Μια μαγική βραδιά χάρισε το Μέγαρο Μουσικής στην Πνύκα

Καταχειροκροτήθηκαν μουσικοί, σολίστ και μαέστρος

Parallaxi
μια-μαγική-βραδιά-χάρισε-το-μέγαρο-μου-1487467
Parallaxi

Τα χειροκροτήματα δεν έλεγαν να σταματήσουν χτες το βράδυ στην Πνύκα, δίπλα στη θέση του Τηλεσκοπίου Δωρίδη, όπου το Μέγαρο Μουσικής, σε συνεργασία με κορυφαίους ευρωπαϊκούς φορείς, διοργάνωσε κάτι μοναδικό: Μια εκδήλωση-γιορτή για την Παγκόσμια Ημέρα της Μουσικής (21 Ιουνίου).

Με σεβασμό στο μοναδικό φυσικό και ιστορικό περιβάλλον της Πνύκας, έναν χώρο παγκόσμιου συμβολισμού, όπου η μνήμη συνυπάρχει με το παρόν, το “Αυτοκρατορικό” κοντσέρτο του Μπετόβεν (αρ. 35 σε μι ύφεση μείζονα, έργο 73) με σολίστ τον διακεκριμένο πιανίστα Lukas Sternath -έργο που μεταδόθηκε ζωντανά στο πλαίσιο του EUROPIANO- συναντήθηκε μαγικά με τη μουσική μπαλέτου για την όπερα “Ιδομενέας” και τη συμφωνία “Χάφνερ” του Μότσαρτ, αλλά και με τους Χορούς 2,1,4 από τους 36 ελληνικούς χορούς του Σκαλκώτα. Όλα τα έργα ερμηνεύτηκαν από τη Γερμανική Φιλαρμονική Δωματίου της Βρέμης (Deutsche Kammerphilharmonie Bremen), υπό τον διεθνώς αναγνωρισμένο Έλληνα μαέστρο Κωνσταντίνο Καρύδη.

Καθώς ο ήλιος έδυε πάνω από την Αθήνα και η Ακρόπολη αγκάλιαζε μεγαλόπρεπα το “φόντο” πίσω από τη λιτή σκηνή, μερικές από τις πιο εμβληματικές στιγμές της δυτικής μουσικής παράδοσης πλημμύρισαν μοναδικά τον χώρο. Παιγμένες υποδειγματικά από την ορχήστρα και με την καθοδήγηση ενός από τους πιο εκλεκτούς αρχιμουσικούς, το κοινό δεν έχανε ευκαιρία να δείχνει τον ενθουσιασμό του στο τέλος κάθε ενότητας. Όπως μετά το “αυτοκρατορικό” κονσέρτο, οπότε τα παρατεταμένα χειροκροτήματα των θεατών έκαναν τον σολίστ Λούκας Στέρνατ -αγαπητός στο ελληνικό κοινό ήδη από την περσινή εμφάνισή του στο Μέγαρο σε ρεσιτάλ και εκπαιδευτικό πρόγραμμα για παιδιά- να επιστρέψει με ένα έργο εκτός προγράμματος: Ένα από τα πιο αιθέρια και υπερβατικά τραγούδια του Ρίχαρντ Στράους, το “Morgen!”.

Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με αφορμή την Ευρωπαϊκή Γιορτή της Μουσικής, στο πλαίσιο της συμμετοχής του Μεγάρου Μουσικής στο EUROPIANO, το μεγάλο πανευρωπαϊκό μουσικό γεγονός σε παραγωγή ARTE/ZDF, που μετέδωσε ζωντανά μια ανεπανάληπτη μουσική περιήγηση στην Ευρώπη, από το Wiener Konzerthaus και τη Philharmonie de Paris έως τον Πύργο του Belém στη Λισσαβόνα. Όλες οι συναυλίες της διοργάνωσης από τις συμμετέχουσες ευρωπαϊκές πόλεις μεταδόθηκαν ζωντανά σε μεγάλη οθόνη στον Κήπο του Μεγάρου, με δωρεάν είσοδο, προσφέροντας μια μοναδική εμπειρία συνεχούς μουσικής περιήγησης στην Ευρώπη.

Η ελληνική συμμετοχή κινηματογραφήθηκε στον Λόφο της Πνύκας, με φόντο τον αττικό ουρανό και την Ακρόπολη.

Τα έργα

Στο Πέμπτο κοντσέρτο, ο Μπετόβεν δείχνει να πιστεύει στη σημασία της άποψης του συνθέτη περισσότερο από ποτέ. Στα προηγούμενα κοντσέρτα ακολουθούσε την παλαιότερη παράδοση που άφηνε την άγραφη καντέντσα στην αυτοσχεδιαστική φαντασία του εκάστοτε ερμηνευτή. Σε αυτό, όμως, ο Μπετόβεν επιλέγει να καταγράψει επακριβώς πώς θα ήθελε να ακουστεί, σημειώνοντας πάνω στην παρτιτούρα: “Μην αυτοσχεδιάζετε με τη δική σας καντέντσα, παίξτε την ακόλουθη”. Πρόκειται για ιστορικής σημασίας επισήμανση, καθώς επισφραγίζει την εξέλιξη του κοντσέρτου από εφήμερο αυτοσχεδιαστικό είδος σε μνημειώδες έργο τέχνης.

Η Συμφωνία “Χάφνερ” γράφτηκε για την αναγόρευση του υιού Χάφνερ στην τάξη των ευγενών. Γράφτηκε από τον Μότσαρτ μέσα σε 17 μέρες ως σερενάτα σε έξι μέρη, που θα είχε περάσει ίσως στη λήθη αν εκτελούνταν μόνο για τον ιδιωτικό εορτασμό ενός περιφερειακού φεουδάρχη. Η “Χάφνερ” κέρδισε την αιωνιότητα όταν μετατράπηκε σε τετραμερή συμφωνία για να ακουστεί σε δημόσια συναυλία με μεικτό κοινό μορφωμένων αστών και αριστοκρατών -όπου η μουσική δεν θα ήταν το συνοδευτικό, αλλά το κεντρικό γεγονός.

Η μουσική μπαλέτου για τον Ιδομενέα δεν ήταν στις αρχικές προθέσεις του Μότσαρτ. Επρόκειτο για απαίτηση της τελευταίας στιγμής. Σε αυτή την ιταλόφωνη όπερα, που προοριζόταν για τη γερμανική αυλή του Μονάχου, έπρεπε να προστεθεί ένα φινάλε με μπαλέτο, κατά τη γαλλική παράδοση. Η παγκόσμια πρώτη παρουσίαση της όπερας έλαβε χώρα στο αυλικό θέατρο Κουβιγιέ του Μονάχου, στις 29 Ιανουαρίου 1781. Έκτοτε το μπαλέτο δεν συνόδευσε την όπερα σχεδόν ποτέ, αλλά απέκτησε τη δική του αυτόνομη παράδοση.

Το έργο του φερέλπιδος νεαρού συνθέτη Νίκου Σκαλκώτα για δεκαετίες περίμενε ένα μέλλον που δεν ήρθε ποτέ. Με υποτροφίες Αβέρωφ και Μπενάκη και σπουδές στο Βερολίνο με τον Άρνολντ Σαίνμπεργκ και τον Κουρτ Βάιλ, υπήρξε το κατεξοχήν παράδειγμα ταλέντου που όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, κατά το σκοτεινό 1933, δεν μπόρεσε να σταδιοδρομήσει. Οι 36 ελληνικοί χοροί για ορχήστρα αποτελούν τη φωτεινή εξαίρεση: ορισμένοι από αυτούς ακούγονταν πολύ συχνά στις αίθουσες συναυλιών, καθιστώντας τον Σκαλκώτα έναν πολυεκτελεσμένο συνθέτη, ο οποίος ταυτόχρονα παρέμενε άγνωστος για το μεγαλύτερο μέρος του έργου του.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα