Χρήστος Παντελής: Πέθανε ο «Μανάρας», εμβληματική μορφή του λαϊκού τραγουδιού
Φτωχότερος ο κόσμος της λαϊκής μουσικής
Έφυγε από τη ζωή ο Χρήστος Παντελής, γνωστός ως Μανάρας, ένας σπουδαίος μουσικός του λαϊκού τραγουδιού.
Τη δυσάρεστη είδηση έκανε γνωστή ο Θωμάς Κοροβίνης, ο οποίος τον αποχαιρέτησε με το παρακάτω κείμενο:
Εξεμέτρησε το ζην και ο Μανάρας μας. Από τους καιρούς των μύθων βγαίνει, όχι απ’ την εποχή μας. Μείναμε λίγοι. Ελάχιστοι. Ποιοί; Όσοι προλάβαμε και ζήσαμε -και φτιάξαμε κι έναν κόσμο- στα δικά μας μέτρα και σταθμά, ως το γύρισμα του νέου αιώνα περίπου, μια Θεσσαλονίκη που αμόλησε τα γκάζια της και προ πολλού, όχι τώρα, εξέλιπε. Δε γουστάρω μνημόσυνα. Αλλά να! Για την τιμή των πραγμάτων! Τ’ ακούς, Γιώργο Χουλιάρα; Αν δεν ήσουν εσύ, δεν ανταμώναμε, και δεν σε ζούσα, ρεμπέτη μου ατόφιε, δε θα έπαιρνα αντίδωρο απ’ την αλαναρία του “Ναού, του αθάνατου μαγαζιού που έφτιαξες στην Τούμπα, και δε θα έγραφα και την “Όμορφη νύχτα”, μια ντουκαμενταρισμένη λαική μυθιστορία του ανεπανάληπτου μουσικού, ερωτιάρικου και γλεντζέδικου θιάσου της εποχής μας -“τότε που ζούσαμε”, που λέει κι ο Ασημάκης Πανσέληνος. Προς τιμήν λοιπόν του θρυλικού Ρομπέν της Χαλκιδικής και της μαγκιόρικης πενιάς, φίλου μας, Χρήστου Μανάρα, αιωνία ανάπαυση και μνήμη, αμήν!
—Ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου μου “ΟΜΟΡΦΗ ΝΥΧΤΑ”, μοναδικού βιβλίου τέτοιου ύφους στην χώρα, όπου παρελαύνει όλος ο καχπέ ντουνιάς της Σαλόνικας, μουσικοί, τραγουδιστές, ηθοποιοί, σεξοβόμβες -ως και ο “Γαμίστερ Κόσμος”
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ Ή ΜΑΝΑΡΑΣ
Όσο για το άλλο που ρώτησες, έτσι λέει ο Μανάρας. Μου τα’ χει φανερώσει εμένα. Γιατί έπαιζε μπουζούκι στο «ΜΙΝΟΥΙ» και στο παλιό της Δαγκλή και στο καινούριο της Καμάρας κι είχε με τη Λιλή αγάπες. Στο «ΜΙΝΟΥΙ» της Δαγκλή, σ’ εκείνη την υπόγα παίχτηκαν δράματα. Κι όταν, λέει, της ερχόταν να κατουρήσει, -επειδή δεν πήγαινε ποτέ στον απόπατο των μαγαζιών που δούλευε, μια και δεν τις άντεχε τις τουαλέτες, μπορεί να σιχαινόταν- έπαιρνε το Μανάρα –«πάμε, μανάρι μου» του’ λεγε, βγαίνανε έξω απ’ το μαγαζί και τ’ αμολούσε η συχωρεμένη στο σοκάκι. Ο Μανάρας τσίλιες φύλαγε, μην περάσει κανένας αδιάκριτος. -Βίος και πολιτεία ο Μανάρας. Τον έζησα λίγο στο μαγαζί. Αλλά αυτός έπαιξε τα κέρατά του. Ξέρεις την ιστορία του όλη; -Ξέρω πολλά, γιατί μου τα’ χει πει ο ίδιος. Κοίταξε, ο Χρήστος είναι απ’ τη Συκιά Χαλκιδικής. Από κει που είναι κι ο φίλος μας ο Μάλαμας. Είναι μουσικομάνα, μπουζουκομάνα αυτός ο τόπος. Τους γνωρίζω, ξέρω και τα χούγια τους, γιατί τα καλοκαίρια παραθέριζα επί σειρά ετών στην Τορώνη και στο Πόρτο Κουφό, εκεί στις απέραντες κορδελιαστές παραλίες, που τα’ χουν όλα στην κατοχή τους, στο δικό τους βιλαέτι. Αυτό το μαγευτικό κομμάτι, η μισή Σιθωνία, μια σειρά φυσικών παραδείσων με παραμυθένια ακρογιάλια, Τριστινίκα, Τορώνη, Κουφό, Καλαμίτσι, Πλατανίτσι, Καβουρότρυπες, Λιναράκι, παραλία Συκιάς, Σάρτη, Αρμενιστής, ανήκει στους Συκιώτες. Ατόφια ομορφιά, δεν αποικίστηκε απ’ τους Σαλονικιούς μικροαστίλες, γιατί δεν έχει πολλά χωριά και ευτυχώς ακόμη δεν την έκαψαν. Αλλά οι Συκιώτες, τρέλα. Σου μιλάω για μεγάλη τρέλα αυτοί οι άνθρωποι. Ζούσαν χρόνια εκεί πάνω ξεμοναχιασμένοι κι είναι μυστήριοι. Από σόι πειρατών, λένε, προέρχονται. Ο Μάλαμας μου λέει «είμαι από τη Συκιά Χαλκιδικής, ένας παλαιός των ανθρώπων, ένας παλαιάνθρωπος». Έμαθε ωραίο μπουζούκι ο Χρήστος, έφυγε νεαρός απ’ το χωριό του και επιβίωσε χάριν στο μουσικό του τάλαντο. Έπαιξε και στο εξωτερικό πολύ καιρό, στην Ευρώπη. «Ήρθε», μου’ λεγε ο Χρήστος «η Σεβάς χανούμ αυτοπροσώπως και με πήρε απ’ το χωριό με ταξί. Το’ 69 για να πάμε σ’ ένα κέντρο στη Γερμανία να κάνουμε πρόγραμμα. Εγώ παίζω γλυκό μπουζούκι και με γουστάρουνε. Παίρνω χρώματα απ’ τους παλιότερους μπουζουξήδες. Όπως ο Μπέμπης, για παράδειγμα. Όλοι μίμοι είμαστε. Όλοι παίρνουμε ο ένας απ’ τον άλλον. Δεν υπάρχει ανεπηρέαστος. Σ’ όλες τις τέχνες υπάρχει μίμηση. Ειδικά στο όργανο». -Έχει πολλά ανέκδοτα ο Χρήστος. Πολλές ιστορίες. -Πολλές και τρελές. –Έπαιξε, μου’ λεγε με τον Τσαουσάκη, τον ζήλεψα, ήταν τυχερός, τον πρόλαβε. Μέχρι το πρωί μπορεί να σου διηγείται, του κόσμου τις ιστορίες έχει να σου λέει. Ο Τσαουσάκης τον φώναζε «έλα δω, ρε γαλανό γίδι», επειδή είναι γαλανομάτης και από βουνίσιο χωριό. Θυμάμαι που παριστάνει τον Πρόδρομο, πως τραγουδούσε και πως μιλούσε.
«Ψηλό τακούνι δε φορώ, ούτε και μαντιλάκι, είμαι ένας άντρας γνήσιος και όχι κουτσαβάκι».
Ο Μανάρας έπαιξε και με τον Ιορδάνη Τσομίδη το’ 73 στο Μπέρμιχαμ. Έπαιξε με τη Βέμπο στο Λονδίνο, στην ταβέρνα «ΓΚΡΕΤΣΙΑ». -Στη Θεσσαλονίκη που έπαιξε; -Σε πολλά μαγαζιά, δεν τα ξέρω και όλα. Έπαιζε στις «ΡΙΖΕΣ», ένα λαϊκορεμπετάδικο που άνοιξε μετά τη δικτατορία και γινόταν κάθε βράδυ χαμός. Το χαρακτηριστικό του μαγαζιού αυτού ήταν ότι απαγορευόταν η σολαρία, δεν επιτρεπόταν να μπεις χωρίς ντάμα, πράγμα σπάνιο για την εποχή. Στο «ΜΙΝΟΥΙ» της Λιλής έπαιξε από το’ 86 μέχρι το’ 90. Έπειτα ξανάπαιξε τέλη της δεκαετίας του’ 90 μέχρι και το 2004 στο «ΜΙΝΟΥΙ» της Καμάρας. «Ήμουνα το παιδί που έκανε όλες τις δουλειές» λέει. Φιλότιμος άνθρωπος. Και με μια ιδιότυπη παλαβομάρα και γοητεία. -Τον θυμάμαι κατά διαστήματα στην «ΟΜΟΡΦΗ ΝΥΧΤΑ». -Στην «ΟΜΟΡΦΗ» έπαιξε το’ 87 πρώτη φορά κι από τότε κατά καιρούς μπαινόβγαινε. -Τους έχω πετύχει με το Μητρέτζη να παίζουν μαζί και ήταν καταπληκτικοί. -Με το Μητρέτζη έχει μεγάλη πλάκα που τελείωναν απ’ τα κέντρα και περίμεναν με το μπουζούκι υπό μάλης ν’ ανοίξουν τα καφενεία για να πιουν καφέ και να συνεχίσουν. Μπουζουκομανία, παιδάκι μου. Ξυπνούσαν τους μπαρμπάδες και κάνανε πρωί πρωί κατάληψη στους καφενέδες. «Δεν τους λυπόσασταν τους ανθρώπους, ρε Χρηστάρα;», ρωτούσα το Μανάρα. «Γιατί εμένα με λυπούνται; Άκου. Εγώ κι ο Μητρέτζης. Το κακό συναπάντημα. Παιδί της εκκλησίας είμαι, δε με πιάνει τίποτα. Μπουζουξήδες είμαστε, μπεκρήδες είμαστε. Ό,τι γουστάρουμε είμαστε. Τρελοί είμαστε. Αφού με το Μητρέτζο κοντέψαμε να σκοτωθούμε. Για ένα τραγούδι παλέψαμε. Για το πώς παίζεται το τραγούδι, έτσι εγώ, αλλιώς ο Μητρέτζος, δώσαμε μάχη». –Ρε, Ξένια, σου αρέσει ο μύτος του Μητρέτζου; Γιατί εμένα μ’ αρέσει. -Ε, τώρα και συ ζητάς λεπτομέρειες. –Λες εσύ λεπτομέρειες αλλά, όπως είπε ένας σοφός αρχιτέκτονας «στις λεπτομέρειες κρύβεται ο Θεός». Ο μύτος του Μητρέτζη, σήμα κατατεθέν. Δε θυμάσαι, όταν πρωτοξεκίνησαν τις παραστάσεις οι «ΑΓΑΜΟΙ ΘΥΤΑΙ», που έβγαινε ο Ιεροκλής στη σκηνή και βουτούσε τη μυταρόγκα του Μητρέτζη για καλησπέρα; -Α, τον καημένο τον άνθρωπο. –Τι καημένο; Τιμή είναι. Οι Ανατολίτες λένε «τα παλικάρια έχουν μύτη».
-ΤΟΥ ΜΑΝΑΡΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΣΤΙΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΝΗΡΟΣ “ΤΣΑΚΑΤΣΟΥΚΑΣ” ΠΟΥ ΑΚΟΥΜΕ ΕΔΩ-
