Τα κινηματογραφικά διαμάντια του 2025
Και η φετινή χρονιά επιβεβαίωσε περίτρανα την κυριαρχία της κινηματογραφικής εικόνας και την αδιαφιλονίκητη μαγεία της μεγάλης οθόνης - Γράφει ο Θ. Λιναράς
Λέξεις: Θωμάς Λιναράς
Και η φετινή χρονιά επιβεβαίωσε περίτρανα την κυριαρχία της κινηματογραφικής εικόνας (με σχεδόν 30 ταινίες υψηλού –λίγο πολύ– επιπέδου) και την αδιαφιλονίκητη μαγεία της μεγάλης οθόνης. Τελεία και κάτω παύλα._
Τη λίστα (αξιολογική και σχολιασμένη) με τις καλύτερες, την οδηγεί μια ταινία γυρισμένη πριν 10 χρόνια, την οποία είδα πρόσφατα και με «έστειλε» κανονικά.
Όσες έπονται δεν σημαίνει ουδόλως ότι υπολείπονται σε ποιότητα και καλλιτεχνική αξία.
Στηρίξτε τις αίθουσες με κάθε τρόπο, γιατί εκεί είναι ο φυσικός χώρος προβολής των ταινιών!
Καλή Χρονιά (καλύτερη και πιο ειρηνική) με υγεία σε όλες και όλους!
Κaili Blues (Lu bian ye can) / Μπι Γκαν (Bi Gan): Η καλύτερη ταινία που είδα το 2025 (εκτός αιθούσης καθότι δεν προβλήθηκε ποτέ εντός-στο κύκλωμα διανομής τουλάχιστον ), είναι μια ταινία του 2015 και να με συγχωρείτε για τη χρονική οπισθοδρόμηση : πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του 26χρονου Κινέζου είναι ένα υπνωτιστικό road trip movie, γυρισμένη στο χωριό του, το Καϊλί της επαρχίας Γκουιζού. Πρόκειται για ένα υπαρξιακό ταξίδι όπου τα πάντα μετεωρίζονται ανάμεσα στο όνειρο μιας ζωής που είναι αλλού και στον εφιάλτη της πραγματικότητας. Το εκπληκτικό, εκπληκτικό (δις) 45λεπτο μονοπλάνο σε κίνηση, με την κάμερα στο χέρι, από την μια μεριά του ποταμού στην άλλη, από την μια όχθη του καιρού στην άλλη, που συνδέει και ενοποιεί τους χώρους της ζωής και τους χρόνους του θανάτου είναι μια σεκάνς κινηματογραφικής ανθολογίας. Capolavoro!
Συναισθηματική αξία (Sentimental Value) / Γιοακίμ Τρίερ (Joachim Trier): όταν σε ένα έργο υπάρχει μια σκηνή όπου ως θεατής αμφιβάλλεις για το αν ανήκει στην ταινία που γυρίζεται μέσα στην ταινία ή αν αφορά την «πραγματικότητα» της μυθοπλασίας, τότε κινηματογραφείται η ρωγμή μέσα από την οποία περνά το attimo fuggente και το εν λόγω φιλμ πέρα από «συναισθηματική αξία» διαθέτει αισθητική και δραματουργική υπεραξία.
Απρίλης (April) / Ντέα Κουλουμπεγκασβίλι (Dea Kulumbegashvili): Θαρρεί κανείς πως όλη η ταινία είναι φτιαγμένη από μαγνητοσκοπημένο οπτικό υλικό μιας κάμερας ασφαλείας σε μια φυλακή υψίστης ασφαλείας της ύπαρξης. Έργο μεγάλης ωμότητας και μηδενικής καλλιέπειας, το βλέπεις μ’ ένα ενοχλητικό σκουπιδάκι να σου γρατζουνίζει το μάτι. Οι επαναλαμβανόμενες εικόνες με τα λουλουδιασμένα λιβάδια δεν είναι παρά μια απαραίτητη ανάσα μπροστά στο ασφυκτικό αδιέξοδο, την απέραντη μοναξιά και την απελπισία της ανθρώπινης κατάστασης. «Αν δεν το κάνω εγώ θα το κάνει κάποιος άλλος» (και ίσως πολύ χειρότερα), επαναλαμβάνει τουλάχιστον τρεις φορές η γυναικολόγος ηρωίδα, μιλώντας για τις εκτρώσεις πάνω στο στρωμένο με πλαστικό μουσαμά τραπέζι μιας άθλιας, φτωχικής κουζίνας, καθώς τα πάντα εδώ είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Οι μοναχικές της νυχτερινές περιπλανήσεις με το αυτοκίνητο (τα πλάνα στο φως της μέρας είναι ελάχιστα), μοιάζουν με απόπειρες αυτοκτονίας, αντανακλώντας έναν βαθύ ψυχικό ζόφο, ενώ τα εσωτερικά παραπέμπουν, ούτε λίγο ούτε πολύ, κατευθείαν στον πρώτο Σοκούροφ. Επώδυνη, ανησυχαστική, ανυποχώρητη, όσο και ανυπεράσπιστη, η δεύτερη ταινία της σκηνοθέτιδας από τη Γεωργία, είναι μια γερή κλωτσιά στο μαλακό υπογάστριο του θεατή. Αν δεν το αντέχετε μην προβείτε.
Grand Tour / Μιγκέλ Γκόμεζ (Miguel Gomes): βασισμένη σ’ ένα κείμενο ημερολογίου του Σώμερσετ Μωμ- μεγάλου γνώστη της αποικιοκρατικής Βρετανικής Αυτοκρατορίας των αρχών του 20ου αιώνα-η ταινία είναι μια περιπλάνηση που ισορροπεί με χάρη ανάμεσα στον εξωτισμό και στο όνειρο και μάλιστα τα γεφυρώνει με τρόπο θαυμαστό. Η πρώτη ύλη απ’ την οποία είναι φτιαγμένη αυτή η γέφυρα είναι τα υλικά του σινεμά, σαν ο Μιγκέλ Γκόμεζ να είναι ο Ενρίκο Βίλα Μάτας της κινηματογραφίας• εξάλλου είναι γνωστό πως είναι ένας από τους πιο σινεφίλ σκηνοθέτες. Και πηγαίνοντας στην ιστορία, συνήθως είναι η νύφη που το σκάει λίγο πριν τον γάμο, αλλά εδώ είναι ο γαμπρός. Η νύφη όμως είναι ζόρικη και δεν το βάζει κάτω• τουτέστιν τον παίρνει στο κατόπι, σ’ ένα ερωτικό σαφάρι: Ραγκούν, Σινγκαπούρη, Σαιγκόν, Μανίλα, Σαγγάη… σχεδόν τον προφταίνει αλλά ποτέ δεν τον φτάνει. Οι ήρωες ταξιδεύουν όχι για να φτάσουν κάπου αλλά για να φύγουν από κάπου, σ’ ένα γαϊτανάκι αέναης περιπέτειας. Όλα αυτά τα ντεκόρ της Άπω Ανατολής (πόλεις, σπίτια, λιμάνια…) είναι κατασκευασμένα στο στούντιο, με έμπνευση και πρωτοτυπία (πολύ λιτά, σχεδόν αφαιρετικά), αδιαφορώντας παντελώς για οποιαδήποτε ρεαλιστική ή έστω αληθοφανή αναπαράσταση της εποχής –όπως ακριβώς συμβαίνει με τα όνειρα• πλήθος αναχρονισμών, πολλές διαφορετικές γλώσσες που εναλλάσσονται και σεκάνς με συνεχείς αναφορές στο έργο του Φρήντριχ Μουρνάου, αγαπημένου σκηνοθέτη του Πορτογάλου δημιουργού. Τελικά, η μόνη πατρίδα αυτής της ταινίας, με την ονειρική υφή, είναι το ίδιο το σινεμά.
Αν είχα πόδια θα σε κλωτσούσα (If I had Legs I’d Kick you) / Μαίρη Μπρονστάιν (Mary Bronstein) :μια δύσκολη, γυρισμένη στην κόψη του ξυραφιού, αλλά απολύτως πετυχημένη ταινία εσωτερικού τρόμου, το διάνυσμα της οποίας ορίζεται από δύο τρύπες: αυτή στο ταβάνι (μια πύλη προς το ανοίκειο) και αυτή στην κοιλιά του μικρού κοριτσιού, σώμα που αποκτά πρόσωπο μονάχα στο τέλος. Με το κουμπί της γυρισμένο από την αρχή στο κόκκινο, η αφηγηματική της ένταση και η ενοχλητική βοή της παραμένει αμείωτη, ενώ το παράπλευρο δίδαγμα είναι πως αυτοί που χρειάζονται επειγόντως ψυχοθεραπεία είναι πρωτίστως οι ίδιοι οι ψυχοθεραπευτές, ψυχαναλυτές και κάθε είδους ψυχοβγάλτες. Βασισμένη στην καλύτερη παράδοση του Πολάνσκι (“Αποστροφή” και “Ένοικος”) και με μια εσάνς Κρόνεμπεργκ (το ανοιχτό σώμα), συνιστά την ταινία έκπληξη της χρονιάς, με μια ψυχωτική όσο και σαρωτική ερμηνεία για Όσκαρ από την Ρόουζ Μπερν.
Misericordia / Αλαίν Γκιροντί (Alain Guiraudie) : όλο το έργο στροβιλίζεται γύρω από το μυστικό -πληγή χαίνουσα- που βρίσκεται στο κέντρο της ταινίας και στην καρδιά του δάσους. Ο παπάς που σαν φαντομάς διακτινίζεται εν ριπή οφθαλμού από το ένα μέρος στο άλλο, είναι αυτός που κρατά στα χέρια του το κλειδί του τίτλου: την ευσπλαχνία. Μπαίνοντας στο εξομολογητήριο της εκκλησίας του από την πλευρά του εξομολογούμενου αμαρτωλού, αναλαμβάνει πλήρως το βάρος της ευθύνης. Σε ότι δε αφορά το τοπίο που «παίζει» έναν από τους βασικούς κινηματογραφικούς ρόλους, σε πολύ λίγες ταινίες τα τελευταία χρόνια έχουμε δει κινηματογραφημένη τη φύση με τέτοιο μαγικό τρόπο και μάλιστα σε κατάσταση κυοφορίας (μανιταριών): να αναπνέει, να ψιθυρίζει, να κρατά την ανάσα της, κρατώντας την ίδια στιγμή φυλαγμένα τα μυστικά και τα ψέματα των ανθρώπων. Ταινία μεγάλου ψυχικού βάθους από το οποίο και αναδύεται η τελική λύτρωση.
Ρενουάρ (Renoir) / Τσίε Χαγιαγκάουα : Η ταινία τρυπώνει στο βλέμμα του θεατή σαν μια χλωμή ηλιαχτίδα μέσα από τις γρίλιες σ’ ένα μισοσκότεινο δωμάτιο. Σ’ αυτό ακριβώς το δωμάτιο βρίσκεται κρυμμένο το παιδικό σύμπαν της Φούκι (υπέροχη ερμηνεία της 11χρονης πρωτοεμφανιζόμενης Γιούι Σουτζούκι). Παίζοντας με τα παιχνίδια της και κάνοντας τα μαγικά της κόλπα, κάτω από τη βαριά σκιά του ετοιμοθάνατου πατέρα και της αδύναμης να ανταποκριθεί στις δύσκολες περιστάσεις μητέρας, η Φούκι περνά συνεχώς από τη χαρά της ζωής στον τρόμο του θανάτου, ζώντας στο γεμάτο θαύματα και τέρατα ημίφως της ζωής. Θαρρεί κανείς πως είναι ένα από τα παρατημένα παιδιά του “Nobody Knows” (“Κανείς δεν ξέρει”) της ταινίας του μέντορά της, του μεγάλου Χιροκάζου Κόρε-εντα. Μια υπέροχη όσο και δύσκολη ταινία για το σκοτάδι που κρύβεται μέσα στο φως της παιδικής αθωότητας.
Father Mother Sister Brother / Τζιμ Τζάρμους (Jim Jarmusch): μπορεί το δεύτερο επεισόδιο με το εξαίσια δουλεμένο όσο και διαβρωτικό, καταθλιπτικό του χιούμορ, να ανακαλεί στη μνήμη μια θαμπή ανάμνηση από το “Bleak Moments”, μια αρχαία ταινία του Μάικ Λη (οι παλαιοί θα το θυμούνται), ενώ το τρίτο, εύθραυστο με την έννοια του πιο αδύναμου, όπως ακούγεται και από τη δίδυμη «η ζωή είναι τόσο εύθραυστη», σαν να συμπληρώνει, με μια υποψία «ευκολίας», αποθηκεύοντας τα υπάρχοντα αυτού του φασματικού οικογενειακού τριγώνου• όμως, απλά και μόνον για το υπέροχο πρώτο, η ταινία πιάνει στασίδι ανάμεσα στις καλύτερες της χρονιάς. Η μαγική θέα από τη μαγική περιστρεφόμενη καρέκλα του Τομ Γουαίητς (θεούλης ευχαριστημένος που παίζει στην ταινία του κολλητού του) στη παγωμένη λίμνη, είναι θαρρείς μια ζεν απεικόνιση κάποιας αόρατης πηγής, το νερό της οποίας είναι ελιξίριο και αγίασμα μαζί. Ο ασπρομάλλης αγαπημένος μας ξάδερφος από την Αμερική, μάς πάει, ακόμα μια φορά, βόλτα με το αυτοκίνητο σε μέρη που μόνον αυτός γνωρίζει και που πάντα είναι «πιο παράξενα απ’ τον Παράδεισο». Hello Jim και ευχαριστούμε!
Αμαρτωλοί (Sinners) / Ράιαν Κούγκλερ (Ryan Coogler) : την περίοδο και στα μέρη του αμερικανικού Νότου όπου διαδραματίζεται αυτή η ταινία, κυκλοφορούσε με την κιθάρα του κι έπαιζε ένας από τους μεγαλύτερους μπλουζίστες όλων των εποχών: ο θρυλικός Ρόμπερτ Τζόνσον (1911-1938), που έζησε μόλις 27 χρόνια, γράφοντας μόλις 29 αρχετυπικά μπλουζ τραγούδια αναφοράς. Ένα από τα πιο διάσημα (εκτός από το Love in Vain) τιτλοφορείται Me and the Devil Blues. Ταινία με εξαιρετική αναπαράσταση της εποχής, μιλά για τη σαγήνη και την ανυπέρβλητη δύναμη της μαύρης μουσικής, που μπορεί κι αρπάζει τον διάβολο (μεταμορφωμένο σε ζόμπι) του ρατσιστικού τρόμου από τα κέρατα. Απολαυστική από το πρώτο ως το τελευταίο της πλάνο.
Βερμίλιο: Η νύφη του βουνού (Vermiglio) / Μάουρα Ντελπέρο (Maura Delpero): Ρωτά κάποια στιγμή, ψιθυρίζοντας, λίγο πριν τους πάρει ο ύπνος, ο μικρός αδερφός τον μεγαλύτερο : «και η ψυχή τι είναι;» κι εκείνος απαντά «δεν ξέρω»• και αυτό ακριβώς το «δεν ξέρω», δηλαδή τον χώρο του αοράτου, κινηματογραφεί με εκπληκτική ακρίβεια και διαύγεια (χάρις και στην πολύτιμη συμβολή του πολύ-πολύ σπουδαίου Ρώσσου διευθυντή φωτογραφίας Μιχάλ Κρίτσμαν), σκηνοθέτιδα που γεννήθηκε και μεγάλωσε κοντά στον τόπο των γυρισμάτων. Αν υπάρχει κάποιο είδος στο οποίο να ανήκει αυτή η ταινία δεν μπορεί παρά να είναι εκείνο της αγνότητας, καθώς εξαγνίζει (κυριολεκτικά) τον θεατή με το δροσερό αεράκι που κατεβαίνει από τα βουνά που περικλείουν γύρω τριγύρω την ορεινή κοινότητα. Γυρισμένη στις Δολομιτικές Άλπεις (αναμφισβήτητα η πιο μαγευτική πλευρά αυτού του ορεινού όγκου), ενώ το χωριό Vermiglio βρίσκεται βορειοδυτικά του Trento πρωτεύουσας της επαρχίας (με ειδικό καθεστώς αυτονομίας) του Trentino Alto-Adige, την οποία ο υποφαινόμενος γνωρίζει από πρώτο χέρι, καθώς εκεί διήγε βίον σπουδαστικόν. Είναι εντελώς ακατανόητο που αυτό το οπτικό χαϊκού έφυγε από το περσινό Φεστιβάλ Βενετίας με το Αργυρό και όχι με το Χρυσό Λιοντάρι.
Όλα όσα φανταζόμαστε ως φως (All we Imagine as Light) / Παγιάλ Καπάντια : μ’ ένα υπέροχο νυχτερινό πλάνο σεκάνς σε παράλληλη κίνηση που καταγράφει την αστική ζούγκλα της πολύβουης Βομβάης, αρχίζει την ταινία της η Ινδή σκηνοθέτις• κατόπιν ανασύρει από τα 21 εκατομμύρια κατοίκους της πόλης τρία πρόσωπα γένους θηλυκού, διαφορετικών ηλικιών, γενιών και χαρακτήρων, συνθέτοντας ένα συλλογικό γυναικείο πορτραίτο, σε μια κοινωνία όπου η πλειοψηφία των γυναικών παραμένουν στο περιθώριο ή είναι αόρατες. Οι ιστορίες των τριών αρχίζουν να διαπλέκονται αργά, ο ρυθμός είναι ράθυμος, αλλά αυτή η χαμηλόφωνη αφηγηματική φωνή που αναδεικνύει τη γυναικεία υπόσταση, σιγά σιγά δυναμώνει και κερδίζει έδαφος. Η ταινία κλειστή στο μεγαλύτερο μέρος της όπως και οι ζωές των ηρωίδων της, ανοίγει όταν μετακινείται από την αγχωτική και καταπιεστική παρουσία της πόλης στο παραθαλάσσιο επαρχιακό χωριό της μεγαλύτερης από τις τρεις. Εκεί, χάρις στην αλληλεγγύη, την συμπόνια και την ανεκτικότητα (πρωτίστως μεταξύ τους και μετά με το περιβάλλον τους), θα βρουν τον δρόμο για κατακτήσουν και να κατοικήσουν (σ)τον εαυτό τους και να κερδίσουν τις ζωές τους, βγαίνοντας από το ημίφως στο φως. Ταινία που χωρίς να σηκώνει καμιά μπαντιέρα (καταγγελτική ή φεμινιστική), μιλά με ουσία και νόημα για την δύναμη και το ψυχικό σθένος των γυναικών.
Ένα απλό ατύχημα (Ι was just an Accident) / Τζαφάρ Παναχί: Σε καμιά περίπτωση δεν είναι η καλύτερη ταινία του σπουδαίου Ιρανού δημιουργού. Όμως, ο τρόπος που ενσταλάζει μέσα σ ένα βαρύ και τραγικό θέμα (εμπνευσμένο από το θεατρικό έργο «Ο θάνατος και η κόρη» του Άριελ Ντόρφμαν) το κωμικό (στα όρια του τραγελαφικού) στοιχείο, χωρίς να χάνει ούτε στιγμή τον σκηνοθετικό έλεγχο του ετερόκλητου υλικού του και τον καταγγελτικό του λόγο απέναντι σε ένα καθεστώς που τον έχει κλείσει και ξανακλείσει φυλακή, της δίνει μια θέση ανάμεσα στις καλύτερες και πιο θαρραλέες ταινίες της χρονιάς.
Όλα θα πάνε καλά (All Shall Be Well) / Ρέι Γιενγκ: Μια μικρή γλυκειά, ήσυχη ταινία, κάτι σαν μουσική δωματίου, χωρίς την παραμικρή δραματουργική κορύφωση (ακόμα κι όταν τα πράγματα ζορίζουν με την έλευση ενός απρόσμενου θανάτου) που απαντά χαμηλόφωνα στο κρίσιμο ερώτημα: «όταν μιλάμε για αγάπη, για τι πράγμα ακριβώς μιλάμε;». Η απάντηση εμπεριέχεται στον τίτλο της, καθότι όλα πήγαν πραγματικά καλά. Μια βαθιά ανθρώπινη ταινία από το Χονγκ Κονγκ.
Η ταξιδιώτισσα (A Traveler’s Needs) / Χονγκ Σανγκ-σου: Η Ιζαμπέλ Υπέρ κυκλοφορεί σαν ξωτικό, φορώντας το καπελάκι της στην καλοκαιρινή Σεούλ, όπου υποτίθεται πως παραδίδει μαθήματα γαλλικών. Στην πραγματικότητα αυτό που κάνει είναι να ρωτά τους ανθρώπους που συναντά, αυτό που κανείς δε θέλει (και ίσως και να μην μπορεί) να απαντήσει : πως αισθάνεστε μέσα σας; πως νοιώθετε βαθειά, βαθειά μέσα σας; μπορείτε να μου πείτε πιο συγκεκριμένα αυτό που αισθάνεστε; Και αυτό που προσπαθεί να κάνει δεν είναι άλλο παρά ν’ ανοίξει ένα μονοπάτι προς τα κοιτάσματα του ανείπωτου. Ένα ακόμα μίνι-minimal κομψοτέχνημα του σπουδαίου τεχνίτη από την Κορέα που μοιάζει με κάτι ανθάκια που φυτρώνουν στα ριζά του βράχου και πρέπει να σκύψεις για να τα δεις.
Η απογοητευτική και η χειρότερη
Μια μάχη μετά την άλλη (One Battle After Another) / Πωλ Τόμας Άντερσον (Paul Thomas Anderson): τι είδους ακριβώς μετάλλαξη έπαθε ένας από τους πιο στοχαστικούς και οξυδερκείς δημιουργούς του σύγχρονου αμερικανικού σινεμά, κανείς δεν μπορεί να πει ακριβώς• ούτε για ποιον λόγο, αυτή, η πιο αμετροεπής ταινία του βρίσκεται πρώτη σε όλες τις λίστες παγκοσμίως και σχεδόν σίγουρα και στα Όσκαρ. Να την είδε Μαλκολμ Χ, μαύρος πάνθηρας ή μετενσάρκωση, ξέρω γω, της Άντζελα Νταίηβις, σε μια ταινία γυρισμένη, όντως, με ορμή, πάθος και αποφασιστικότητα, αλλά χωρίς κάποια βαθύτερη ιστορική νοηματοδότηση ή έστω κάποια σύνδεση με το χαοτικό αμερικανικό σήμερα• η αφήγηση και ο τρόπος της μοιάζει με τραίνο το οποίο έχοντας βγει από τις ράγες, τρέχει αφηνιασμένο σε κεντρικές λεωφόρους και σε παράδρομους, σαρώνοντας όλα τα θέματα, τα πάντα όλα, στο πέρασμά του: η παράνοια της πολιτικής και η παροξυστική βία της στρατιωτικής εξουσία, το μεταναστευτικό και προσφυγικό πρόβλημα, ο ρατσισμός, το σύστημα που εξοντώνει, τα μυστικά κυκλώματα που σε μυστικές συσκέψεις αποφασίζουν για τις τύχες του κόσμου… μόνον οι εξωγήινοι απουσιάζουν (έχουν παρκάρει το όχημά τους λίγες γραμμές παρακάτω)• σαν η ταινία να θέλει να είναι ένα αντι -Τραμπ μανιφέστο, ένα είδος εισβολής στο Καπιτώλιο απ’ την ανάποδη• και σε ότι αφορά δε τους επαναστάτες ο Ρόμπερτ Κραίημερ του “Πάγου” θα αυτοχειριαζόταν αν τους έβλεπε. Με όλα, μα με όλα, τα κινηματογραφικά είδη και με όλα τους τα συμπαρομαρτούντα ριγμένα στο μίξερ σε λειτουργία high, ακόμα κι αν είσαι ο Π.Τ. Άντερσον, το μόνο που θα προκύψει θα είναι μια μπαλαφάρα που θα έλεγε κι ο Νότης. Αυτή η αλληλουχία των πολλαπλών δρόμων του πουθενά, φοβάμαι πως θα είναι η μόνη σκηνή που θα μείνει. Τόσο ταλέντο (διαπιστωμένο και επιβεβαιωμένο) που πήγε τζάμπα σπαταλημένο, λόγω του κολλήματος του σκηνοθέτη με το αριστουργηματικό «Vineland» του Τόμας Πύντσον που δεν μπορεί καλά-καλά να μεταφερθεί αξιοπρεπώς ούτε καν σε άλλη γλώσσα, λόγω της ιδιορρυθμίας της γραφής του -πόσο μάλλον να γίνει ταινία. Αλλά όπως και νάχει το πράγμα, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. P.S. Στο σινεμά, αυτό είναι γνωστό και αποδεκτό απ’ όλους, μόνον ο Big Lebowski δικαιούται να κυκλοφορεί με ρόμπα, ενώ τον ανεκδιήγητο (κυριολεκτικά) ρόλο του ταγματάρχη, μπροστά στον οποίο ένας απασφαλισμένος Ρόμποκοπ μοιάζει με επαρχιακό γυμνασιόπαιδο, μόνον ένας σπουδαίος ηθοποιός σαν τον Σων Πεν θα μπορούσε να τον αντέξει και να τον ερμηνεύσει.
Βουγονία (Bugonia) / Γιώργος Λάνθιμος : πως τα καταφέρνει κάποιος να κάνει μια ταινία που από σκηνή σε σκηνή γίνεται όλο και χειρότερη δύσκολο να πει κανείς. Με ψευδεπίγραφη ταυτότητα (για δεύτερη φορά), καθώς είναι βασισμένη σε μια αξιοπρεπή b-movie κορεάτικη ταινία, από την οποία ξεπατικώνει τον βασικό αφηγηματικό σκελετό και περνώντας τα υπόλοιπα ένα χέρι φαντεζί μπογιάς του δημιουργού, η Βουγονία ρίχνει με τη μία όλα τα σημαδεμένα, καθότι κοινότυπα και συνηθισμένα, χαρτιά της στο τραπέζι. Όλα όσα λατρεύουν ν’ακούν οι ταξιτζήδες είναι εδώ: συνωμοσιολογία ως την άκρη του Γαλαξία, τοξικοί ψεκασμοί, ανθρώπινα πειραματόζωα, φαρμακευτικές εταιρείες δολοφόνοι, οι τράπεζες που πίνουν αίμα, μολυσμένο το πόσιμο νερό, δηλητηριασμένοι οι σπόροι καλλιέργειας, πάρτε κόζμε, όλα τα ληγμένα τζάμπα … και βέβαια η αρχιψέκα των εξωγήινων που επιβουλεύονται την ομορφιά μας και θέλουν να μας αφανίσουν, δίνει όχι μόνον τον ρυθμό και τον τόνο, αλλά και τη χαριστική βολή. Την είδαμε ολόκληρη για να μην χάσουμε λίγο πριν την εξάλειψη του ανθρώπινου είδους, μια σκηνή στο «άι σιαπέρα κι ακόμα παραπέρα» Διάστημα, η οποία είναι ένα μεγαλειώδες τερατούργημα επιστημονικής μπουρδολογίας. Η παντού και πάντα έξοχη Έμα Στόουν δεν διασώζει απολύτως τίποτα από το ναυάγιο. Όχι μόνον κακή και ανούσια αλλά και ανυπόφορη. Και δύο ταινίες που είδαμε στο σιλό (της γνωστής πλατφόρμας) που κάνει ρίμα και με τον χυλό.
Όνειρα τραίνων (Train Dreams) / Κλιντ Μπέντλευ (Clint Bentley): μια ταινία αλά Τέρενς Μάλικ , με την φύση (ουρανός, γη, χώμα, νερό, ξύλα, χείμαρροι, δέντρα, ρυάκια, δάσος, ποτάμια, κοιλάδες, λίμνες, φαράγγια, λιβάδια, νερό) σε πρωταγωνιστικό ρόλο, όπου ο κεντρικός ήρωας, που είναι υλοτόμος, ζει τη ζωή τους σα να την ονειρεύεται• μια ζωή που δεν πρόλαβε να ζήσει, καθώς έχασε ότι περισσότερο αγαπούσε σε μια δασική πυρκαγιά. Ταινία για το άλγος της υπομονής και της προσδοκίας του ανέφικτου και για το πέρασμα του χρόνου που δεν απαλύνει, ούτε παρηγορεί, ούτε λυτρώνει. Με αφήγηση οφ και υπέροχα φωτογραφημένη από τον ανερχόμενο και πολύ ταλαντούχο διευθυντή φωτογραφίας Adolpho Veloso (σημειώστε το όνομα) και προσέξτε, σε έναν μικρό αλλά καίριο ρόλο, τον υπέροχο καρατερίστα Γουίλιαμ Μέησυ (τον πρωταγωνιστή του “Φάργκο” των Κοέν για να συνεννοούμαστε). Η ταινία είναι βασισμένη στην ομότιτλη θαυμάσια νουβέλα του Ντένις Τζόνσον και η θέασή της, κυρίως για την εικαστική δύναμη που διαθέτει, απαιτούσε την μεγάλη και όχι τη μικρή οθόνη.
Κρίμα!
Steve / Tim Mielants: ναι, αυτού που έκανε τα υπέροχα “Μικρά πράγματα σαν κι αυτά” μεταφέροντας με επιτυχία την ομότιτλη νουβέλα της Κλαιρ Κήγκαν. Η ταινία είναι βασισμένη στη νουβέλα «Shy» του Max Porter και πρωταγωνιστεί και εδώ ο Κίλιαν Μέρφυ (και σε ρόλο παραγωγού) ως Διευθυντής ενός ειδικού σχολείου για βαριές περιπτώσεις δυσπροσάρμοστων και δυσλειτουργικών εφήβων, με προβληματικές οικογενειακές σχέσεις και παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, οι οποίοι ζουν ως οικότροφοι στη συγκεκριμένη σχολική δομή. Στο σχολείο, κάτι ανάμεσα σε θηριοτροφείο και τρελοκομείο δεν υπάρχει καμιά μορφή κανονικότητας• η κατάσταση είναι μονίμως έκρυθμη λόγω των συνεχών αντιπαραθέσεων και των συγκρούσεων των μαθητών-τροφίμων, η συνήθης ομιλία των οποίων προσομοιάζει σε κραυγές και ουρλιαχτά. Τα νεύρα όλων, μαθητών και προσωπικού, είναι τεντωμένα στο κόκκινο και ο δυστυχής Διευθυντής προσπαθεί απεγνωσμένα να κρατήσει τις ισορροπίες και κυρίως να κρατήσει το σχολείο ανοιχτό, καθώς κινδυνεύει να κλείσει λόγω οικονομικών περικοπών. Η κινηματογράφηση νευρική, πυρετώδης, με την κάμερα στο χέρι, διαρκώς σε κίνηση, αποτυπώνει εξαιρετικά το χάος που επικρατεί και ταυτόχρονα την αγωνία και τον αγώνα του προσωπικού να κρατήσει το σχολείο ανοιχτό, γιατί χωρίς αυτό οι συγκεκριμένοι έφηβοι δεν θα έχουν κανένα απολύτως μέλλον και προοπτική ζωής. Ταινία ενταγμένη στην στιβαρή ανθρωπιστική παράδοση του βρετανικού σινεμά, γυρισμένη μ’ έναν τραχύ και πυρακτωμένο ρεαλισμό και σε κλιμακούμενη (εξουθενωτική) ένταση, βάζει σε δοκιμασία τον θεατή. Έξοχος ο Κίλιαν Μέρφυ (και όλοι οι υπόλοιποι) σε μια ερμηνεία που απαιτεί κότσια και μεγάλο ψυχικό σθένος. Κινηματογραφική εμπειρία που αξίζει να μπείτε στον κόπο να «υποστείτε». (Ευχαριστίες στον φίλο Θοδωρή Γιαχουστίδη που την ανέσυρε από τον πολτό και μας τη σύστησε).
Ελληνικές
Σπασμένη φλέβα / Γιάννης Οικονομίδης Κρέας / Δημήτρης Νάκος Σμιλεμένες ψυχές / Σταύρος Ψυλλάκης Τα τέρματα του Αυγούστου / Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος
Αξίζουν την προσοχή σας επίσης : Άχριες πληγές (Caught by the Tides), Ζία Ζανγκ-κε / Oh, Canada, Πωλ Σραίηντερ / Το Παρίσι του Σουλεϊμάν (L’ Histoire de Souleymane), Μπορίς Λοζκίν / Tatami, Γκάι Νατίβ & Ζάρα Αμίρ Εμπραχίμ / Ο Μεσολαβητής (Relay), Νταίηβιντ Μακένζι / Η φωνή της Χιντ Ρατζάμπ (The Voice of Hind Rajab), Καουτέρ Μπεν Χάνια / Harvest, Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη / Κλέφτης από σπόντα (Caught Stealing), Ντάρεν Αρονόφσκι / The Smashing Machine: η καρδιά ενός μαχητή, Μπένι Σάφντι / Ο Ερασιτέχνης (The Amateur), Τζαίημς Χόουζ / Το 47 (El 47), Μαρσέλ Μπαρένα / Η ορχήστρα του αδερφού μου (En Fanfare), Εμανουέλ Κουρκόλ / Το αγαπημένο μου γλυκό (My Favorite cake), Μαριάμ Μογκαντάμ & Μπεχτάς Σαανέχα.
*Ο Θωμάς Λιναράς είναι κριτικός κινηματογράφου

