«Μπιτσκόμπερ»: Η σύνδεση του Καββαδία με τον Αριστοτέλη Μαραγκό και το σκοτάδι που μετατρέπεται σε φως
Ο σκηνοθέτης της ταινίας που βραβεύτηκε με τον Αργυρό Αλέξανδρο και το Βραβείο Φωτογραφίας στο 66ο ΦΚΘ μιλά στην parallaxi
Η πρώτη μεγάλου μήκους live action ταινία του Αριστοτέλη Μαραγκού με τίτλο “Μπιτσκόμπερ” συνδυάζει τον Νίκο Καββαδία με μια αληθινή ιστορία ανθρώπων από τη Βαρσοβία και καθηλώνει όποιον την παρακολουθήσει στη μεγάλη οθόνη.
Η ταινία ξεκίνησε τη διαδρομή της από το Φεστιβάλ του Μπουένος Άιρες, όπου έκανε παγκόσμια πρεμιέρα, με το κοινό να την αγκαλιάζει και τις αίθουσες να γεμίζουν.
Στην ταινία, ο Ηλίας (Χρήστος Πασσαλής) ονειρεύεται να χτίσει ένα καράβι από παλιοσίδερα, υπό τη σκιά της ναυτικής κληρονομιάς του πατέρα του. Όταν όμως ο μύθος που έχει χτίσει γύρω από τον εαυτό του αρχίζει να καταρρέει, έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματική του φύση.
Η ποίηση του Καββαδία παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα, προσφέροντας «ένα παράθυρο στη ζωή με τον ρομαντισμό και τις ιστορίες του».
Το “Μπιτσκόμπερ” προβλήθηκε για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, όπου απέσπασε τον Αργυρό Αλέξανδρο Σκηνοθεσίας και το Βραβείο Φωτογραφίας.
Και τώρα επιστρέφει μέχρι τις 25 Απριλίου στην αίθουσα Σταύρος Τορνές.
Ο Αριστοτέλης Μαραγκός μιλά στην Parallaxi για την έμπνευση της ταινίας, την πρεμιέρα στο Μπουένος Άιρες, τον Καββαδία και τη θάλασσα
Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης και πότε καταλάβατε ότι μπορεί να μετατραπεί σε μια ολοκληρωμένη ταινία;
Μαζί με την Χρυσούλα Κοροβέση – που έχουμε γράψει το σενάριο – είχαμε ως αρχική έμπνευση ένα άρθρο για κάποιους άστεγους της Βαρσοβίας οι οποίοι έφτιαχναν ένα καράβι για να περάσουν τον χειμώνα και κάπως έτσι μας είχε εντυπωθεί η σκέψη του «να φτιάχνεις ένα καράβι για συγκεκριμένο λόγο – που δε θα ταξιδέψει ποτέ».
Σιγά-σιγά μπήκε και ο Νίκος Καββαδίας ως έμπνευση καθώς εμείς είμαστε μη επαγγελματίες θαλασσινοί Έλληνες – με τον Καββαδία να παίζει καθοριστικό ρόλο για την δημιουργία του Ηλία (σ.σ. πρωταγωνιστή της ταινίας) καθώς προσφέρει αυτό το παράθυρο στη ζωή με τον ρομαντισμό του και τις ιστορίες του…
Εμείς αρχίσαμε να δημιουργούμε ένα σενάριο αλλά περισσότερο αφοσιωθήκαμε στους χαρακτήρες. Η διαδικασία της πλοκής ήρθε σε επόμενο στάδιο.
Στο “Μπιτσκόμπερ” συνδυάζετε στοιχεία από την ποίηση με μια αληθινή ιστορία. Είναι αυτός ένας τρόπος με τον οποίον θέλετε να δουλεύετε στα έργα σας;
Όχι αναγκαστικά. Αλλά πιστεύω πως στη ποίηση και στη λογοτεχνία υπάρχουν επιρροές που είναι πολύ πλούσιες και μπορούν να λειτουργήσουν ως πρόσφορο έδαφος για να εμπνευστεί κάποιος.
Εγώ έχει τύχει να συνδέω αυτά που γράφω με συγγραφείς όπως στο “Timekeepers of Eternity” που είναι ένα remake μιας παλιάς ταινίας του Στίβεν Κινγκ που είναι εντελώς διαφορετικό κείμενο. Επίσης έχω φτιάξει την “Πορνογραφική Συλλογή του Κάφκα”, που επίσης διαλέγεται με ένα κείμενο που είναι πολύ σημαντικό στο κοινωνικό ασυνείδητο.
Μάλλον εγώ καταλήγω να συνδιαλέγομαι με συγγραφείς οπότε θεωρητικά και το επόμενο μου έργο κάτι θα έχει, αλλά όχι απαραίτητα στην ποίηση.
Η σχέση σας με τη θάλασσα ποια είναι;
Εγώ δεν έχω προσωπική σχέση με τη θάλασσα, ούτε η οικογένεια μου, μιλάω πάντα για την επαγγελματική σχέση, δεν είμαι ναυτικός. Έχω την κλασική σχέση – όπως οι περισσότεροι Έλληνες – η οποία είναι της παραλίας.
Για εμένα η βαθιά θάλασσα, ο ωκεανός, είναι κάτι μακρινό και αρκετά σκοτεινό, μου φέρνει έναν φόβο. Κυρίως αυτό είναι που προέκυψε στη ταινία, οι ιστορίες που μπορούμε να λέμε για τη θάλασσα από τη στεριά, από την ακρογιαλιά να μπορούμε να φανταζόμαστε κάτι εκεί στο βάθος.
Και κάπως έτσι συνδέομαι με τον Καββαδία, που μιλάει για ανθρώπους που δεν ανήκουν πουθενά… δεν είναι ναυτικοί αλλά ψάχνουν αυτόν τον τόπο και αυτό το ταξίδι.
Αν μπορούσατε να περιγράψετε το “Μπιτσκόμπερ” σε κάποιον τι θα του λέγατε;
Είναι μια ταινία για τον Ηλία που επιστρέφει στη γενέτειρά του και εμπνέει μια ομάδα από παρείσακτους της περιοχής να φτιάξουν ένα καράβι, αντί να το πουλήσουν για σκραπ. Είναι μια ταινία για τις ιστορίες γύρω από τις κατασκευές, για τα όνειρα και τους εφιάλτες που έρχεσαι αντιμέτωπος και πόσο δειλιάζεις απέναντι στη πιθανότητα να γίνεις αυτός που πάντα ήθελες.
Λίγα λόγια για τον Χρήστο Πασσαλή (σ.σ. Ηλίας). Τι ήταν αυτό που πρόσφερε στα γυρίσματα;
Ο Χρήστος είναι ένας πολύ ταλαντούχος ηθοποιός. Έχει μεγάλες ικανότητες, είναι επαγγελματίας. Αυτό που έφερε στην ταινία ήταν ένα αίνιγμα για τον χαρακτήρα του Ηλία. Δηλαδή έχοντας γράψει τον Ηλία και την ιστορία, ο Χρήστος κατάφερε να δημιουργήσει – βασισμένος στο κείμενο – μια ατμόσφαιρα και έναν ρυθμό πολύ όμορφο, που για εμένα έκανε τον Ηλία έναν γρίφο. Αυτό ήταν πολύ καλό και στο μοντάζ – όπου εκεί ανακαλύπτεις ξανά τους χαρακτήρες.
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Μπουένος Αίρες. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία, τι μάθατε από αυτό και πώς σας αντιμετώπισε το κοινό;
Ήταν κάτι πολύ όμορφο, πόσο μάλλον για μια ταινία που έχει να κάνει με ταξίδια που είτε γίνονται είτε όχι. Είναι ωραίο να μπορείς να ταξιδεύεις με μια τέτοια ταινία σε τέτοιους τόπους. Η παγκόσμια πρεμιέρα ήταν μαγική. Είχε πάρα πολύ κόσμο, οι αίθουσες ήταν κατάμεστες, οι αντιδράσεις ήταν πολύ έντονες και φυσικά κάναμε πολύ ωραίες συζητήσεις.
Είναι σημαντικό και σε προσωπικό επίπεδο αλλά και για την ταινία να μπορούμε να είμαστε σε έναν διάλογο με κοινό εκτός Ελλάδας. Δίνει μια ώθηση για επόμενες ταινίες και κατασκευές.
Πιστεύετε πως οι νέοι στρέφονται στον ελληνικό κινηματογράφο; Άλλωστε βλέπουμε γεμάτες αίθουσες είτε σε παλιές ελληνικές ταινίες, είτε σε καινούριες και πόσο μάλλον στα Φεστιβάλ που πραγματοποιούνται.
Σίγουρα τα Ελληνικά Φεστιβάλ έλκουν τους νέους και αυτό είναι πολύ σημαντικό και έχουμε κάνει πολλές κουβέντες μετά από προβολές με νέους ανθρώπους που έρχονται είτε για την ταινία είτε για την κατασκευή της, γιατί πολύ νέοι ενδιαφέρονται για το πως φτιάχνεται μια ταινία το οποίο είναι ενθαρρυντικό.
Σε γενικό βαθμό οι ελληνικές ταινίες στις αίθουσες είναι μια άλλη διαδρομή, είναι πολλές ταινίες που φτιάχνονται. Δεν μπορώ να μετρήσω το κοινό αλλά αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι πως οι νέοι μπορεί να στείλουν μηνύματα στα social και κάπως συνεχίζει ένας διάλογος που δεν είναι παραδοσιακός αλλά βλέπεις πως υπάρχει μια αναζήτηση και ένα ενδιαφέρον.
Με τι συναίσθημα θέλετε να φύγει από την αίθουσα όποιος δει το “Μπιτσκόμπερ” ;
Η συγκεκριμένη ταινία είναι ξεχωριστή, έχει μια σκοτεινιά στο βάθος της – όπως και στον χαρακτήρα του Ηλία – αλλά παράλληλα δημιουργεί ένα φως που νιώθουμε για αυτόν τον άνθρωπο.
Αυτό θέλω να αφήσω στο κοινό, ότι και οι μπιτσκόμπερ, αυτοί που δεν θα τα καταφέρουν, αυτοί που δεν είναι αυτοί που δεν θα θέλανε να είναι, κουβαλάνε κάτι πολύ θετικό πάνω τους. Μια επιμονή για την υπέρβαση, να μεταμορφωθούν σε κάτι διαφορετικό.
Είναι όλο αυτό ένας καθρέφτης ελληνικής κοινωνίας;
Δεν είμαι σίγουρος αν είναι της ελληνικής, αλλά είναι κάτι πιο ανθρώπινο πόσο μάλλον σε περιόδους που σε όλο τον κόσμο γίνεται ο κακός χαμός. Έχουμε στραφεί πιο εσωτερικά για να βρούμε σημεία ηρεμίας και σε ένα πολύ μικρότερο support group γύρω μας και νομίζω πως αυτό είναι γενικό φαινόμενο.
Στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκη η ταινία απέσπασε τον Αργυρό Αλέξανδρο Σκηνοθεσίας από το Διεθνές Διαγωνιστικό και το Βραβείο Φωτογραφίας από την Επιτροπή. Τι σημαίνουν αυτές οι βραβεύσεις για εσάς.
Ήταν κάτι πολύ σημαντικό για εμάς γιατί παίρνουμε αναγνώριση από ανθρώπους που θαυμάζουμε. Ήταν για παράδειγμα ο φωτογράφος του Lynch – με τέτοιες ταινίες μεγαλώσαμε – είναι απίστευτο να κάνουμε κουβέντες με τέτοιους ανθρώπους για εμένα και τον Γιώργο Καρβέλα που κέρδισε το Βραβείο Φωτογραφίας.
Το πιο ωραίο με όλη την εμπειρία είναι πως βλέπαμε γεμάτες αίθουσες. Είναι κάτι μαγικό να βλέπεις κατάμεστες αίθουσες σε χώρους όπως το Ολύμπιον και να νιώθεις τις αντιδράσεις του κόσμου για την ταινία.
Τα βραβεία είναι και λίγο “τυχερά” με βάση την επιτροπή που θα τύχεις. Όμως πρακτικά σε επόμενα βήματα και επόμενες ταινίες…
Σχεδιάζετε κάτι για το μέλλον;
Είμαστε στο στάδιο που γράφουμε την επόμενη ταινία μεγάλου μήκους και παράλληλα δουλεύουμε μερικά μικρότερα project και animation.
Ως σκηνοθέτης έχετε κάποιο όνειρο που θέλετε να εκπληρώσετε;
Εμένα τα όνειρα μου είναι πιο μικρά, δεν είναι σαν του Ηλία στο “Μπιτσκόμπερ”. Τα θέλω μου και οι προσδοκίες μου είναι να μπορούμε να φτιάξουμε την επόμενη και ξανά την επόμενη και μέσα σε όλο αυτό να είμαστε δημιουργικοί. Θέλω να συνεργάζομαι με δημιουργικούς ανθρώπους και να φτιάχνουμε όμορφα πράγματα…





