«Με συγκίνησαν τα λόγια του»: Στο πλευρό του Βιμ Βέντερς και των δηλώσεών του ο Νικ Κέιβ
«Ίσως ο Βιμ να προσπαθεί να σώσει το Berlinale από το να υποκύψει στη μοίρα εκείνων των φεστιβάλ που έχουν καταντήσει κάτι περισσότερο από μια συρρίκνωση της πολιτιστικής φαντασίας»
Ανησυχία, τρυφερότητα και φροντίδα.
Αυτές είναι τρεις λέξεις με τις οποίες ο Νικ Κέιβ επέλεξε να περιγράψει το απολιτίκ ρεσιτάλ του Βιμ Βέντερς στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, Berlinale.
Εν τω μεταξύ οι δηλώσεις, όταν ερωτήθηκε για τη γενοκτονία στη Γάζα: «Οι κινηματογραφιστές πρέπει να μένουν έξω από την πολιτική, γιατί αν κάνουμε ταινίες που είναι πιστά πολιτικές, εισερχόμαστε στο πεδίο της πολιτικής. Αλλά εμείς είμαστε το αντίβαρο της πολιτικής, είμαστε το αντίθετο της πολιτικής. Πρέπει να κάνουμε το έργο των ανθρώπων, όχι το έργο των πολιτικών».
Τώρα, στη τελευταία ανάρτηση των The Red Hand Files, ο Κέιβ ξόδεψε αρκετές παραγράφους για να μας πει τι πίστευε ότι εννοούσε ο Βέντερς με τις δηλώσεις του, για να καταλήξει στο αποκορύφωμα στο ότι «βέβαια μπορεί και να μην εννοούσε αυτό εξέφρασε την αλληλεγγύη του προς τον Βέντερς, γράφοντας: «Γνωρίζω τον Βιμ πάνω από σαράντα χρόνια και η απάντησή του στην ερώτηση στην Berlinale με συγκίνησε βαθύτατα. Επιβεβαίωσε την εικόνα που έχω γι’ αυτόν ως έναν άνθρωπο με απαρέγκλιτες αρχές, στοχαστικό και ευθαρσή – έναν άνθρωπο που μεριμνά ουσιαστικά για τον κινηματογράφο και την κατάσταση του δημιουργικού γίγνεσθαι».
Ολόκληρη η ανάρτηση του Νικ Κέιβ «Αγαπητέ Ράινερ,
Γνωρίζω τον Βιμ εδώ και πάνω από σαράντα χρόνια, και η απάντησή του στην ερώτηση στην Berlinale με συγκίνησε βαθιά. Επιβεβαίωσε την αντίληψή μου γι’ αυτόν ως έναν παθιασμένα αρχών άνθρωπο, στοχαστικό και θαρραλέο – έναν άνθρωπο που νοιάζεται βαθιά για τον κινηματογράφο και για την κατάσταση του δημιουργικού κόσμου. Τα λόγια του ήταν μια στοργική, ήπια και προστατευτική χειρονομία, που απευθυνόταν όχι μόνο στην καλλιτεχνική κοινότητα αλλά και στην ίδια την ανθρωπότητα. Και παρά την προβλέψιμη κατακραυγή, υποψιάζομαι ότι πολλοί καλλιτέχνες, ίσως και οι περισσότεροι, θα εκτιμήσουν ειλικρινά τα λόγια του.
Φυσικά, δεν μπορώ να μιλήσω εκ μέρους του Βιμ, αλλά ίσως, όπως κι εγώ, να θρηνεί για την κατάσταση της τέχνης όπως έχει εξελιχθεί στη σημερινή στιγμή. Ισως, ως πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής της Berlinale, να απελπίζεται για τη μοίρα που έχει πλήξει άλλα κινηματογραφικά και λογοτεχνικά γεγονότα.
Ο θόρυβος γύρω από το Adelaide Writers’ Week εκτυλισσόταν ενώ βρισκόμουν σε περιοδεία στην Αυστραλία. Σε μια σχεδόν κοσμική επίδειξη ανοησίας, ολόκληρη εκείνη η διοργάνωση εξαϋλώθηκε μέσα σε ένα μανιταρόμορφο σύννεφο δειλίας, επιτελεστικής αγανάκτησης, αυτάρεσκης ηθικολογίας, ακυρώσεων και αντεκδικήσεων, μαζικής υστερίας και γενικευμένης ναρκισσιστικής γελοιότητας. Η «πολιτική τέχνη», φτάνοντας στο άκρο της, έγινε «καμία τέχνη». Καμία απολύτως τέχνη, καθώς το μακροβιότερο λογοτεχνικό φεστιβάλ της Αυστραλίας κατέρρευσε ύστερα από μαζική αποχώρηση.
Ισως ο Βιμ να προσπαθεί να σώσει το Berlinale από το να υποκύψει στη μοίρα εκείνων των φεστιβάλ που έχουν καταντήσει κάτι περισσότερο από μια συρρίκνωση της πολιτιστικής φαντασίας, όπου η έννοια ενός φεστιβάλ τεχνών ως χώρου ελεύθερης ανταλλαγής και πολυφωνίας ιδεών – ενός τόπου ζωντάνιας και πρωτοτυπίας που ενθαρρύνει τη διαφωνία και τον καλοπροαίρετο διάλογο – παρασύρεται στη δίνη μιας ενιαίας, μονολιθικής ιδεολογίας: μία φωνή, μία υπόθεση, μία επιτρεπτή διαφωνία.
Δεν φαντάζομαι ούτε στιγμή ότι ο Βιμ πιστεύει πως η τέχνη πρέπει να αγνοεί τις μεγάλες και επίμονες αδικίες του κόσμου. Φαίνεται να πιστεύει, όπως κι εγώ, ότι η χρήση της τέχνης για την ανάδειξη αυτών των αδικιών μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική, αλλά ίσως επίσης να πιστεύει ότι η τέχνη είναι κάτι περισσότερο από το άθροισμα της χρησιμότητάς της. Είναι κάτι περισσότερο από εργαλείο ή όπλο. Ισως να πιστεύει, όπως κι εγώ, ότι στον πυρήνα της η μεγάλη τέχνη υπάρχει απλώς για τον ίδιο της τον εαυτό – και ότι στις πιο μεταμορφωτικές της στιγμές αποκαλύπτεται με τρόπο λεπτό, αμφίσημο και γεμάτο περιέργεια.
Οτι είναι κάτι που προσεγγίζουμε με δέος και θαυμασμό, που μας ταπεινώνει αλλά ταυτόχρονα διευρύνει την καρδιά μας, που εισχωρεί στην ψυχή και το πνεύμα μας, οδηγώντας μας προς το καλό, το ωραίο και το αληθινό. Η τέχνη μας αιχμαλωτίζει και μας μεταδίδει μια αίσθηση του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, διευρύνοντας την κατανόησή μας για τον κόσμο και τη θέση μας μέσα σε αυτόν – ότι έχουμε το δικαίωμα να αγαπάμε, να γελάμε, να κλαίμε και να συγκλονιζόμαστε από τον κόσμο. Αυτή είναι η γενναιοδωρία της τέχνης – να μας θυμίζει ότι η ζωή αξίζει να τη ζεις.
Νομίζω πως τα λόγια του Βιμ με συγκίνησαν επειδή ίσως αποτελέσουν την αφορμή για μια νέα επανεκτίμηση του πολιτιστικού χώρου που ανοίγεται μπροστά μας, όπου η τέχνη θα ανακτήσει τη δυναμική της φύση. Ισως τα λόγια του να ενθαρρύνουν τους καλλιτέχνες να νιώσουν αυτοπεποίθηση εκφράζοντας το πώς πραγματικά βλέπουν τον εαυτό τους, σε όλη τη ριζική τους πολυπλοκότητα και διαφορετικότητα, να πουν: «Αυτός είμαι. Ετσι αισθάνομαι».
Ισως όμως ο Βιμ να μην εννοούσε τίποτα από όλα αυτά. Δεν ξέρω. Οποια κι αν ήταν η πρόθεσή του, πάντως, διέκρινα στην απάντησή του την ανησυχία, την τρυφερότητα και τη φροντίδα, και μόνο η όμορφη ανοιχτότητά της με γέμισε με ένα είδος ανακούφισης, μια αίσθηση ελευθερίας και ξαφνικής δυνατότητας. Πιστεύω ότι, πέρα από τον θόρυβο, πολλοί ένιωσαν το ίδιο.
Με αγάπη, Νικ»
ΠΗΓΗ – ROSA


