Το συγκινητικό αντίο του Άγγελου Παπαδημητρίου στη Μάρω Κοντού με φόντο την οικία Κοκοβίκου
Μία λέξη, δύο εικόνες, πολλά συναισθήματα
Με μία λέξη και δύο εικόνες που γεννούν πολλά συναισθήματα ο Άγγελος Παπαδημητρίου αποχαιρέτησε τη Μάρω Κοντού, την αγαπημένη ηθοποιό, που έφυγε από τη ζωή στα 92 της χρόνια.
Στην ανάρτησή του ο Άγγελος Παπαδημητρίου «τοποθέτησε» τη Μάρω Κοντού ως «Ελένη Κοκοβίκου» στο σπίτι της πασίγνωστης και πολυαγαπημένης ελληνικής κινηματογραφικής ταινίας.
Η «οικία Κοκοβίκου» διασώζεται μέχρι και σήμερα στην περιοχή της Πλάκας.
Πρόκειται για το πιο χαρακτηριστικό σπίτι-ενθύμιο του ελληνικού κινηματογράφου στην οδό Τριπόδων 32, τον παλαιότερο δρόμο της Αθήνας.
Στη σκιά της Ακρόπολης, έγινε η «φωλίτσα» του Αντωνάκη και της Ελενίτσας, του Γιώργου Κωνσταντίνου και της Μάρως Κοντού δηλαδή. Για τις ανάγκες της ταινίας, η αυλή μετατράπηκε σε πλατό και το νεοκλασικό διώροφο που χτίστηκε στα 1800 ως στέγη της τουρκικής στρατιωτικής διοίκησης γέμισε κόσμο.
Μέχρι σήμερα, διατηρείται ακόμα ο γαλάζιος σκελετός του και η χαρακτηριστική μακριά σκάλα, ωστόσο είναι ακατάλληλο προς επίσκεψη εξαιτίας των ανασκαφών που έφεραν στο φως αρχαιολογικά ευρήματα.
Το σπίτι απαλλοτριώθηκε το 1979 για αρχαιολογικούς σκοπούς. Λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα του, χαρακτηρίστηκε το 1995 ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το υπουργείο Πολιτισμού και δύο χρόνια αργότερα παραχωρήθηκε η χρήση του στην ΕΣΗΕΑ.
Στις αρχές του 2000 ξεκίνησαν ανασκαφές στην αυλή και στο εσωτερικό του που αποκάλυψαν αρκετά ευρήματα από την κλασική εποχή αλλά και το Βυζάντιο. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο του 2014 ανακοινώθηκε η απόφαση εκποίησής του στο πλαίσιο αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας μέσω του ΤΑΙΠΕΔ. Η τιμή εκκίνησής του στον διαγωνισμό είχε οριστεί στα 900.000 ευρώ, ένα υψηλό ποσό για τα 411,37 τετραγωνικά του οικοπέδου και τα 266 τετραγωνικά του κτίσματος.
Μετά τις αντιδράσεις που προκάλεσε η είδηση της εκποίησης, δεν εμφανίστηκε καμία προσφορά εξαγοράς του στην ηλεκτρονική δημοπρασία και παραμένει μέχρι σήμερα αναξιοποίητο.

Το Υπουργείο Πολιτισμού στο πλαίσιο της πολιτικής του για τη δημιουργία πολιτιστικών πυρήνων στο κέντρο της Αθήνας, προχωρά στην αποκατάσταση του κτηρίου, επί της οδού Τριπόδων 32, της γνωστής «οικίας Κοκοβίκου», στην Πλάκα και τη μετατροπή της σε πολιτιστικό χώρο.
Το κτήριο, σε ερειπιώδη κατάσταση σήμερα, έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο με τον περιβάλλοντα χώρο του, διότι αποτελεί εξαιρετικό δείγμα Αθηναϊκού σπιτιού, ενώ η διάσωσή του συμβάλλει στην ιστορία της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής.
Οι μελέτες για την αποκατάσταση του κτηρίου και του περιβάλλοντος χώρου του εκπονήθηκαν με πόρους του Υπουργείου Πολιτισμού. Το έργο χρηματοδοτείται από το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα της Αττικής- ΕΣΠΑ 2021-2027 με 1.700.000 ευρώ.
Σύμφωνα με την εγκριθείσα μελέτη, αποκαθίσταται η ιστορική εικόνα του κτηρίου, αναδεικνύεται ο μνημειακός του χαρακτήρας, ενώ διασφαλίζεται η καθολική προσβασιμότητα.
Εκτελούνται εργασίες αποκατάστασης του κελύφους και ανασύστασης του κυρίως προσκτίσματος–συνοδού διώροφου κτηρίου, ώστε να αποκατασταθεί η τυπολογία της Αθηναϊκής αυλής, συνδυαστικά με την διαχείριση του μετώπου της οδού Τριπόδων, καθώς και της λειτουργικής αναβάθμισης του κτηρίου για τη νέα του χρήση.
Ταυτόχρονα, συντηρούνται τα αρχαία αρχιτεκτονικά λείψανα που έχουν εντοπισθεί στο εσωτερικό του κτηρίου και στον αύλειο χώρο του, ενώ παράλληλα, διασφαλίζεται η απρόσκοπτη θέασή τους.
Το κτήριο, συνολικής επιφανείας 266 τ.μ., είναι τριώροφο με ξύλινο συνεχές χαγιάτι, σε όλες τις στάθμες, ανταποκρινόμενο στα πρότυπα της πρώιμης οθωνικής περιόδου. Αποτελεί μέρος συγκροτήματος με άλλοτε συνοδά κτήρια και εσωτερική αυλή, τυπολογία που επικράτησε στα χρόνια της Οθωμανοκρατίας, στην Πλάκα. Η παρουσία του κυρίως κτηρίου μαζί με τα προσκτίσματά του, τεκμηριώνεται την περίοδο 1836-1837.
Αποτελεί παλίμψηστο λόγω της παρουσίας σωζόμενων ορατών αρχαιοτήτων, σε στάθμη χαμηλότερη από το δάπεδο του ισογείου, τόσο εντός του κτηρίου στην κατώτερη στάθμη του, όσο και στον άλλοτε αύλειο χώρο. Έχει δεχτεί σειρά επεμβάσεων και τροποποιήσεων λόγω μεταλλαγής του αύλειου χώρου του (καθαιρέσεις συνοδών κτισμάτων και μανδρότοιχου), διενέργειας ανασκαφικής έρευνας σε ολόκληρο σχεδόν τον χώρο και στο εσωτερικό του κτηρίου, και συνολικής επισκευής.
Η γυνή να φοβήται τον άνδρα
Είναι μια από τις πιο επιτυχημένες ταινίες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, με πλήθος αναφορών στη ζωή και στα προβλήματα της μικροαστικής τάξης στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Η ταινία είναι κινηματογραφική μεταφορά της ομώνυμης θεατρικής παράστασης που είχε πρωταγωνιστή τον Βασίλη Λογοθετίδη.
Μάρω Κοντού και Γιώργος Κωνσταντίνου άφησαν εποχή με τους ρόλους της Ελενίτσας και του Αντωνάκη.
Η ταινία θίγει, αρχικά, το πρόβλημα της μεταλλασσόμενης Αθήνας. Μαζί με αυτό, όμως, άμεσα και ξεκάθαρα, παρουσιάζει τα προβλήματα των ανθρωπίνων σχέσεων και τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Το ζευγάρι του Γιώργου Τζαβέλλα είναι χαρακτηριστικό της εποχής και των νέων ηθών, που ξεπερνάει με αγώνα τις δυσκολίες της συμβίωσης και το πετυχαίνει.
Επίσης, είναι η τελευταία ταινία που σκηνοθέτησε ο σπουδαίος Έλληνας σκηνοθέτης, Γιώργος Τζαβέλλας.

