η-evi-friday-αναζητά-τη-σύνδεση-μέσα-από-τα-παρα-1480737

Μουσική

Η Evi Friday αναζητά τη σύνδεση μέσα από τα παραδοσιακά τραγούδια

Η μουσικός μιλάει στην Parallaxi με αφορμή την κυκλοφορία του πρώτου της δίσκου, «Μια Παρασκευή κι ένα Σάββατο βράδυ»

Μαρίνα Τομπάζη
Μαρίνα Τομπάζη

Εικόνες: Γιώργος Αλεξάκης

Την ημέρα της μητέρας, στις 10 Μαΐου, η Εύη Μπουτούλη, κατά κόσμον Evi Friday, «γέννησε», πατώντας το upload, τον πρώτο της δίσκο. Μάζεψε τους κοντινούς της ανθρώπους -δεν ήθελε να κάθεται μόνη της, φαινόταν κάπως άχαρο- και ακούγοντας τα τραγούδια μαζί, γιορτάσανε την κυκλοφορία του.

Μπορεί να μην ήταν «Μια Παρασκευή κι ένα Σάββατο βράδυ», όπως τιτλοφορείται το μουσικό της πρότζεκτ, για εκείνη όμως, η αίσθηση ήταν παρόμοια με τη χαρά και την ανακούφιση που φέρνει η ελευθερία αυτών των δύο ημερών, βλέποντας το πόνημά της να βγαίνει από τα όρια της δημιουργίας και να ανταμώνει με τη ψυχή των ακροατών.

Η Evi Friday παίζει μουσική από παιδί. Στην αρχή, πειραματιζόταν με την κιθάρα, συμμετέχοντας σε ροκ σχολικές μπάντες. «Μεγαλώνοντας, άφησα για λίγο καιρό τη μουσική, αλλά την έπιασα ξανά, αυτήν τη φορά με το τραγούδι. Τότε, άρχισε ένα ταξίδι εξερεύνησης της φωνής μου, μέσα κυρίως από το παραδοσιακό τραγούδι», αναφέρει.

Αφού και η ίδια κατάλαβε πως δεν πρόκειται για ένα εφήμερο ενδιαφέρον που γεμίζει απλά τις ώρες μετά το σχολείο, ακολούθησαν οι σπουδές σε Ωδείο, όπως και στο τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, εκεί όπου συνάντησε και συνεργάστηκε με πολλούς ταλαντούχους, όπως μου λέει, μουσικούς. «Είδα να μου ανοίγεται μπροστά ένας κόσμος που ήθελα να ανακαλύψω όλο και περισσότερο. Η όρεξη και το πάθος των συμφοιτητών και των καθηγητών μου με ενέπνευσε πάρα πολύ, ενώ και στο πρακτικό κομμάτι πήρα ουσιαστικές γνώσεις».

Στον πρώτο της δίσκο, η Evi Friday παρουσιάζει μια συλλογή από εννέα δημοτικά τραγούδια της ελληνικής παράδοσης που αφηγούνται την ιστορία αυτού του ταξιδιού, σε διασκευές και μουσική της ίδιας.

«Άρχισα να μελετάω τα παραδοσιακά τραγούδια, πριν περίπου οχτώ χρόνια, όταν γνώρισα κάποιους ανθρώπους που ασχολούνται με αυτό το είδος. Συμμετείχα σε ομάδες παραδοσιακού πολυφωνικού τραγουδιού, έκανα σεμινάρια και έτσι με μάγεψε ο κόσμος αυτών των τραγουδιών, οπότε αποφάσισα να τα μελετήσω παραπάνω και μόνη μου. Ξεκίνησα να πειραματίζομαι στο σπίτι μου, κάνοντας μικρές παραγωγές, φτιάχνοντας ενορχηστρώσεις ή λούπες με τη φωνή μου. Κάπως έτσι, έγιναν τα πρώτα βήματα αυτού του πρότζεκτ, βγήκε σαν μια ανάγκη να μελετάω και να παίζω, ήταν κάπως θεραπευτικό για εμένα.

Έφτιαξα έναν κόσμο εσωτερικής έκφρασης αυτών των τραγουδιών, που αντίθετα, αυτά συνήθως είναι πιο εξωστρεφή, τα τραγουδάμε έξω στα πανηγύρια, σε γλέντια, μαζί με άλλους. Αυτά τα τραγούδια έγιναν οι φίλοι μου, συνοδοιπόροι μου στο ταξίδι μελέτης της μουσικής. Όταν πριν κάποια χρόνια τα έπαιξα με μία μπάντα ζωντανά, σκέφτηκα ότι θα ήθελα κάπως να μείνουν. Να κάνω μία ηχογράφηση, να μείνει σαν έργο», εξηγεί.

Η Εύη είναι από τη Θεσσαλονίκη, μένει όμως εδώ και τρία χρόνια στη Μυτιλήνη, και όπως κάθε νέος μουσικός που δραστηριοποιείται εκτός πρωτεύουσας, προβληματίζεται με τη διαχρονική μάστιγα του αθηναϊκού συγκεντρωτισμού που ταλαιπωρεί τους καλλιτέχνες. «Είναι πολύ δύσκολο για έναν άνθρωπο της τέχνης να βιοπορίζεται εκτός Αθήνας, σε κάποιο μέρος που οι σκηνές είναι λιγότερες, άρα και οι ευκαιρίες. Μακάρι να φτάσουμε στο σημείο που να είναι εφικτό να μένουμε στις πόλεις μας. Είναι μεγάλο ζήτημα ότι οι άνθρωποι της Θεσσαλονίκης φεύγουν για την Αθήνα. Το έχω δει πολλές φορές να συμβαίνει. Είναι πραγματικά στενάχωρο να χρειάζεται να κάνεις αυτήν την εσωτερική μετανάστευση για να μπορείς να κάνεις αυτό που αγαπάς».

Και παρά το γεγονός πως τα social media βοηθούν σημαντικά τους δημιουργούς στην προβολή του έργου τους, η Εύη τονίζει πως η χρήση τους κρύβει και παγίδες, καθώς είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς μέσα στη θύελλα πληροφοριών που διακινείται διαρκώς στις οθόνες μας. «Από τη μία, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να σε ανακαλύψει κάποιος που δεν γνωρίζεις, να προκύψει μία συνεργασία, μια οποιαδήποτε σχέση με ανθρώπους που δεν είναι από τα μέρη σου.

Από την άλλη, είναι δίκοπο μαχαίρι και θέλει προσοχή η χρήση τους, ως προς τις προσδοκίες που μπορείς να έχεις από αυτά. Σου δίνουν την προσδοκία ότι μπορείς να συνδεθείς με όλον τον κόσμο, παγκόσμια. “Έχω τη μουσική μου σε όλες τις πλατφόρμες και μπορούν να με ακούσουν όλοι”, σκέφτεσαι. Στην πραγματικότητα όμως, είναι περιορισμένος ο αριθμός αυτών που σε ακούν. Το ποιος ακούει ή βλέπει τις δημοσιεύσεις σου καθορίζεται από αλγόριθμους, από διαφημιστικές καμπάνιες. Χάνεται καλή δουλειά λόγω του τεράστιου όγκου των έργων και των καλλιτεχνών. Δίνεται βέβαια, η δυνατότητα σε ανεξάρτητους καλλιτέχνες να κάνουν μόνοι τους τη δουλειά τους, χωρίς δισκογραφικές, όπως γίνονταν παλιότερα. Αυτό είναι ένα βήμα ενδυνάμωσης, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται πολύ δουλειά στο να προωθηθεί το έργο. Οπότε, ο καλλιτέχνης πρέπει να γίνει και παραγωγός και μάνατζερ, διαφημιστής, όλα. Πιστεύω πως ο καλύτερος τρόπος είναι να λειτουργούμε σε κοινότητες καλλιτεχνών και ομάδες και μέσα από την υποστήριξη που προσφέρει ο καθένας, μπορούμε να προωθήσουμε τη δουλειά μας».

Αν και για εμάς τους ακροατές, η πρόσβαση στη μουσική που θέλουμε να ακούσουμε, είναι πλέον ζήτημα ενός απλού πατήματος, για έναν μουσικό, η πορεία από τη δημιουργία έως την τελική προβολή του έργου του, είναι απαιτητική και με πολλά εμπόδια.

«Υπάρχουν πολλές πρακτικές δυσκολίες. Το δίσκο τον έκανα με έναν παλιό μου συνεργάτη, τον Πάνο Τοπαλίδη, ο οποίος έχει στούντιο στην Έδεσσα. Έκανα πολλά ταξίδια, αλλά παρά τη δυσκολία, η ανάγκη και η όρεξη μου δεν με σταμάτησε. Πήρε πολύ καιρό να τον φτιάξουμε, αλλά ίσως και αυτό να ήταν ένα κομμάτι του ταξιδιού. Σίγουρα, βέβαια, η τεχνολογία έχει βοηθήσει. Έχω κάνει ένα μικρό προσωπικό στούντιο στο σπίτι μου, οπότε έκανα μια μεγάλη προεργασία, πριν γράψουμε. Ήμουν πιο προετοιμασμένη και αυτό μας γλίτωνε χρόνο», σημειώνει, συμπληρώνοντας πως «νιώθω πολύ ευγνωμοσύνη για τα άτομα που συνεργάστηκα και το γεγονός ότι πήρα μόνη μου την πρωτοβουλία να κάνω αυτόν τον δίσκο, αλλά στην πορεία βρέθηκαν εκεί για να το κάνουν εφικτό. Για εμένα είναι πολύ σημαντικό ότι εμπνεύστηκαν και με συνόδευσαν σε αυτό το όραμά μου, που ενώ ξεκίνησε μοναχικά, τελικά ολοκληρώθηκε με παρέα».

Μιλώντας για την επιλογή των παραδοσιακών τραγουδιών, η Εύη διευκρινίζει πως «όλα έχουν ένα στοιχείο αφηγηματικό. Αφηγούνται μια ιστορία, ένα ταξίδι ανακάλυψης του εαυτού, της ταυτότητας, της αλήθειας. Έχουν υπαρξιακά στοιχεία στους στίχους και το περιεχόμενό τους και με κάποιον τρόπο αντανακλούν και τη δική μου πορεία, την οποία αναζητούσα και ακόμη αναζητώ. Δεν είναι κάτι που σταματάει αυτό».

Η ίδια παρατηρεί μάλιστα, πως οι νέοι γυρνούν στην παράδοση γιατί «αναζητούμε μια ταυτότητα, κάτι που να μας συνδέει μεταξύ μας και με τον εαυτό μας. Υπάρχει γενικότερα μια αστάθεια, μια έλλειψη πίστης προς το μέλλον, συνολικά. Το παραδοσιακό τραγούδι δίνει μια παρηγοριά, μια αίσθηση ταυτότητας. Είναι τραγούδια που τα γνωρίζουμε οι περισσότεροι, μπορούμε δηλαδή να βρεθούμε σε ένα γλέντι με άγνωστους ανθρώπους και να τα τραγουδήσουμε όλοι μαζί, χωρίς να έχουμε ξαναβρεθεί, χωρίς να έχουμε συνεννοηθεί.

Επίσης πιστεύω, όπως ανέφερα και πριν, πως οι στίχοι αγγίζουν τους νέους, γιατί παρόλο που είναι -ας πούμε- σε μια γλώσσα λίγο πιο παλιά γραμμένη, έχουν μια απλότητα και μια λιτότητα που ταυτόχρονα κρύβουν και έναν τεράστιο πλούτο. Δίνουν πολύ μεγάλο βάθος, μιλούν για θέματα υπαρξιακά, για τη ζωή, το θάνατο, την αγάπη».

Πέρα όμως από μουσικός, τα πρωινά, η Εύη είναι δασκάλα σε Δημοτικό. Οι μαθητές της, όπως μου φανερώνει, ανακάλυψαν τον δίσκο της μέσω των social media. «Χάρηκαν πάρα πολύ. Είναι κάπως συγκινητικό για εμένα, γιατί με είδαν με ένα διαφορετικό τρόπο από ό,τι συνήθως. Η αλήθεια είναι ότι φοβόμουν για το πώς μπορεί να φανεί να έχω και έναν άλλο ρόλο, πέρα από αυτόν που έχω στο σχολείο, αλλά νιώθω πως ίσως και αυτό να είναι ένα παράδειγμα του να μάθεις σε άλλους ανθρώπους, είτε είναι μαθητές, είτε καλλιτέχνες, είτε οποιοσδήποτε που ψάχνει το δρόμο του, ότι με επιμονή μπορείς να πετύχεις αυτό που θέλεις», προσθέτει, αποκαλύπτοντας στη συνέχεια πως αυτό το διάστημα πειραματίζεται να γράψει δικά της τραγούδια, ενώ πραγματοποιεί και συναυλίες.

Για την Εύη θα έμοιαζε με όνειρο αν κάποιος που ψάχνει μια σύνδεση, τη βρει μέσα από τη μουσική της. «Θα ήταν τεράστια ικανοποίηση. Και εγώ έψαχνα και ακόμη ψάχνω αυτήν τη σύνδεση. Αυτό το βίωσα μάλιστα στην παρουσίαση του δίσκου στη Θεσσαλονίκη, όταν άνθρωποι από όλες τις φάσεις της ζωής μου, αλλά και άγνωστοι, γέμισαν την αίθουσα. Είχα μείνει άναυδη, “όλοι αυτοί ήρθαν για εμένα και τη μουσική μου; Κοίτα να δεις τελικά, αυτό που εμένα με κινητοποίησε, μου έκανε παρέα, αγγίζει και άλλους ανθρώπους».

Ακούστε το δίσκο της Evi Friday, «Μια Παρασκευή κι Ένα Σάββατο Βράδυ» εδώ:

Συντελεστές

Διασκευές, ενορχηστρώσεις, επιμέλεια παραγωγής, τραγούδι, πλήκτρα: Εύη Μπουτούλη/Evi Friday | Παραγωγός: Πάνος Τοπαλίδης | Ηλεκτρική κιθάρα: Παύλος Κλεώπας | Κρουστά (2, 6, 9): Φοίβος Αποστολίδης | Φωνητικό σύνολο Fractals (7): Παρθενόπη Πανίδου, Στέλλα Μούρνου, Μυρσίνη Γαλετσέλη, Μαρίζα Βαμβουκλή, Εύη Μπουτούλη | Μίξη & Mastering: Πάρης Παρασίδης | Φωτογραφία εξωφύλλου: Γιώργος Αλεξάκης | Design: Χάρης Κοτσόγλου

Η ηχογράφηση της φωνής και η παραγωγή, πραγματοποιήθηκαν στο BullStr. Productions Studio. H ηχογράφηση της ηλεκτρικής κιθάρας και των κρουστών πραγματοποιήθηκαν στο Blueberry Productions Co. H ηχογράφηση των φωνών της Παγωνούδας πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, στη Μυτιλήνη, με ηχοληψία από τον Αλέξανδρο Σπάθη. Εταιρεία Παραγωγής: Bullstr. Productions Studio.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα