Ο Άγνωστος της Μεγάλης Αψίδας: Όταν η Αρχιτεκτονική συνθλίβεται από τις Εξουσίες
Ο Γιάννης Γκροσδάνης γράφει για το νέο ιστορικό και κοινωνικό δράμα του Στεφάν Ντεμουστιέ
Με μια πρώτη ματιά, το νέο ιστορικό και κοινωνικό δράμα του Στεφάν Ντεμουστιέ σχετικά με την κατασκευή της παρισινής Grande Arche de la Défense φαίνεται να αφηγείται την ιστορία μιας «αποτυχίας», αυτή που αφορά στον τρόπο κατασκευής ενός μνημείου, που στόχος του ήταν να προσδιορίσει το σύγχρονο γαλλικό έθνος και τις προκλήσεις της Ιστορίας.
Σε μια εποχή μετάβασης από την αρχική πεποίθηση που υπήρχε μεταπολεμικά στην Ευρώπη – για την οικοδόμηση ενός κοινού χώρου συνεργασίας και συνύπαρξης ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες που τελικά δημιουργήθηκε χάρη στην τότε ΕΟΚ και μετέπειτα Ευρωπαϊκή Ένωση – η εποχή που εξελίσσεται η ταινία (δεκαετία ’80) αφορά μια νεότερη γενιά πολιτικών που λειτούργησαν με διαφορετικά πολιτικά μοντέλα και αρχές στο εσωτερικό των χωρών τους. Διαφορετικά λειτουργούσε ο σοσιαλιστής Μιτεράν που θέλησε να ανοίξει το κοινωνικό κράτος αλλά παράλληλα να συμβαδίσει αυτό με την λειτουργία των αγορών και αλλιώς η σκληροπυρηνική Θάτσερ που αποθέωσε τις αγορές και την πρωτοβουλία απορρύθμισης του κράτους. Η γενιά αυτή ωστόσο είχε μια κοινή βαθύτερη αίσθηση πως έπρεπε να εμβαθύνουν την ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μια εποχή που όλοι θυμόμαστε πως γεννήθηκαν δεκάδες κανονιστικά πλαίσια μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανάμεσα στα οποία φυσικά το σημαντικότερο ήταν η μετάβαση από τον Ψυχρό Πολέμο σε ένα νέο πλαίσιο, αυτό της παγκοσμιοποίησης.
Σε εθνικό επίπεδο και με αφορμή τα 200χρονα από την Γαλλική Επανάσταση – ένα σημείο τομής όχι μόνο για τους Γάλλους αλλά ευρύτερα για τον δυτικό πολιτισμό – η πολιτική ελίτ της εποχής ψάχνει επομένως ένα ικανό αφήγημα ανασύνθεσης και προοπτικής της εθνικής Ιστορίας και αυτό προσπαθεί να το επιτύχει μέσα από τον διαγωνισμό που οργανώνει ο Μιτεράν για ένα νέο μνημείο που θα αναδείξει την εθνική υπερηφάνεια και την προοπτική ενός έθνους που συνεχίζει να προσφέρει νέες αφηγήσεις. Βασισμένη στο μυθιστόρημα του 2016 La Grande Arche της Λοράνς Κοσέ, η ταινία εστιάζει στο πως αυτός ο διαγωνισμός του νέου μνημείου για την επέτειο των 200 χρόνων της Γαλλικής Επανάστασης ανέδειξε έναν άγνωστό Χ, έναν αρχιτέκτονα που δεν είναι γνωστός ούτε στους συντοπίτες και συμπατριώτες του, τον Δανό αρχιτέκτονα Γιόχαν Όττο φον Σπρέκελσεν (τον οποίο υποδύεται εδώ ο Κλάες Μπαγκ). Και εκεί αρχίζουν όλα.
Ο Ντεμουστιέ αποτυπώνει με σχολαστικότητα τις τριβές, τις μάχες, τις συγκρούσεις, τους συμβιβασμούς και τις υποτιθέμενες προδοσίες που αισθάνεται αυτός ο αρχιτέκτονας σε σχέση με το όραμα του μέχρι που χάνει ολοκληρωτικά την υποστήριξη που του παρείχε ο πρόεδρος Μιτεράν, κάτι που θα τον οδηγήσει σε συντριβή και παράνοια και τελικά θα παραιτηθεί από την κατασκευή του έργου.
Αν και η ταινία είναι ακριβής ως προς τη διαδικασία κατασκευής, αφηγηματικά είναι μάλλον περισσότερο ασαφής ως προς τον ίδιο τον ανθρώπινο χαρακτήρα της και πως θέλει να στηλιτεύσει αυτή την επική κακοφωνία. Ο Ντεμουστιέ δεν προσθέτει ένταση αλλά κοιτάει από απόσταση αυτή την σύγκρουση (άρα και την ένταση) που εξυφαίνεται. Υπάρχει βέβαια μια υποδόρια συμπάθεια για τον κεντρικό ήρωα του και τα παθήματα του. Ωστόσο δίνει ελάχιστες λεπτομέρειες για τον αυτόν και έτσι παραμένει πάντα θολός. Δεν μαθαίνουμε από που ήρθε και τι πρεσβεύει. Ο Ντεμουστιέ παραμένει μόνιμα επιφυλακτικός στο πως θα αιτιολογήσει τις πράξεις του — καθιστώντας φυσικά εμφανή αλλά ασαφή την εκνευριστική του ακαμψία και τον εσωτερικό εγωκεντρισμό που εκφράζει μέσα στην ταινία. Έτσι ο Κλάες Μπανγκ, ως πρωταγωνιστής, επιβεβαιώνει αυτή την αμηχανία επιλέγοντας την απεικόνιση της άγνωστης ιδιοφυΐας με μια αναιτιολόγητη ανωτερότητα του καλλιτέχνη.
Εδώ έχει αξία και μια δεύτερη παράκαμψη καθώς έρχεται εύλογα στο μυαλό η σύγκριση με την (επίσης πρόσφατη) παρόμοια θεματική ιστορία του Brutalist του Μπρεϊντι Κορμπέτ: έχουμε πάλι έναν αρχιτέκτονα μπροστά στην πρόκληση κατασκευής ενός εμβληματικού έργου.
Ο χαρακτήρας του ήρωα και το ίδιο το πλαίσιο στο οποίο προσπαθεί να κινηθεί με αφορμή την δημιουργία ενός εμβληματικού έργου στην Αμερική υπόκειται εξίσου σε συμβιβασμούς (εδώ σε σχέση με την ιδιωτική πρωτοβουλία που το χρηματοδοτεί). Στο Brutalist ο αρχιτέκτονας είναι σαφώς πιο καθαρός αφηγηματικά σε σχέση με το από που έρχεται, ποιο είναι το όραμα και τα κίνητρα του. Φυσικά η εξέλιξη της σχέσης Τέχνης και Εξουσίας έχει το ίδιο ενδιαφέρον (ακόμα και τα λευκά μάρμαρα της Καρράρα που ερωτεύονται και θέλουν να τα παντρέψουν με το έργο τους οι δύο αρχιτέκτονες στις ιστορίες τους ως πράξη τελειότητας και συνύπαρξης με την ουσία της αναγεννησιακής Τέχνης) και στις δύο ταινίες καθώς είτε μιλάμε για το Ιδιωτικό Κεφάλαιο είτε για την Κρατική Εξουσία και την Πολιτική Ελίτ, το αποτέλεσμα μοιάζει το ίδιο τραυματικό για αυτούς τους αρχιτέκτονες – δημιουργούς.
Επιστρέφοντας στην «Μεγάλη Αψίδα» η καταγραφή της απαξίωσης και συντριβής του καλλιτέχνη και η παρέμβαση στο έργο του είναι ξεκάθαρη. Ϊσως αυτή να είναι και η στόχευση σκηνοθετικά. Δίνεται ωστόσο με έναν άνισο τρόπο – πότε ανάλαφρα, πότε κωμικά, πότε σοβαρά, πότε τραγικά – που σε δυσκολεύει να συνδεθείς με την ιστορία καθεαυτή. Ο συμβιβασμός που καλείται να κάνει όμως ο αρχιτέκτονας ώστε να επιβιώσει, δεδομένο το οποίο αναδεικνύει το πως το δημιουργικό ανθρώπινο όραμα καλείται τελικά να υποταχθεί σε δυνάμεις που είναι ανώτερες από το ίδιο, ακριβώς γιατί έχουν τον έλεγχο της Εξουσίας, δίνουν ιδιαίτερη αξία στο τραγικό και απαισιόδοξο φινάλε της ταινίας. Κι αυτό γιατί η «Αψίδα» δεν είναι μόνο μια ιστορία για το χαμένο όραμα της δημιουργίας. Αποτελεί πολύ περισσότερο πρώτα ένα παράλληλο πεδίο για το πως το moto της Γαλλικής Επανάστασης (Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα) έχει πάει περίπατο γιατί κάποιοι είναι λιγότερο ίσοι και ελεύθεροι από κάποιους άλλους και επιπλέον μέσα από την αφήγηση της ιστορίας διαμορφώνεται μια πλατφόρμα για το πως ασκείται η πολιτική και η κρατική εξουσία (ή αλλιώς η λογοκρισία) πάνω στην Τέχνη άσχετα από το πόσο εφικτά ή ανέφικτα είναι αυτά που προτάσσει ως ιδέες και οράματα η ίδια.
Όσο κι αν προσπαθεί ο Δανός φον Σπρέκελσεν να αναδείξει την δυναμική, το όραμα, την έκφραση και την ελεύθερη ταυτότητα της Τέχνης, από την άλλη πλευρά τόσο οι φορείς της γαλλικής κρατικής εξουσίας όσο και οι περίφημες ελιτ εκφράζουν απερίφραστα το πως θέλουν να καθορίσουν οι ίδιες το ουσιαστικό νόημα (μικρή ενδιαφέρουσα παρατήρηση εδώ που συμπληρώνει το παζλ πως αυτό το σύστημα πατερναλιστικής εξουσίας είναι ανδροκεντρικό ενώ η μοναδική γυναικεία παρουσία αφορά την πλευρά του αρχιτέκτονα που τελικά αδυνατεί να διαπραγματευτεί και να επιβάλλει τους όρους της και αυτό έχει τη σημασία του) που έχει το έργο της Αψίδας αλλά και να ελέγξουν αυτή την αξιακή πορεία της Τέχνης μέσα από τους κανόνες, τις ρυθμίσεις, τις οικονομικές προϋποθέσεις που θέτουν και φυσικά να μεταποιήσουν το δημιουργικό όραμα του καλλιτέχνη σε ένα σχήμα συμβιβασμού που προσποιούνται ότι έτσι βελτιστοποιούν αυτό το ίδιο το καλλιτεχνικό έργο (απαγορεύοντας στον αρχιτέκτονα να βάλει στην πρόσοψη γυαλί ή λευκό μάρμαρο που επιθυμεί κ.α.).
Έχει επομένως μια βαθύτερη ουσία η ταινία παρά τις επιμέρους ανισότητες της αφού αναδεικνύει μια τραγικότητα πάνω το όραμα της δημιουργίας της Τέχνης, μέσα από τους εσωτερικούς συμβιβασμούς στους οποίους υπόκειται και στο πως μετατρέπεται εν τέλει σε μια άχαρη τεχνική – και καθόλου καλλιτεχνική – κατασκευή. Μια ιστορία με ένα σπιράλ που ίσως να επαναλαμβάνεται αδιάκοπα ξανά και ξανά.
