Κινηματογράφος

«Πες μου»: Μια συνομιλία με το οικογενειακό τραύμα και την Ιστορία

Το «Πες μου» είναι μια δυνατή εμπειρία που μας καλεί να αφουγκραστούμε την ιστορία του Ολοκαυτώματος με έναν διαφορετικό, πιο ουσιαστικό και πιο βιωματικό τρόπο

Γιάννης Γκροσδάνης
πες-μου-μια-συνομιλία-με-το-οικογενε-1445561
Γιάννης Γκροσδάνης

Για το Νίκο Μεγγρέλη η ιστορία του «Πες μου», της νέας του ταινίας ντοκιμαντέρ, ξεκίνησε από μια σειρά συμπτώσεων. Το ταξίδι που έκανε ωστόσο με την βοήθεια της Ρενέ Ρεβάχ ήταν ένα βαθιά συγκινητικό οδοιπορικό, ακολουθώντας τη διαδρομή που κάποτε πήραν οι πρόγονοί της: από τη Θεσσαλονίκη έως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Άουσβιτς και του Μπίρκεναου.

Το «Πες μου» είναι μια δυνατή εμπειρία που μας καλεί να αφουγκραστούμε την ιστορία του Ολοκαυτώματος με έναν διαφορετικό, πιο ουσιαστικό και πιο βιωματικό τρόπο. Ο Νίκος Μεγγρέλης μίλησε στην Parallaxi για αυτό το ταξίδι λίγο πριν την πρεμιέρα της ταινίας στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ.

Ποια ήταν η αφετηρία για να εστιάσετε στην ιστορία της οικογένειας της Ρενέ Ρεβάχ;

Η αφετηρία ήταν μια σειρά από συμπτώσεις. Με τη Ρενέ γνωριζόμασταν μέσω της κοινής μας αγάπης που έχουμε για τη φωτογραφία. Μια μέρα, σε μια έκθεση που είχα επισκεφθεί για τα 100 χρόνια της εταιρείας μπισκότων Παπαδοπούλου στο Μουσείο Μπενάκη, σε μια άκρη με ψιλά γράμματα διάβασα ότι στην Κατοχή οι αδελφοί Παπαδόπουλοι είχαν κρύψει έναν Εβραίο. Την επόμενη μέρα το ανέφερα στη Ρενέ και μου απάντησε: «Αυτός ο Εβραίος ήταν ο παππούς μου». Εκεί γεννήθηκε αμέσως η ιδέα του ντοκιμαντέρ. Με τη Ρενέ το ευτύχημα ήταν και είναι ότι βρισκόμαστε πάντα στην ίδια σελίδα και γι’ αυτό και αισθάνομαι ότι ναι μεν είναι μια ταινία που την υπογράφω ως σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος και την αγαπάω πάρα πολύ αλλά αισθάνομαι ότι την έχουμε κάνει μαζί γιατί ήμασταν σε όλα, όπως είπα, στην ίδια σελίδα.

Το «Πες μου» επιλέγει μια διαφορετική προσέγγιση για το Ολοκαύτωμα, εστιάζοντας στη μνήμη και στο τραύμα. Ήταν συνειδητή επιλογή;

Απολύτως. Έχουν γίνει εξαιρετικά ντοκιμαντέρ για το Ολοκαύτωμα. Δεν θέλαμε να επαναλάβουμε όσα ήδη γνωρίζουμε — τους αριθμούς, τα στατιστικά, τις γνωστές εικόνες. Θέλαμε να δείξουμε ότι πίσω από κάθε αριθμό κρύβεται μια ανθρώπινη τραγωδία. Και όχι μόνο για όσους χάθηκαν, αλλά και για όσους έμειναν πίσω. Και στην περίπτωση μας αυτοί που έμειναν πίσω ήταν ο παππούς της Ρενέ, ο πατέρας της Ρενέ και μετά η ίδια η Ρενέ. Αυτό είναι το γενεαλογικό τραύμα. Εστιάσαμε λοιπόν όχι μόνο στο ίδιο το Ολοκαύτωμα, αλλά και στις ψυχικές του συνέπειες.

Γι’ αυτό προτιμήσαμε να μην χρησιμοποιήσουμε τις συγκλονιστικές φωτογραφίες που τράβηξαν οι Αμερικανοί και οι Σοβιετικοί όταν απελευθερώθηκαν τα στρατόπεδα και χάρη σε αυτές τεκμηριώθηκε το έγκλημα του Ολοκαυτώματος. Θέλαμε, να εστιάσουμε στο σήμερα αλλά όχι με έναν διδακτικό τρόπο αλλά με μια βιωματική διαδρομή στο παρόν. Η Ρενέ επιστρέφει στους τόπους μνήμης — στον Παλαιό Σιδηροδρομικό Σταθμό Θεσσαλονίκης και στο Άουσβιτς — κάνει νοερά το ταξίδι των προγόνων της και φωτογραφίζει. Η ταινία χτίζεται πάνω στη σιωπή, στη σκιά, στην προσωπική αναμέτρηση με τον χώρο.

Η εμπειρία στο Άουσβιτς, όπου βρεθήκαμε με ειδική άδεια για τρεις ημέρες, ήταν συγκλονιστική. Ήταν συγκλονιστική γιατί, ενώ ήμασταν μόνοι μας — εμείς και η ομάδα του συνεργείου — είχες την αίσθηση ότι ήταν εκεί μαζί μας και οι ψυχές των ανθρώπων.

Με το ντοκιμαντέρ -και η Ρενέ με τη φωτογραφική μηχανή-απαθανατίζουμε το Άουσβιτς όπως είναι σήμερα. Η εικόνα όμως δεν αποτυπώνει μόνο το παρόν. Ανασύρει μνήμες, εικόνες, ήχους και σκέψεις ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί σαν καμπανάκι εγρήγορσης. Μας τοποθετεί μέσα σε μια χρονοκάψουλα, βλέπουμε το παρελθόν, αλλά αν εφησυχάσουμε και το μέλλον.

Κεντρικό συμβολικό στοιχείο είναι ένα ύφασμα που είχε διασωθεί από την οικογένεια. Η Ρενέ το παίρνει μαζί της και το τοποθετεί στους χώρους — στο βαγόνι, στις σημύδες, στο νερό. Λειτουργεί ως συμβολική παρουσία των ψυχών και ως μια μορφή τελετουργικής απελευθέρωσης.

Μπορεί η τέχνη να λειτουργήσει θεραπευτικά απέναντι σε ένα τόσο βαθύ τραύμα;

Και ναι και όχι. Ένα τέτοιο τραύμα δεν «θεραπεύεται» εύκολα. Όμως η απόφαση της Ρενέ να επιστρέψει στον τόπο όπου γεννήθηκε το τραύμα απαιτεί τεράστιο ψυχικό θάρρος. Ένα πράγμα που με έκανε από την πρώτη στιγμή να αποφασίσω να κάνω αυτό το ντοκιμαντέρ, ήταν το θάρρος της Ρενέ να κοιτάξει κατάματα το τέρας ,εκεί που γεννήθηκε το τραύμα, εκεί που χάθηκαν όλοι οι πρόγονοι της. Και θέλει μια πραγματικά μεγάλη ψυχική γενναιότητα να μπορείς να φωτογραφίζεις τους τοίχους, το κρεματόριο και να φαντάζεσαι πως ήταν οι αίθουσες της αποστείρωσης και των πειραμάτων και να σκέφτεσαι ότι εκεί χάθηκαν οι δικοί σου άνθρωποι. Θέλει πολύ μεγάλο ψυχικό θάρρος και σε αυτό το θάρρος της Ρενέ εγώ υποκλίνομαι. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να το κάνω.

Πιστεύω ότι η αναμέτρηση με το τραύμα είναι προϋπόθεση για να μη μετατραπεί σε κύκλο βίας. Αν αναπαράγουμε τα τραύματα του παρελθόντος που προκαλούν οι πόλεμοι, τότε δεν μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά, θα είναι σαν ένα βαρίδι. Σαν να μην αφήνουμε τη ζωή να ανθίσει. Γιατί σε ένα πόλεμο τα θύματα είναι και από τις δύο πλευρές. Η ιστορία δείχνει ότι ο πόλεμος και το μίσος γεννά νέους πολέμους όταν η μνήμη αιχμαλωτίζεται στην αναζήτηση της εκδίκησης. Η τέχνη δεν διαγράφει το τραύμα. Μπορεί όμως να δημιουργήσει χώρο για κατανόηση και απελευθέρωση, χωρίς να ξεχνά τα θύματα.

Η ταινία θέτει ένα αντιθετικό ερώτημα: έχουν η ομορφιά και ο θάνατος το ίδιο πρόσωπο;

Αυτό είναι από τις μεγάλες αντιφάσεις που έχει η ζωή μας και που είχε και το Άουσβιτς. Η φύση είναι όμορφη, σχεδόν γαλήνια. Κι όμως, εκεί λειτουργούσε η βιομηχανία του θανάτου. Η συνύπαρξη αυτών των δύο στοιχείων είναι συγκλονιστική. Δηλαδή την ίδια στιγμή που γινόταν αυτά τα φρικτά εγκλήματα και λειτουργούσε η βιομηχανία του θανάτου, την ίδια στιγμή όλο αυτό γινόταν δίπλα σε ένα μαγευτικό περιβάλλον. Και η φύση τελικά – αυτό μας το είπε η Φωτεινή Τσαλίκογλου με την οποία κουβεντιάσαμε πολύ για την ταινία – είναι αυτή που μας κάνει από τη μια μεριά, αν τη δούμε έτσι επιφανειακά, να ξεχαστούμε για μερικά δευτερόλεπτα και να πούμε «Α, τι όμορφη που είναι» και την ίδια στιγμή αν το βλέμμα μας στραφεί λίγο στο έδαφος να βρούμε τα ίχνη του εγκλήματος.

Αυτό υπάρχει ακόμα και σήμερα στο Άουσβιτς, στο σημείο που λέγεται “Καναδάς” και που είναι μαζεμένα διάφορα αντικείμενα που είχαν ξεβραστεί από τη φύση: πιρούνια, , ποτήρια, παπούτσια, κλπ. Οταν βρέχει και σκαλίσεις λίγο με το χέρι σου θα βγουν κουμπιά, ή άλλα μικροαντικείμενα που είχαν οι άνθρωποι και που έμειναν εκεί καθώς πέθαιναν στα καταναγκαστικά έργα ή λίγο πριν πάνε στους φούρνους του θανάτου. Ναι λοιπόν, μπορεί να έχει η φύση και ο θάνατος το ίδιο πρόσωπο, να είναι τόσο κοντά.

Ποια είναι η σημασία μιας τέτοιας ιστορίας στο σήμερα;

Αυτό που θέλουμε να πούμε με την ταινία μας, η Ρενέ και εγώ, είναι ότι το Ολοκαύτωμα δεν έπεσε από τον ουρανό. Δημιουργήθηκε από συγκεκριμένους ανθρώπους, οι οποίοι μπορεί να ήταν παράφρονες ή ημίτρελοι, όπως ο Χίτλερ που είχαν μια ψευδαίσθηση μεγαλείου, ή μια εγωπάθεια -όπως ο Μουσολίνι- να ονειρεύονται να γίνονται Καίσαρες. Αλλά γύρω τους είχαν μια σειρά από στελέχη και ένα αφήγημα που συνέπαιρνε τα πλήθη που τους επευφημούσε και τους στήριζε. Όλο αυτό το αφήγημα στηρίζεται στη δημιουργία ενός εχθρού. Την εποχή εκείνη ήταν οι Εβραίοι, οι Ρομά, οι ομοφυλόφιλοι και φυσικά ήταν και οι υπερασπιστές των δημοκρατικών δικαιωμάτων, οι διανοούμενοι, οι αριστεροί και οι δημοκράτες.

Αν ρίξουμε μια ματιά στο χάρτη σήμερα θα δούμε ότι ο κόσμος κυριαρχείται από αυταρχικούς ηγέτες – το λέω πολύ κομψά – και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού και στη μέση είναι η Ευρώπη, η οποία προσπαθεί να υπερασπιστεί τα ανθρώπινα και τα δημοκρατικά δικαιώματα αλλά είναι άλαλη και άφωνη γιατί ακόμα δεν έχει βρει τον κοινό βηματισμό που θα έπρεπε να είχε βρει εδώ και τόσα χρόνια. Και αυτή η αφωνία οδηγεί τελικά και στην απραξία και στο να είναι μια οντότητα η οποία απλώς παρακολουθεί τις εξελίξεις.

Την ίδια στιγμή, όπως πολύ σωστά επισήμανες, υπάρχει ένα νεοναζιστικό και ένα νεοφασιστικό κύμα το οποίο ανεβαίνει μέσα στην Ευρώπη και αυτό είναι πολύ επικίνδυνο γιατί αυτό φτιάχνει την ατζέντα και κατασκευάζει τους “εχθρούς”. Στη εποχή μας είναι οι μετανάστες, οι πρόσφυγες αλλά αύριο δεν ξέρεις ποιος άλλος θα είναι. Οπότε αυτό που θέλουμε να κάνουμε με την ταινία είναι να θυμίσουμε ότι όλα αυτά δεν έπεσαν από τον ουρανό. Φτάσαμε στο Άουσβιτς και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης βήμα- βήμα γιατί καταργήθηκε κάθε έννοια δικαίου, επικράτησε η λογική του αρπακτικού, του ισχυρότερου. Εστιάζοντας στην ιστορία των προγόνων της Ρενέ- μια κουκκίδα στις τόσες πολλές – γίνεται κατανοητό αν μπορούμε να το πούμε έτσι, ότι τις συνέπειες τις πλήρωσαν και την πληρώνουν οι αθώοι άνθρωποι ανεξαρτήτως χρώματος, φυλής ή θρησκευτικών πεποιθήσεων.

Εσείς είστε αισιόδοξος για το μέλλον μας με βάση αυτή την περιγραφή που έχουμε κάνει σε αυτή τη συζήτηση;

Κοίτα, επειδή έχω ζήσει λίγο έντονα ως μαθητής την περίοδο της δικτατορίας από το 1972 και μετά, αν έκανες την ίδια ερώτηση στο τέλος του 1971 η απάντηση θα ήταν απαισιόδοξη. Αν έκανες την ίδια ερώτηση στα μέσα ή στις αρχές του 1972 η απάντηση θα ήταν αισιόδοξη. Τι θέλω να πω με αυτό: Εκεί που νομίζεις ότι όλα έχουν χαθεί, αρκεί μια σπίθα για να ξυπνήσουν οι κοινωνίες από το λήθαργο, από τη «μαγεία» της ακροδεξιάς ρητορικής και του λαϊκισμού και να ξαναγυρίσουν στις αξίες της δημοκρατίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οπότε τώρα είμαστε απαισιόδοξοι αλλά κανείς δεν αποκλείει ότι σε ένα λεπτό, σε μια ώρα, σε ένα χρόνο θα είμαστε αισιόδοξοι. Είναι τόσο ευμετάβλητα τα πράγματα…

Info: Η ταινία «Πες μου» κάνει την επίσημη πρεμιέρα της στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης το Σάββατο 14 Μαρτίου, στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, στις 21.00.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα