Αναζητώντας την πεταλούδα στα «Εφήμερα» του Σωκράτη Μάλαμα
Το νέο άλμπουμ, οι συνεργασίες και τα 9 τραγούδια: για όσους ακόμα πιστεύουν ότι η μοναξιά εξημερώνεται
Μια πεταλούδα εφήμερη. Η ζωή της διαρκεί μια μέρα, και πότε πότε με επέκταση, λίγες ώρες ή ακόμη και λίγες μέρες.
Σημαντικό το πού – καθώς εξαιτίας αυτού, του τόπου δηλαδή, της πόλης στην προκειμένη – μπορεί η ματαιότητα των πρόσκαιρων να μεγεθυνθεί.
Μια πεταλούδα λοιπόν, με φτερά στο χρώμα τ’ ουρανού. Αυτού που πρόκειται πολύ σύντομα να ξεχάσουμε, καιροφυλαχτεί στο συρματόπλεγμα επάνω.
Και ενώ εμπρός από τις άχαρες οικοδομές – εκείνης τα φτερά εξακολουθούν να φωτίζονται από τις ακτίνες του ηλίου, τονίζοντας τις λεπτομέρειες της χρωματικής της παλέτας.
Κάπως σαν το κόκκινο του πάθους, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, να είναι αυτό που φλέγεται. Ώστε με τη σειρά του, να παραδοθεί στο λευκό της αθωότητας.
Στην κορυφή των πάντων.
Ή τουλάχιστον στο τελευταίο περίγραμμα που καμπυλώνει τα φτερά της.
Αυτές είναι οι μέρες που διανύουμε – κι αυτές είναι που αποτυπώνονται στο καινούργιο άλμπουμ, «Εφήμερα», του Σωκράτη Μάλαμα.
Με μικρά γράμματα γιατί έτσι αναγράφεται, στο όσο το βλέπεις, όλο και πιο όμορφο, artwork του Φίλιππου Κοκκαλιάρη που κοσμεί τη συλλογή των 9 τραγουδιών.
Αυτή η πεταλούδα, προσγειώνεται στο Παράσημο, ένα τραγούδι-ωδή, το πρώτο και αφιερωμένο στον Περικλή Κοροβέση.
Στην κορυφή αυτής της εύθραυστης διαδρομής η γραφή της Φωτεινής Λαμπρίδη γίνεται ένας φωτεινός καθρέφτης. Κι ενώ μοιάζει να εξιστορεί τη συνάντησή τους σε έναν καφενέ απο τα παλιά, εκεί όπου συζητιούνται τα μικρά και τα μεγάλα θέματα που απασχολούν τους ανήσυχους, παρεμβαίνει το «εκ των υστέρων»: Το εξομολογητικό απόσταγμα για αυτούς που έπαψαν να βρίσκονται, φυσικά, εδώ.
Το παράσημο, λοιπόν, το έχει όποιος έχει αγαπήσει γράφει η Φωτεινή, ενώσω εύστοχα σημειώνει ο Πάνος Δημητρούδης στην “Εποχή” ότι ο Περικλής Κοροβέσης το φέρει εις διπλούν, γιατί αγαπήθηκε εξίσου βαθιά.
Κι αυτό μπορεί κανείς να το διακρίνει από τα λόγια της στιχουργού:
«Ένα τραγούδι για τον Περικλή Κοροβέση είναι το ελάχιστο που θα μπορούσα να κάνω για να τιμήσω τη φιλία μας, τη μνήμη του, αυτόν τον σπάνιο κόσμο που ο ίδιος ήταν. Βγήκε ξαφνικά σαν χείμαρρος, γιατί έτσι κάνουμε τα μνημόσυνα μας με τραγούδι και κρασί και καλούμε και τον Λοΐζο, τον Βαμβακάρη, τον Μπρασένς. Σε έναν κόσμο που ζέχνει από Φραπέδες, ας έχουμε το βλέμμα στις πηγές που έχουν πάντα νερό. Ευχαριστώ Σωκράτη που το ένιωσες».
Ορχηστρικά, το κομμάτι είναι απλό – κι όπως μου έχει πει ένας πολύ καλός μου φίλος, μουσικός, έτσι είναι αυτά.
Ένα τραγούδι δεν χρειάζεται πολλά πολλά, κι όταν να μπορεί να σταθεί από μια φωνή και μια κιθάρα; τότε πρόκειται για ένα όμορφο τραγούδι.
Θυμίζει συνειρμικά, το τραγούδι «Στη ρωγμή του χρόνου» και συγκεκριμένα αυτή την εκτέλεση του 1983, όταν Ρασούλης και Παπάζογλου στέκονται αντίκρι για να πουν – πως παρόλα αυτά εγώ «θα αναστηθώ».
Για τον Δημήτρη Μπάκουλη, δεν ήταν άλλη μια μέρα όπως όλες (μετά την τρίτη δισκογραφική του εργασία «η άνθρωπος») αφού άξαφνα ο άλλος, μουσικός αυτή τη φορά, άνθρωπος – που κατάφερε να τον μετακινήσει μέσα από “τα πάγιά” του – τον κάλεσε τηλεφωνικά ώστε να συμμετάσχει στην δισκογραφική δουλειά που ετοιμάζει.
Τελικώς, όπως αναφέρει και ο ίδιος στην ανάρτηση του, απο το ένα ντουέτο κατάληξε να τον συνοδεύσει σε άλλα τρία κομμάτια.
Το «Ένα Παιδί» (στίχοι Οδυσσέα Ιωάννου) ξεκινά με μια παιχνιδιάρικη διάθεση από τα πνευστά, συστήνοντάς μας εκείνο το εσωτερικό παιδί που ανθίσταται στον χρόνο, ακόμα κι όταν οι συνθήκες λειτουργούν αντίρροπα, απειλώντας το όνειρο με αφανισμό. Η παρουσία του Δημήτρη Μπάκουλη εδώ δίνει στο κομμάτι την απαραίτητη καταλυτική ορμή.
Η φωνή του Μπάκουλη, δωρική και ταυτόχρονα ορμητική, συνδέεται αρμονικά στις διφωνίες χωρίς ωστόσο να περιοριστεί στον ρόλο της συνοδείας. Είναι λες και ανοίγει έναν ουσιαστικό διάλογο γενεών.
Είναι η στιγμή που το “πριν” παραχωρεί ζωτικό χώρο στο “μετά”, ώστε να διεκδικήσουν μαζί το αυτονόητο δικαίωμα στην αθωότητα.
Αν το Παράσημο αποτελεί την δικαίωση της μνήμης, τότε το Ένα Παιδί είναι η ζωντανή δικαίωση ενός παρόντος που επιμένει να ονειρεύεται.
Το επόμενο κομμάτι, φέρει τον τίτλο «Όταν Λείπεις» και τους στίχους υπογράφει η Κλέλια Ρένεση. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό σημείο, ως αναφορά και μόνο στο άλμπουμ, καθώς προκαλέι έναν αιφνιδιασμό από πλευράς ακροατή: τουλάχιστον αυτό συνέβει στη δική μου περίπτωση.
Υιοθετεί αυτή την αισθητική του Road Movie. Είναι ένας ήχος που μυρίζει σκόνη, δρόμο και μοναξιά, θυμίζοντας έντονα το storytelling του Bob Dylan ή τη μελαγχολία του Johnny Cash.
Κι αν η πεταλούδα μας ξεκίνησε από το συρματόπλεγμα της Σταδίου, στο τραγούδι «Απ’ το ποτάμι ως τη θάλασσα» τα φτερά της ανοίγουν πάνω από έναν ορίζοντα που διεκδικεί την ελευθερία του.
Εδώ, ο Γιώργος Αθανασόπουλος δανείζεται ένα σύνθημα, το μεταφράζει σε σύμβολο ώστε να υμνήσει τη φλόγα στο νερό. Ή Αλλιώς: την ανθρώπινη θέληση που αρνείται να σβήσει.
Ο Πέτρος Μάλαμας, εξαιρετικός, τραγουδά σε μια απαιτητική ενορχήστρωση (Γιάννης Δίσκος σε συνεργασία με τον Σωκράτη Μάλαμα και τους μουσικούς που συμμετείχαν) για έναν ουρανό, γυαλί θαμπό αλλά επιμένει να κρατά τη βροχή και τον ήλιο, σαν να μας λέει πως η μοναδική μας πατρίδα είναι τα γελαστά μάτια εκείνων που αγαπάμε:
Απ’ το ποτάμι ως τη θάλασσα Ο ουρανός γυαλί θαμπό Βροχή και ήλιο για χάρη σου κρατώ Το πρόσωπό σου για να δω Ο ουρανός γυαλί θαμπό
Ο δίσκος εξακολουθεί να έχει στραμμένο το βλέμμα ψηλά – αυτή τη φορά στο «Άστρο», εκεί όπου η φωνή του Σωκράτη Μάλαμα συναντάει τη μουσική και τους στίχους του Κωνσταντίνου Βήτα. Ο Κ.Β. παραχωρεί τον ιδιαίτερα, ατμοσφαιρικό του κόσμο, για εγκατοίκηση και το αποτέλεσμα είναι ένα γοητευτικό συνονθύλευμα: Δύο ανόμοια στοιχεία συνυπάρχουν, η στιβαρή ερμηνεία του Μάλαμα και η ηλεκτρονική διάθεση του Κ.Β.
Σε αυτή τη νυχτερινή διαδρομή – ηχεί σε δεύτερη φωνή ο Δημήτρης Μπάκουλης, ενώ το βιολί του Φώτη Σιώτα, η κιθάρα του Λάμπη Κουντουρόγιαννη και το τσέλο του Νίκου Παπαϊωάννου, γεφυρώνουν την απόσταση των δύο αυτών κόσμων.
Αυτές οι «σύρματες» μελωδίες καθιστούν το μακρινό άστρο προσβάσιμο – αρκεί να υπάρχουν φωνές να το τραγουδούν και όργανα να το παίζουν.
Στο «Γύρνα πίσω», ο Μάλαμας καλεί τη Τζώρτζια Κεφαλά σε έναν μουσικό τόπο όπου οι παραδοσιακές ρίζες (traditional roots) συναντούν τη νέα εποχή (new era), χωρίς όμως να υπερτονίζει το κομμάτι με το ιδιαίτερο ροκ ηχόχρωμα της. Το κρατάει.
Η πεταλούδα στο σύρμα, που καιροφυλακτούσε στην εισαγωγή μας, είναι πλέον εδώ, παρούσα, να συμβολίζει την απουσία που γυρνάει στην αυλή. Η επιστροφή στη γη γίνεται μέσα από ένα ονειρικό (dreamy) ηχοτοπίο, αναλαμβάνει το λαούτο.
Ενώ συνεχίζει με το Εκατό Μέρες Βρέχει σε έναν πιο groov ρυθμό – η Τζώρτζια εξακολουθεί να βρίσκεται στο μικρόφωνο, μόνο που αυτή τη φορά ξεδιπλώνεται σε αυτό που τόσο πολύ της ταιριάζει, το Ροκ. Χτυπάει όντως διαφορετικά αυτό το κουπλεδάκι όταν το ακούς με τέτοιο γρέζι:
Στο δικό σου το πρέπει Ζήτησες να χωράω Στον δικό μου τον ήλιο ζήτησα πια να πάω
Πρόκειται για ένα κομμάτι σε στίχους της Κλέλιας Ρένεση και φαίνεται πως προκύπτει μια συγγένεια με το Γύρνα πίσω (παραδοσιακές ρίζες, νέα εποχή) και το Όταν λείπεις (folk). Στα φωνητικά είναι μαζί και ο Γιάννης Μάλαμας.
Κι αφού, Όσα δεν είπαμε ποτέ {…} αφήσαν μέρες γκρίζες – που γράφει ο Σωκράτης Ανδρέα Παναγιωτάτος στο «Ήσουν η Βασιλισσά μου»: αναλαμβάνει ο Σωκράτης Μάλαμας, με τη συνοδεία του Δημήτρη Μπάκουλη, την ερμηνεία, ώστε αυτά τα λόγια να ειπωθούν και να χρωματιστούν οι μέρες που έρχονται.
Για το κλείσιμο αυτού του δίσκου, ωστόσο, επιλέγω τη σιωπή. Δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά, ούτε θέλω να μαρτυρήσω το τέλος. Το άλμπουμ είναι ένα βαθιά επιμελημένο έργο που αφορά κάτι ουσιαστικό: τη σχέση. Όλα τα τραγούδια, από το πρώτο ως το τελευταίο, στρέφονται γύρω από αυτόν τον κοινό πυρήνα, υπενθυμίζοντάς μας πως η μοναξιά είναι το μόνο θεριό που δεν εξημερώνεται.
Η πεταλούδα των Εφήμερων παραμένει εκεί, στο συρματόπλεγμα, ως μια “διαρκής” υπενθύμιση.
Τα υπόλοιπα, αξίζει να τα ανακαλύψετε μόνοι σας, στην ησυχία που αφήνει πίσω της η τελευταία νότα.
