«Τελευταία κλήση»: Μια τραγωδία σε ζωντανή μετάδοση – Η νέα ταινία για μια αληθινή ιστορία και το φιάσκο της ΕΛ.ΑΣ
Η αληθινή ιστορία που συγκλόνισε το πανελλήνιο και στην οποία βασίζεται η ταινία που θα κυκλοφορήσει στις κινηματογραφικές αίθουσες
Ήταν 23 Σεπτεμβρίου το 1998 όταν όλη η Ελλάδα είχε ανοιχτή την τηλεόραση και παρακολουθούσε σε live μετάδοση μια ομηρία που εξελίχτηκε σε τραγωδία.
Ο Σορίν Ματέι εισέβαλε σε διαμέρισμα οικοδομής στην οδό Νιόβης στα Κάτω Πατήσια και κράτησε όμηρους τέσσερις ενοίκους απειλώντας τους με χειροβομβίδα.
Ο δράστης και η όμηρος Αμαλία Γκινάκη χάνουν τη ζωή τους λίγες ημέρες μετά. Τέσσερις αστυνομικοί τραυματίστηκαν.
Αξιομνημόνευτοι μέχρι σήμερα είναι οι χειρισμοί της υπόθεσης από πλευράς της ΕΛ.ΑΣ με τα πρωτοσέλιδα να κάνουν λόγο για επιχειρησιακό φιάσκο, αλλά και το γεγονός ότι όλα τα παραπάνω μεταδόθηκαν live στον τηλεοπτικό αέρα μέσα από τη συχνότητα του ΣΚΑΙ με τον Νίκο Ευαγγελάτο να αναλαμβάνει… ρόλο διαπραγματευτή συνομιλώντας με τον Ματέι.
Το τηλέφωνο στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ
Στον τηλεφωνικό σταθμό ΣΚΑΪ χτυπάει το τηλέφωνο. Ο τότε διευθυντής ειδήσεων Σταμάτης Μαλέλης σηκώνει το τηλέφωνο και περνάει τη γραμμή στον κεντρικό παρουσιαστή του δελτίου ειδήσεων, τον Νίκο Ευαγγελάτο.
Από την μια πλευρά ο δημοσιογράφος, και από την άλλη, ο Ρουμάνος Σορίν Ματέι που βρισκόταν υπό την επήρεια ηρωίνης και κρατούσε τέσσερις ανθρώπους όμηρους με την απειλή πως θα ενεργοποιήσει τη χειροβομβίδα στο σπίτι και θα τους ανατινάξει.
– Λένε για σας ότι έχετε και ψυχολογικά προβλήματα.
– Τώρα έχω πιο πολλά.
-Δηλαδή;
-Τώρα μου την έχει δώσει κατακέφαλα να πούμε. Με χτυπήσανε κιόλας, μου ‘ρχεται να κάνω εμετό, διάφορα να πούμε, ιδρώνω… Έχω εδώ τους ανθρώπους και κάθονται σαν μισοπεθαμένοι να πούμε, σαν κηδεία λες και είμαστε. Νιώθω σου λέω χάλια…»
Κάπως έτσι έμοιαζε η συνομιλία των δύο με την Ελλάδα να παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα όσα συμβαίνουν.
«Την προηγούμενη φορά σεβαστήκανε τη ζωή του αστυνομικού και με άφησαν να φύγω. Τώρα κρατάω τέσσερις ανθρώπους», είπε στον Νίκο Ευαγγελάτο ο Ρουμάνος κακοποιός και συνέχισε: «Μη φοβάστε, κακό δε θα κάνω σε κανέναν. Να διαπραγματευτώ θέλω και να με αφήσουν να φύγω». Είχε ζητήσει 500.000 δραχμές, περίπου 1500 ευρώ, λέγοντας πως αυτά είναι τα έξοδα διαφυγής του.
Καθόλη τη διάρκεια της ομηρίας όλοι μοιάζουν να τα έχουν χαμένα. Η αστυνομία ακόμα δεν είχε παρέμβει ενώ ο Ευαγγελάτος δεν ξέρει πως πρέπει να συνεχίσει τη συζήτηση ή αν πρέπει να κόψει τη γραμμή.
Η ομηρία
Ο Σορίν Ματέι κρατούσε τους: Σουλτάνα Γκινάκη, 58 χρονών, τα δύο της παιδιά, Ευάγγελος Γκινάκης, 24 χρονών, και Αμαλία Γκινάκη, 25 χρονών, καθώς και ο αρραβωνιαστικός της τελευταίας, Απόστολος Μακρινός, 34 χρονών.
Λόγω των εξελίξεων και όσα συνέβαιναν, ο αρχηγός της αστυνομίας, Αθανάσιος Βασιλόπουλος, ενημέρωσε το γραμματέα του υπουργείου δημοσίας τάξης, Γιάννη Παπαδογιαννάκη, ο οποίος με τη σειρά του επικοινώνησε με τον πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη με τον τότε πρωθυπουργό να ζητά από την αστυνομία να επέμβει και να φτάσει στο σημείο.
Γύρω στις 8 το απόγευμα, και αφού ο Ματέι κρατεί επί μια ώρα τους τέσσερις, η αστυνομία φτάνει στο σημείο… Μέχρι τότε δεν είχαν επικοινωνήσει ούτε με τον τηλεοπτικό σταθμό και ο Νίκος Ευαγγελάτος ήταν μόνος του «απέναντι» από τον δράστη.
Εκείνη την ώρα έφτασε στον σταθμό ο ο υπαρχηγός της αστυνομίας, υποστράτηγος Θεόδωρος Πλάκας προκειμένου να αναλάβει τις διαπραγματεύσεις και τότε γίνεται το πρώτο λάθος της αστυνομίας.
Οι μοιραίες κινήσεις της αστυνομίας
Οι χειρισμοί της αστυνομίας εκ του αποτελέσματος κρίθηκαν τραγικοί και μοιραία οδήγησαν στην παραίτηση του τότε αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ, Αθανάσιου Βασιλόπουλο.
Ένα από τα πρώτα βήματα της αστυνομίας ήταν να ανακρίνει την Πηνελόπη Αθανασοπούλου όπου και φιλοξενούνταν ο Ματέι έτσι ώστε να διαπιστώσει αν η χειροβομβίδα είναι αληθινή ή όχι. Η ίδια βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών όμως ο αρχηγός της αστυνομίας βασισμένος στα λόγια της πίστεψε ότι η χειροβομβίδα ήταν ψεύτικη…
Παράλληλα όσο ο Ματέι μιλούσε με τον υποστράτηγο της αστυνομίας προκειμένου να του περάσουν υπνωτικά χάπια αντί για ναρκωτικά όπου και ζητούσε για να “μπορέσει να συνεχίσει” – όλα αυτά με αντάλλαγμα ενός ομήρου – όπου και συνέβη καθώς ο Βαγγέλης Γκινάκης, αφέθηκε ελεύθερος.
Ο Ματέι αντιλαμβάνεται ότι η αστυνομία αντί για ναρκωτικά του πέρασε υπνωτικά, καθώς βάζει μια όμηρο να του διαβάσει το περιεχόμενο.
Οργισμένος βγαίνει στο μπαλκόνι του σπιτιού και φωνάζει:
«Ρε φέρε αμφεταμίνες να πούμε με έχουν πιάσει τα νεύρα μου. Έχω τέσσερις ανθρώπους εδώ μέσα. Μια λάμψη θα δείτε και τίποτα άλλο. Κουτάλι θα φέρετε και θα μας μαζεύετε».
Μιας και ο Ματέι ήταν γνώριμος στις αρχές, η αστυνομία ήθελε να τον συλλάβει με όποιο κόστος. Στον δρόμο της οδού Νιόβη γινόταν το αδιαχώρητο. Κάμερες, αστυνομία, κανάλια και γείτονες, όλοι έχουν μαζευτεί για να δουν τι θα ακολουθήσει.
Άλλο ένα λάθος της ΕΛ.ΑΣ που άφησε περιμετρικά του περιστατικού να υπάρχει τόσος κόσμος.
Το παρελθόν του Σορίν Ματέι
Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 είχε απασχολήσει επανειλημμένα την αστυνομία για σοβαρές υποθέσεις, όπως ληστείες και απόπειρα ανθρωποκτονίας.
Το 1995 κατηγορήθηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας και σειρά ληστειών. Λίγο πριν την εκδίκαση της υπόθεσής του κατάφερε να διαφύγει από τα δικαστήρια της Ευελπίδων, όμως συνελήφθη αργότερα και οδηγήθηκε στις φυλακές Κέρκυρας.
Στις 10 Μαρτίου 1996 δραπέτευσε από τις φυλακές μαζί με άλλους συγκρατούμενούς του, για να συλληφθεί ξανά λίγο αργότερα. Τον ίδιο μήνα απέδρασε εκ νέου, αυτή τη φορά από το νοσοκομείο «Γεώργιος Γεννηματάς». Ακολούθησαν νέες συλλήψεις και μεταγωγές, μέχρι που οδηγήθηκε στις φυλακές Λάρισας, απ’ όπου κατάφερε να δραπετεύσει για ακόμη μία φορά.
Τον Μάιο του 1997 αστυνομικοί τον εντόπισαν τυχαία σε μπλόκο και τον μετέφεραν στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού. Έναν χρόνο αργότερα, τον Ιούλιο του 1998, διατάχθηκε η μεταφορά του στις φυλακές Αγίου Στεφάνου Πάτρας. Κατά τη διάρκεια της μεταγωγής του όμως κατάφερε να δραπετεύσει από το τμήμα μεταγωγών της Πάτρας και να επιστρέψει στην Αθήνα.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 5 Σεπτεμβρίου 1998, η αστυνομία έφτασε ξανά στα ίχνη του μετά τη σύλληψη συνεργού του. Όταν οι αστυνομικοί επιχείρησαν να εισβάλουν στο σπίτι του, ο Ματέι τούς αιφνιδίασε: κρατούσε όπλο και δύο χειροβομβίδες. Πήρε ως όμηρο έναν αστυνομικό και διέφυγε με αυτοκίνητο προς την εθνική οδό Αθηνών–Λαμίας. Μετά από ώρες περιπλάνησης εγκατέλειψε το όχημα στον Πειραιά και εξαφανίστηκε.
Λίγες ημέρες αργότερα εντοπίστηκε ξανά στην Αθήνα. Η αστυνομία παρακολουθούσε τις κινήσεις του, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να επέμβει. Η ευκαιρία φάνηκε να δίνεται το βράδυ της 23ης Σεπτεμβρίου 1998, όταν επισκέφθηκε μια φίλη του σε πολυκατοικία της οδού Νιόβης, στα Κάτω Πατήσια.
Η επιχείρηση σύλληψής του όμως δεν εξελίχθηκε όπως υπολόγιζαν οι αρχές. Ο Ματέι κατάφερε να ξεφύγει μέσα από τον φωταγωγό της πολυκατοικίας και να εισβάλει σε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου. Λίγα λεπτά αργότερα θα ξεκινούσε μια από τις πιο δραματικές ομηρίες που μεταδόθηκαν ποτέ ζωντανά στην ελληνική τηλεόραση.
Η εισβολή της αστυνομίας
Την ώρα που οι αστυνομικοί έμπαιναν στο κτίριο, ο Ματέι είχε μόλις απελευθερώσει, όπως είχε υποσχεθεί νωρίτερα στον Νίκο Ευαγγελάτο, τη Σουλτάνα Γκινάκη. Στο διαμέρισμα βρισκόταν πλέον ο ίδιος και οι δύο δεμένοι όμηροι. Στην έφοδο συμμετείχε και ο αρχηγός της αστυνομίας, πιστεύοντας ότι η χειροβομβίδα είναι ψεύτικη.
Όλα αυτά συνέβαιναν σε live μετάδοση καθώς η γραμμή δεν είχε κλείσει με αποτέλεσμα να ακούγονται οι διαπραγματεύσεις του Ματέι με τους αστυνομικούς.
Οι αστυνομικοί κατάφεραν να τραβήξουν τον Απόστολο Μακρινό, που ήταν δεμένος με την αρραβωνιαστικιά του, κόβοντας τα κορδόνια που τον κρατούσαν δεμένο. Ο Ματέι όμως πρόλαβε να πιάσει την Αμαλία Γκινάκη με την ίδια να φωνάζει “μη, μη, μη” και να την πετάξει στους αστυνομικούς… και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, η χειροβομβίδα σκάει.
Για την έκρηξη υπάρχουν δύο εκδοχές:
- Οι αστυνομικού υποστηρίζουν πως ο Ματέι έβαλε τη χειροβομβίδα στο σορτσάκι της Αμαλίας με αποτέλεσμα να ανατιναχθεί.
- Οι συγγενείς υποστηρίζουν πως η χειροβομβίδα έσκασε πίσω από το πόδι της Αμαλίας
Αφού η χειροβομβίδα έσκασε το σώμα της Αμαλίας Γκινάκης “κόπηκε στα δύο” ενώ παράλληλα τραυματίστηκαν τέσσερις αστυνομικοί αλλά και ο Σορίν Ματέι.
Οι συνθήκες των θανάτων του Σορίν Ματέι και της Αμαλίας Γκινάκη
Στις 10 Οκτωβρίου του 1998 διαβάζουμε στον Ριζοσπάστη για τον θάνατο της Αμαλίας η οποία νοσηλευόταν για 17 μέρες.
«Βαθιά συγκίνηση έχει προκαλέσει στο πανελλήνιο η είδηση του θανάτου της 25χρονης Αμαλίας Γκινάκη, της νεαρής κοπέλας, που πλήρωσε με τη ζωή της τα τραγικά λάθη των αστυνομικών, οι οποίοι επιχείρησαν να την απελευθερώσουν από τα χέρια του Ελληνορουμάνου κακοποιού, στο σπίτι της μητέρας της στην οδό Νιόβης 4 στα Πατήσια. Η άτυχη κοπέλα άφησε την τελευταία πνοή της χτες στις 11.30 π.μ. ενώ νοσηλευόταν επί 17 μέρες στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του “Ερυθρού”, με πολυοργανική ανεπάρκεια και σε κατάσταση βαριάς σήψης.
Γιατροί και νοσηλευτές, που βρίσκονταν στο πλάι της όλες αυτές τις μέρες, μιλούν με έκπληξη για τις αντοχές της και σημειώνουν ότι “η νεανική της καρδιά την κράτησε μέχρι το τέλος”. O διευθυντής της Μονάδας Παναγιώτης Μπεχράκης, μιλώντας στους δημοσιογράφους για τον πρόωρο χαμό της κοπέλας, ήταν σαφής: “Το τελευταίο 24ωρο διαπιστώσαμε ότι η μάχη είχε χαθεί. Μας νίκησε η χειροβομβίδα”».
Ο Σορίν Ματέι ο οποίος είχε τραυματιστεί από την έκρηξη οδηγήθηκε εσπευσμένα με χειροπέδες και αίματα στον Ερυθρό Σταυρό και στη συνέχεια στο Γενικό Κρατικό νοσοκομείο Νίκαιας.
Εκεί, ο τότε διευθυντής της χειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου Κώστας Αλεξίου αποφάσισε πως δεν υπήρχε λόγος να παραμείνει ο Ματέι στο νοσοκομείο καθώς η κατάσταση του δεν διέτρεχε κίνδυνο με αποτέλεσμα ο Ρουμάνος να μεταφέρεται στο νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού.
Ο ίδιος στο νοσοκομείο της Νίκαιας, είχε δεχθεί μεγάλες ποσότητες υπνωτικών έτσι ώστε να βρίσκεται σε κατάσταση καταστολής. Σχετικά με τις ποσότητες κατασταλτικών φαρμάκων που βρέθηκαν στο αίμα του Σορίν, ο ιατρός υπηρεσίας Ιωάννης Κούτρας, ανέφερε ότι ήταν «δόσεις για ελέφαντα» ενώ στις φυλακές έκαναν λόγο πως ο Ματέι είχε επικοινωνία με το περιβάλλον.
Ο Σορίν Ματέι στις 26 Σεπεμβρίου καταλήγει γύρω στις 11 το βράδυ.
Η είδηση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Ευάγγελος Γιαννόπουλος διέταξε ένορκη διοικητική εξέταση. Παράλληλα, κλήθηκε ο προϊστάμενος της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιά, Δημοσθένης Μπούκης, για να διερευνήσει τις συνθήκες θανάτου.
Το υπουργείο ανέθεσε επίσης σε τέσσερις ιατροδικαστές –τρεις από αυτούς ορίστηκαν από το υπουργείο και ένας από την οικογένεια του Ματέι – να πραγματοποιήσουν νεκροψία. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή της οικογένειας, Μάριο Ματσάκη, ο θάνατος οφειλόταν σε πνιγμό από εισρόφηση γαστρικού υγρού, σε συνδυασμό με την παρατεταμένη καταστολή.
Ο ίδιος άφησε αιχμές για τους χειρισμούς των γιατρών του Κρατικού Νοσοκομείου Νίκαιας, υποστηρίζοντας ότι αν ο Ματέι είχε παραμείνει στο νοσοκομείο και δεν είχε μεταφερθεί στις φυλακές, πιθανότατα θα είχε επιβιώσει.
Η κριτική στον ΣΚΑΪ
Ο ΣΚΑΪ και προσωπικά ο Νίκος Ευαγγελάτος, δέχτηκαν σφοδρή κριτική για τη ζωντανή μετάδοση της υπόθεσης, ενώ ο παρουσιαστής σε συνέντευξή του ανέφερε πως αν του δινόταν ξανά η ευκαιρία, δεν θα έβγαινε στον αέρα και πως το μόνο που σκέφτεται είναι η ζωή της κοπέλας που χάθηκε.
Το ΕΣΡ επέβαλε πρόστιμο 50 εκατομμυρίων δραχμών στον ΣΚΑΙ για την απευθείας μετάδοση και έκτοτε άλλαξε η σχετική νομοθεσία.
Οι συγγενείς της αδικοχαμένης κοπέλας πήραν ένα χρηματικό ποσό σαν αποζημίωση, ωστόσο αυτό που ζητούν επανειλημμένα είναι την τιμωρία των υπευθύνων.
Οι δικαστικές εξελίξεις μετά την υπόθεση του Σορίν Ματέι και η αθώωση των αστυνομικών
Μετά τον θάνατο της Αμαλίας Γκινάκη, όλη η τότε πολιτική ηγεσία εξέφρασε τη θλίψη της. Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης έστειλε τηλεγράφημα στη Σουλτάνα Γκινάκη, ενώ ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κώστας Καραμανλής εξέφρασε τον αποτροπιασμό του για τις προσπάθειες «ηρωοποίησης» του αδίστακτου Σορίν Ματέι. Η αποτυχημένη επιχείρηση θεωρήθηκε σημαντικό πλήγμα στο κύρος της ελληνικής αστυνομίας.
Αμέσως μετά, ο αντιστράτηγος Αθανάσιος Βασιλόπουλος υπέβαλε παραίτηση από την αρχηγία της Αστυνομίας, αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη για τα γεγονότα. Ξεκίνησαν πειθαρχικές και δικαστικές έρευνες για τους εμπλεκόμενους αξιωματικούς.
Η εισαγγελέας πρωτοδικών Μαρία Μαλούχου εισηγήθηκε δίωξη για ανθρωποκτονία και σωματικές βλάβες από αμέλεια, μεταξύ άλλων, για τον Βασιλόπουλο και τον αντιστράτηγο Ιωάννη Γεωργακόπουλο. Τελικά, στις 8 Μαΐου 2000, το Τριμελές Συμβούλιο Πλημμελειοδικών απήλλαξε όλους τους αξιωματικούς της Αστυνομίας.
Η οικογένεια της Αμαλίας Γκινάκη άσκησε έφεση κατά του απαλλακτικού βουλεύματος.
Ο εισαγγελέας Εφετών Καφίρης πρότεινε την παραπομπή μόνο του Αθανάσιου Βασιλόπουλου για ανθρωποκτονία από αμέλεια, λόγω εσφαλμένης εκτίμησης ότι η χειροβομβίδα ήταν ψεύτικη.
Στο πρώτο δικαστήριο καταδικάστηκε σε φυλάκιση 12 μηνών με αναστολή, ενώ στο δεύτερο δικαστήριο, το 2005, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών τον αθώωσε κατά πλειοψηφία.
Εξετάστηκε επίσης η ευθύνη του εισαγγελέα Ιωάννη Σακκά, ο οποίος ωστόσο απαλλάχθηκε, καθώς κρίθηκε ότι ενήργησε με γνώμονα τη διαφύλαξη της ζωής των ομήρων.
Παράλληλα, η οικογένεια Γκινάκη προσέφυγε κατά του Δημοσίου ζητώντας αποζημίωση 700 εκατομμυρίων δραχμών, ενώ ο οδηγός του Βασιλόπουλου, Γιώργος Παλιούρας, που ακρωτηριάστηκε από την έκρηξη, κέρδισε αποζημίωση 300.000 ευρώ για ηθική βλάβη από το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών.
Η υπόθεση της ταινίας – Στους κινηματογράφους στις 19 Μαρτίου
Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Sherif Francis στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του και το σενάριο ο ίδιος από κοινού με την Κατερίνα Μπέη.
Το καστ αποτελείται από τους Ορφέα Αυγουστίδη, Μαρία Ναυπλιώτου, Γιώργο Μπένο, Δημήτρη Λάλο, Ρένια Λουιζίδου, Νίκο Ψαρρά, Ερρίκο Λίτση, Καλλιόπη Χάσκα, Γιάννη Καράμπαμπα, Βασίλη Ρίσβα, Πολύδωρο Βογιατζή, Θοδωρή Σκυφτούλη, Ράσμη Τσόπελα.
H ταινία, η οποία θα βγει στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 19 Μαρτίου μας μεταφέρει στην Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2000. Μια κλοπή όπλων από ένα στρατόπεδο. Ένας γνωστός εγκληματίας κρατάει όμηρο μια οικογένεια στο Παγκράτι και απειλεί να την ανατινάξει αν δεν εμφανιστεί ζωντανά στην τηλεόραση.
Ένα τηλεοπτικό κανάλι σε αναβρασμό και την αστυνομία να κοιτάζει έναν δραπέτη να την εκθέτει για πολλοστή φορά. Όλοι τους νήματα σε έναν ιστό που κάποιοι υφαίνουν στο παρασκήνιο. Μια ταινία μυθοπλασίας εμπνευσμένη από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά.
Με πληροφορίες από: OneMan, Gazzetta, Wikipedia















