Η μουσική και η ποίηση του Capette βρίσκουν καταφύγιο σε μοναξιές και ανεκπλήρωτους έρωτες
Έναν χρόνο μετά το υπέροχο «Trauma Dump» και την κάθοδο του στην Αθήνα, ο μουσικός μιλάει στην Parallaxi για μουσική, θέατρο, έρωτες και νέα τραγούδια
Έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του «Trauma Dump», ο capétte που άφησε μετά από χρόνια τη Θεσσαλονίκη για τα “μάτια” της… Αθήνας, μιλάει για τον δίσκο που μοιάζει ταυτόχρονα με μουσικό άλμπουμ, θεατρικό μονόλογο, απόσπασμα ημερολογίου και προσωπική συνεδρία αυτοεξομολόγησης. Το έργο του είναι ένα γράμμα ή μάλλον, η ανάγκη ενός γράμματος προς έναν καλοκαιρινό έρωτα.
Ένα γράμμα που πρωτίστως υπηρετεί εκείνον που το στέλνει και που τελικά βρίσκει τη μορφή του μέσα από ηλεκτρονικά μπάσα, χτύπους τουμπερλεκιών, έντεχνες γραμμές και ωμή ηχητική φασαρία. Το «Trauma Dump», αποτελεί τη στιγμή όπου η τραυματική μνήμη παύει να είναι μυστικό και γι’ αυτό μόνο ο ίδιος ο δημιουργός του μπορεί να μιλήσει.
Ο δίσκος φλερτάρει διαρκώς με το θέατρο και ο capétte μιλάει σαν ηθοποιός που παραδέχεται τα πάντα στο σκοτάδι της σκηνής, χωρίς να υπολογίζει ποιος ακούει. Η queer ρευστότητα που τον διατρέχει ανοίγει χώρο για μια ευαλωτότητα που δεν απολογείται. Παρά τη λυρική του πηγή, το «Trauma Dump» είναι ένα ξεκάθαρα συλλογικό έργο. Μέσα από πέντε κεφάλαια και δέκα κομμάτια, ο Capétte μετατρέπει το προσωπικό βίωμα σε κοινό τόπο, χρησιμοποιώντας τον queer avant-pop ήχο ως όχημα για να μιλήσει για επιθυμία, ευαλωτότητα, απώλεια και ταυτότητα. Οι εικόνες που δημιουργεί, σαν πολαρόιντ που ξεβάφουν και ξαναγράφονται, συνομιλούν με μια νέα γενιά ακροατών που αναζητά την αλήθεια όχι στην τελειότητα, αλλά στην εξομολόγηση.
Ο καλλιτέχνης από τη Θεσσαλονίκη, που συνδυάζει ποίηση και ηλεκτρονική μουσική χτίζοντας κόσμους όπου η εσωτερικότητα αποκτά ρυθμό και σώμα, έχει ήδη ξεχωρίσει από το 2020 με το ντεμπούτο του «Electra» και το ενδιάμεσο EP με διασκευές σε Βαμβακάρη, Γκρέκα, Μένδρη Κάκια και Ζώρα. Το 2021 ακολούθησε το «Moscau», εμπνευσμένο από τις Τρεις Αδελφές του Τσέχωφ, με συμμετοχές της Nalyssa Green, της VASSIŁINA και του Kristof, δείχνοντας από νωρίς τη στιχουργική του στόφα.
Αυτή την περίοδο ανεβαίνει στη θεατρική σκηνή του Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας για το έργο «Η Μονίκ Δραπετεύει» του Εντουάρντ Λουί, παίζοντας μουσική ζωντανά δίπλα στην Θέμις Μπαζάκα και τον Δημήτρη Φουρλή, κι ενώ ετοιμάζει ήδη το επόμενο άλμπουμ του, ο Capétte μιλάει στην Parallaxi!
Θα ήθελα ξεκινώντας να μάθω περισσότερα για σένα – Ήταν πάντα στις προτεραιότητες σου η μουσική;
Σίγουρα ήταν πάντα στη ζωή μου. Προτεραιότητα δε θα έλεγα ότι ήταν και άργησα πολύ να αναγνωρίσω το ενδεχόμενο η μουσική να μονοπωλήσει τη ζωή μου. Ήταν πάντα ένα μέσο που επέλεγα για να εκτονώνω τη δημιουργικότητά μου, γιατί τραγουδούσαμε στο σπίτι και είχα αναπτύξει μουσικές δεξιότητες (έκανα κιθάρα, πιάνο, θεωρητικά κλπ.). Αυτή τη γλώσσα έμαθα, αυτήν χρησιμοποιούσα. Δεν είμαι κολλημένος με τη μουσική. Σημασία έχει να θέλεις να πεις ιστορίες. Η μουσική απλώς μου παρείχε τα εργαλεία για να το κάνω. Εντάξει, είμαι και αρκετά «συμβατός» με τη μουσική. Την καταλάβαινα πάντα πολύ καλά, έχω και απόλυτο αυτί, ακούω νότες συνέχεια. Μου είναι οικεία. Θα ήταν δύσκολο να μην επιλέξω αυτήν την οικειότητα.
Περνώντας ένας χρόνος από την κυκλοφορία του «Trauma Dump», τι έχει αλλάξει σε εσένα συναισθηματικά και καλλιτεχνικά;
Νιώθω πως μεγάλωσα πολύ απότομα αυτό το χρονικό διάστημα. Θεωρώ το «Trauma Dump» τον πρώτο δίσκο της-πραγματικά-ενήλικης ζωής μου. Μου έφυγε η ανάγκη για προκλητικότητα και βρήκα τον ήχο μου, την απεύθυνσή μου. Μετά την κυκλοφορία του σταμάτησα να προσπαθώ να επιδιώκω ένα «δείτε με» και ενδιαφέρομαι περισσότερο για το «ακούστε με». Έχω συστηθεί καλλιτεχνικά και τώρα μπορώ να γράφω για να ανακαλύπτω περισσότερο τον εαυτό μου απενοχοποιημένα. Μεγαλώνοντας μαθαίνω οτι η μουσική θα είναι πάντα μαζί μου σε μια ιδιωτική σχέση εντός του δωματίου μου και πρέπει να αγαπώ τις διαδικασίες μας χωρίς να συνυπολογίζω διαρκώς τη σχέση μου με τον κόσμο. Δεν είναι μόνο η έκθεση. Είναι και η στιγμή που είμαι μόνος μου με τη μουσική. Τώρα ειδικά που μετακόμισα στην Αθήνα, έχω περάσει πολλές μοναχικές στιγμές. Ο κόσμος δεν είναι εκεί. Εκτίθεμαι μόνο στη μουσική μου και εκείνη σε μένα.
Βλέποντας από σχεδόν μακριά πια τη Θεσσαλονίκη, τι ήταν αυτό που σε κρατούσε εκεί και τι ήταν αυτό που σε κάνει να αναζητάς αλλού εκφράσεις, όπως στην Αθήνα τώρα;
Τη Θεσσαλονίκη την αγαπώ. Είναι το σπίτι μου. Εκεί είναι οι φίλες μου, η οικογένειά μου, οι αναμνήσεις μου όλες και κάθε τι που θεωρώ οικείο. Αυτά με κρατούσαν. Είχα και μια σταθερή δουλειά ως DJ και μπορούσα να αφήσω τα κόκαλά μου εκεί, θα έλεγε κανείς. Σίγουρα άρχισα να νιώθω μεγάλος σε αυτήν την πόλη. Όλα τα μέρη που πήγαινα ήταν πια κατειλημμένα από νεότερα παιδιά και άνοιγαν συνέχεια gentrified μαγαζιά που άλλαζαν εντελώς το τοπίο και την κουλτούρα. Μας πήραν και όλους τους αυτοοργανωμένους χώρους και τους κάνανε Airbnb. Δεν μπορούσα στα 25 μου να είμαι αυτός που θυμάται τα καλά χρόνια της Θεσσαλονίκης. Ήθελα να αισθάνομαι όσο μικρός είμαι. Επίσης πιστεύω θα έμενα επαγγελματικά στάσιμος αν έμενα. Υπάρχει φοβερός τοπικισμός στην Αθήνα. Αν δεν μένεις εκεί, να πίνεις ποτά στα ίδια μέρη, να σε βλέπουν και να σε αναγνωρίζουν στην κοινότητά τους, δεν σε σκέφτονται καν για πράγματα, ακόμη κι αν σε εκτιμούν ως καλλιτέχνη. Εγώ ξέρω ότι έχω χάσει πολλές προτάσεις μόνο και μόνο επειδή δεν ήθελαν να μπουν στη συζήτηση για μεταφορικά έξοδα (τότε έδινα 40 ευρώ πήγαινε-έλα με το ΚΤΕΛ). Αποφάσισα να κατέβω. Εδώ κατάλαβα ότι ειδικά στο θέατρο, ό,τι έχει κάνει κανείς στη Θεσσαλονίκη, απλώς δεν μετράει για την Αθήνα. Με το Γιάννη Διδασκάλου έχουμε κάνει μαζί νομίζω γύρω στις 5 παραστάσεις με διακρίσεις, μάλιστα, και στο εξωτερικό. Στην Αθήνα θεωρούν ότι η πρώτη μου «σοβαρή» (δηλαδή αθηναϊκή) δουλειά που κάνω είναι η παράσταση που τρέχουμε τώρα. Υπάρχει πάρα πολλή τέχνη στη Θεσσαλονίκη. Πολύ καλή, επίσης. Μόνο στις διπλωματικές του τμήματος Θεάτρου να πας, θα δεις πολλές παραστάσεις καλύτερες από άλλες «επαγγελματικές» στην Αθήνα. Είμαι σίγουρος ότι θα γνωρίσω πολύ ωραίους ανθρώπους (που ήδη γνωρίζω) και θα δω και θα κάνω πολύ όμορφα πράγματα σε αυτήν την πόλη. Αλλά δε θέλω να ξεχάσω το πρώτο μέρος και τους πρώτους ανθρώπους που μου έδωσαν χώρο να μιλήσω.
Τι σε έκανε να δεχτείς μία τέτοια πρόταση όπως αυτή φέτος στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας;
Είμαι στο έργο «Η Μονίκ Δραπετεύει», βασισμένο στο βιβλίο του Εντουάρ Λουί. Εντελώς απροσδόκητα ήρθε σε επικοινωνία μαζί μου ο σκηνοθέτης Γιώργος Σουλεϊμάν για να μου προτείνει να αναλάβω τη μουσική στην παράστασή του. Δεν ήξερε ότι εγώ ήδη έκανα μουσική για θέατρο τα τελευταία 3 χρόνια ή ότι ούτως ή άλλως θα μετακόμιζα στην Αθήνα. Όλα έγιναν εντελώς καρμικά για να είμαστε μαζί από τον Αύγουστο με τη Θέμις Μπαζάκα και το Δημήτρη Φουρλή και να προβάρουμε την παράσταση. Ήταν μια πολύ ωραία ιδέα και έχει εξαιρετικούς συντελεστές. Ο Γιώργος υπήρξε πολύ γλυκός και είχε πολύ μεγάλη ανάγκη να κάνει αυτήν την παράσταση. Φυσικά θα δεχόμουν. Εκεί κάνω ένα live on stage και έχω κάνει την πρωτότυπη μουσική και επιμέλεια. Εκτός αυτού έχω και έναν side ρόλο που έχω απολαύσει πολύ, γιατί η υποκριτική είναι εντελώς μέσα στις προθέσεις μου και δεν θα είχα καλύτερο τρόπο να την ξεκινήσω.
Από το one man show σε μία σκηνοθετημένη παράσταση με άλλους, νιώθεις να χάνεται κάπως η ελευθερία και ο αυθορμητισμός του καλλιτέχνη ή είναι κάτι άλλο που έμαθες να το να το μετωπίζεις τελικά;
Είναι δύο τελείως διαφορετικές συνθήκες. Έχω κάνει αρκετές παραστάσεις μέχρι τώρα και κυρίως σε συνεργασία με το σκηνοθέτη Γιάννη Διδασκάλου στη Θεσσαλονίκη και μέσα από αυτές έμαθα ότι εκεί πρωταγωνιστικό ρόλο έχει το κείμενο, το σώμα κλπ. Εγώ μουσικά μπορώ να δημιουργήσω χωρίς να υποτιμώ το ρόλο μου, αλλά πάντα σκεπτόμενος αυτό που βοηθάει τη σκηνή. Και στη μουσική μου αυτό κάνω. Είπαμε, η μουσική είναι μέσο για να πεις μια ιστορία. Η ιστορία πρωταγωνιστεί πάντα. Σίγουρα πρέπει να περιορίσω τις τάσεις μου για να προσαρμοστώ στις ανάγκες της σκηνής, αλλά ούτως ή άλλως δεν πιστεύω ιδιαίτερα σε αυτήν την ελευθερία και τον αυθορμητισμό. Αν ξέρεις μουσική, ξέρεις τι πας να κατασκευάσεις. Αν το φανταστείς ξέρεις πώς ακούγεται, ξέρεις να το αναλύεις και να το τοποθετείς κάπου στη μουσική ανάλυση και ιστορία. Δεν εντυπωσιάζεσαι από αυθόρμητες κινήσεις σου. Το απομυθοποιείς. Τώρα, αν θέλω να κάνω κάτι και δεν χωράει στην παράσταση, πάλι καλά καμία ιδέα δεν πεθαίνει. Μπορώ να την αξιοποιήσω για άλλα μελλοντικά project.
Τόσο με το θέατρο όσο και με τα τραγούδια σου μπορεί να περιγράφεις ιστορίες ανθρώπων ή ακόμα και δικές σου. Αυτό τι σου προσφέρει ως καλλιτέχνη αλλά και ως άνθρωπο;
Μου αρέσει να λέω ιστορίες. Έχω βρει μεγάλη παρηγοριά στην αφήγηση και νιώθω ότι είναι το μόνο πράγμα που μας συνδέει με τις αναμνήσεις μας. Στην εποχή της πληροφορίας, όπου μπορείς να μιλήσεις για κάτι που συνέβη δείχνοντας ένα ντοκουμέντο, βίντεο και πολλά αδιαπραγμάτευτα μέσα, έχουμε ξεχάσει την αξία της υποκειμενικότητας. Δεν έχει σημασία το γεγονός, αλλά πώς υπήρχε ο αφηγητής μέσα στο γεγονός. Πώς ένιωσε; Σε ποια πράγματα έδωσε βαρύτητα και ποια δεν θεώρησε σημαντικό να αναφέρει καν; Η υποκειμενικότητα της αφήγησης δίνει στις ιστορίες μας λόγο να τις ακούμε ξανά και ξανά. Είναι, άλλωστε, και ο λόγος που αποφασίζουμε να τις λέμε. Όταν η γιαγιά σου σού λέει για μια ιστορία από τον πόλεμο δεν έχει πρόθεση να σε ενημερώσει, ούτε να συμπληρώσει κάποιο κενό της παγκόσμιας ιστορίας που θα αποδειχθεί αποκαλυπτικό. Προσφέρει τον εαυτό της μέσα σε μια συλλογική ανάμνηση και σου μιλάει για εκείνη. Για μένα οι ιστορίες μου είναι το μόνο που με συνδέει με τον εαυτό μου και αυτό που έχω γίνει. Το πιο ειλικρινές καλλιτεχνικό αντικείμενο που έχω να προσφέρω.
Επιστρέφοντας στο «Trauma Dump» και ακούγοντας το σήμερα εσύ, νιώθεις όπως τότε που το έγραφες; – Είναι η μουσική κάτι που μας θεραπεύει ή μας βοηθά έστω να προχωρήσουμε ή παραμένει εκεί ίδια σαν άλμπουμ φωτογραφιών που μετά από καιρό απλά κοιτάς χωρίς να νιώθεις τίποτα;
Εγώ σίγουρα χρειάστηκα αυτόν τον δίσκο για να προχωρήσω. Ήταν τόσα τα συναισθήματα που δεν κατάφερα να δώσω στον άνθρωπο που ήθελα και έπρεπε να τα αποτυπώσω. Δεν ήθελα να τα ξεχάσω. Ήθελα να δώσω μορφή στο αφήγημα του συναισθήματός μου και να επανέρχομαι σε αυτό. Τόσο ένα άλμπουμ όσο και ένα άλμπουμ φωτογραφιών επανανοηματοδοτούνται όταν αλλάζει το άτομο που τα επεξεργάζεται. Ακόμη κι αν ακούω ένα τραγούδι και δε νιώθω τίποτα, κάτι σημαίνει για την παροντική μου κατάσταση. Αύριο μπορεί να νιώθω. Εγώ ένα χρόνο αργότερα, όσο απαντάω αυτές τις ερωτήσεις σήμερα, νιώθω πως έχω αποσυνδεθεί από κάποιες ιστορίες του δίσκου. Αυτό, όμως, είναι κάτι που σχετίζεται με αυτό που περνάω τώρα. Πιστεύω ότι το «Outfit» θα αποκτήσει άλλο βάρος αν ξαναβρεθεί ένα άτομο που να με ψάχνει ερωτικά μόνο γιατί θαυμάζει τη μουσική μου. Δεν θα είναι το ίδιο βάρος, θα είναι ένα άλλο. Νέο. Το «Trefoil» επανέρχεται συχνά στο μυαλό μου αν βρεθώ σε στιγμές να ζηλεύω τις φίλες μου. Το «Cielbic» περιμένει ένα επόμενο πρόσωπο, έναν επόμενο ανεκπλήρωτο έρωτα για να ξαναγεννηθεί μέσα μου. Θεραπεύει η μουσική, ναι. Αλλά, κομμάτι της θεραπείας της είναι να τραυματίζει ξανά με νέους όρους τους νέους εαυτούς σου και να σε θεραπεύει ξανά.
Αν έπρεπε να χαρακτηρίσει κάποιος τη μουσική σου, πώς θα ήθελες να την περιγράψουν;
Τελευταία προσπαθώ να πλασάρω, ότι κάνω μια νέα μορφή έντεχνου. Κάνω ηλεκτρονική μουσική, ναι. Έχει στοιχεία avant-pop ή hyperpop. Είναι, όμως, εντελώς εμπνευσμένη από το έντεχνο και με μια διαφορετική ενορχήστρωση θα μπορούσε να γίνει πολύ εμφανές.
Το “Cielbic” θεωρώ πως είναι ένα κομμάτι αλλά και ένα video clip που άλλαξε κάπως αυτό που μέχρι τότε προβαλλόταν ως γκέι ζευγάρι, εστιάζοντας στην ανάγκη των ανθρώπων για αγάπη και ευτυχία κυρίως – κάτι που έναν χρόνο μετά παρατηρήθηκε και στις «Σέρρες» του Καπουτζίδη – Ήταν αυτή μία δική σου πρόθεση τότε και τελικά πώς νιώθεις που συνέβη και υποθέτω σου το λένε;
Η αλήθεια είναι ότι κουραστήκαμε να βλέπουμε στην οθόνη καταδικασμένες γκέι στιγμές. Όταν προβάλλεται το γκέι βίωμα δεν πρέπει να είναι μόνο καταπίεση και ομοφοβία. Υπάρχει και αυτό, φυσικά. Το queerness δεν είναι καταδίκη, όμως. Μπορούμε κι εμείς να βρούμε τον έρωτα και να ευτυχούμε. Μπορεί το μόνο δράμα ενός γκέι έρωτα να είναι η απόσταση ή η έλλειψη αμοιβαιότητας ή η ζήλεια όπως και σε κάθε σχέση. Στο «Cielbic», μάλιστα δείχνει τη φαντασίωση ενός έρωτα, ούτε καν την πραγμάτωσή του. Αν και το κάθε άτομο δίνει τις δικές του ερμηνείες. Πράγματι κι εγώ τώρα που είδα τις «Σέρρες» χάρηκα που τίθεται περισσότερο ζήτημα ομοφοβίας στη στήριξη ενός κουήρ χώρου-καφετέριας, από ότι στη σχέση των δύο αγοριών. Αντίθετα δείχνει την ομοφοβία από ένα γκέι άντρα, την οποία εκτονώνει εντός της σχέσης του και καταπιέζει το σύντροφό του. Αυτό είναι μια πραγματικότητα για τα κουήρ άτομα σήμερα. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η φαντασίωση του έρωτα στο «Cielbic» γίνεται εντός μιας τέτοιας σχέσης. Γιατί δεν με αφήνεις να σε φιλήσω στην πλατεία Αγίου Γεωργίου; Γιατί να μη σου κρατάω το χέρι στον ηλεκτρικό; Αυτόν το ρομαντικό έρωτα που δείχνει ο Καπουτζίδης στις «Σέρρες», όπου ένας όμορφος ξένος μπαίνει στο μαγαζί και σου λέει να ταξιδέψετε μαζί τον κόσμο, είναι που παρουσιάζει και η φαντασίωση του «Cielbic».
Στα τραγούδια σου μιλάς για έρωτα και για όλες τις συνθήκες του. Νιώθεις όμως στην εποχή μας να έχει ακόμα πρωταγωνιστικό ρόλο ο έρωτας;
Νιώθω ότι είναι κάτι που τρέχει ως διαρκές θέμα στις ζωές μας, αλλά χωρίς να έχει όντως πρωταγωνιστικό ρόλο. Δηλαδή, πάντα μιλάμε για ερωτικά. Βγαίνουμε για καφέδες και ποτά και «σουσουδιάζουμε», μιλάμε για πιθανά φλέρτ, για match στο tinder και κράζουμε την τοξικότητα και τα red flags χωρίς να έχουμε εμπλακεί μέσα στον εν λόγω «έρωτα». Είναι κομμάτι του lifestyle να μιλάμε για γκομενικά. Είναι και εύκολο θέμα συζήτησης και συνήθως δεν δημιουργεί έντονες πολιτικές διαφωνίες σε ένα τραπέζι. Δεν αφήνουμε, όμως, και κανέναν να μας ερωτευτεί. Προτεραιότητα έχει η δουλειά μας, η καλή διατροφή, το γυμναστήριο, ένας ημί-επαγγελματικός καφές, η καθαριότητα του άδειου millennial σπιτιού μας. Ο έρωτας, αν μπορέσει να χωρέσει ακριβώς με τους όρους που δεν θα δυσκολεύει καμία άλλη διαδικασία, είναι ευπρόσδεκτος. Ο ένας τύπος είναι τοξικός, ο άλλος δε δουλεύει, ο άλλος δουλεύει πολύ, μαγειρεύει, θέλει να του στέλνεις, δεν απαντάει κ.ο.κ. Κυριολεκτικά ψωνίζουμε ανθρώπους για να συμπληρώσουν την ελεγχόμενη, αποστειρωμένη και καπιταλιστική ζωή μας. Οπότε δεν μιλάμε καν για έρωτα. Αν κάτι ξέρουμε για τον έρωτα είναι ότι δεν περνάει τον άλλον από κόσκινο. Περιλαμβάνει μια αναπόφευκτη πρόθεση για θυσία, αλλαγή, ανιδιοτέλεια. Δεν είναι εκεί για να «χωρέσει», αλλά για να ταράξει.
Πώς θέλεις να είναι το επόμενο μουσικό σου βήμα – Ακούγοντας το όταν βγει, τι θα καταλάβουμε για τον Capette;
Δε θέλω να προδώσω πολλά για αυτόν τον δίσκο που γράφω τώρα. Πιστεύω ότι έχω δώσει πολλή προσοχή στο στίχο και έχω γίνει ακόμη πιο εξομολογητικός. Μουσικά είναι πολύ λιγότερο αιχμηρός και περισσότερο ατμοσφαιρικός ή τουλάχιστον έτσι είναι μέχρι τώρα. Είναι ένας δίσκος γραμμένος από έναν μοναχικό άνθρωπο σε μια νέα μεγάλη πόλη μέσα σε ένα δωμάτιο. Αυτό θα πω.



