών, με πάρα πολύ ενδιαφέρον και έχει μια πάρα πολύ όμορφη τρέλα που και πολιτική είναι και δημιουργική, ως μουσικός και ως ηθοποιός και ως σκηνοθέτης και τώρα σε μερικές μέρες θα ξαναπάω στο Παρίσι για να κλείσω αυτό το ντοκιμαντέρ μαζί του.
Στη Θεσσαλονίκη, από τις 26 Φεβρουαρίου και για τέσσερις ειδικές προβολές στην αίθουσα «Σταύρος Τορνές», στην Αποθήκη 1, στο Λιμάνι.
Οι προβολές πλαισιώνονται από Q&As με τον σκηνοθέτη Πέτρο Σεβαστίκογλου και το κοινό, καθώς και θεματικές συζητήσεις με προσκεκλημένους από τον χώρο της υποκριτικής, της ακαδημαϊκής έρευνας, της ψυχικής υγείας και της μουσικής. Ανάμεσά τους η κριτικός κινηματογράφου Ασπασία Λυκουργιώτη, η συνθετική ψυχοθεραπεύτρια και επικεφαλής του προγράμματος Cinematherapy by ΕΚΚΟΜΕΔ Ντενίς Νικολάκου, η πρωταγωνίστρια της ταινίας Μαργαρίτα Αλεξιάδη, οι συνθέτες της μουσικής της ταινίας Χρήστος Γούσιος, Θοδωρής Παπαδημητρίου, Μιχάλης Σιώνας κ.α.
