Μουσική

Σ’ ευχαριστώ Λουκιανέ (για τα καλύτερά μας χρόνια)!

Με αφορμή την κυκλοφορία του διπλού άλμπουμ με τη συμμετοχή 19 καλλιτεχνών, με τραγούδια του Λουκιανού Κηλαηδόνη, μία συζήτηση με την κόρη του Μαρία και τον Μανώλη Φάμελλο για τον μεγάλο δημιουργό

Γιώργος Σταυρακίδης
σ-ευχαριστώ-λουκιανέ-για-τα-καλύτερά-987900
Γιώργος Σταυρακίδης

«Όπου κι αν παίζαμε, ο κόσμος μας έλεγε αν σκοπεύουμε αυτό να το κάνουμε δίσκο. Κάπως έτσι μας μπήκε η ιδέα», μου αναφέρει η Μαρία Κηλαηδόνη στη συζήτηση μας για την κυκλοφορία του άλμπουμ με τα τραγούδια του πατέρα της, του Λουκιανού, με την πολύτιμη επιμέλεια του Μανώλη Φάμελλου και τη συμμετοχή 19 καλλιτεχνών συνολικά.

Το «Σ’ ευχαριστώ Λουκιανέ» είναι μία συλλογή τραγουδιών του σπουδαίου τραγουδοποιού, με την επιμέλεια της Μαρίας και του Μανώλη, φωτίζοντας στιγμές του Λουκιανού Κηλαηδόνη από όλες τις καλλιτεχνικές του περιόδους, με ένα καινούριο φως, κάπως διαφορετικό από το προηγούμενο τους, αλλά το ίδιο έντονο και ελκυστικό, αφήνοντας ατόφια την αισθητική και την αύρα του δημιουργού, προσθέτοντας όμως μία δική τους πινελιά σε έναν πίνακα που πάντα είχε πολλά και υπέροχα χρώματα χαρη στον Λουκιανό.

Η ιστορία αυτού του άλμπουμ τελικά, ίσως να ξεκινάει μερικά χρόνια πριν, όταν ο Χρήστος Παπαδόπουλος (από τη Θεσσαλονίκη και τους εξαιρετικούς Ρεβάνς) έγραψε το τραγούδι που έμελλε να γίνει ο τίτλος αυτού του άλμπουμ – αφιέρωμα και να αποτελέσει και το μοναδικό τραγούδι της συλλογής που δεν έχει γράψει ο ίδιος ο Λουκιανός, αλλά κάποιος άλλος δημιουργός γι’ αυτόν. Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, ο Λουκιανός το πρόλαβε το τραγούδι στην πρώτη του ηχογράφηση, το χάρηκε και μάλιστα πήρε τηλέφωνο τον Χρήστο και του έκλεισε το μάτι…

Με αφορμή τα έξι χρόνια απουσίας του μεγάλου τραγουδοποιού, κυκλοφόρησε πλέον από την Minos – Emi το διπλό cd με πολλές και ενδιαφέρουσες συμμετοχές καλλιτεχνών, όπως: Σπύρος Γραμμένος, Φοίβος Δεληβοριάς, Δώρος Δημοσθένους, Στάθης Δρογώσης, Ελεωνόρα Ζουγανέλη, Μαρία Κηλαηδόνη, Γιάννης Κότσιρας, Μάρκος Κούμαρης, Locomondo, Νίνα Μαζάνη, Ρένα Μόρφη, Πάνος Μουζουράκης, Πέννυ Μπαλτατζή, Νατάσσα Μποφίλιου, Χρήστος Παπαδόπουλος, Ρεβάνς, Μανώλης Φάμελλος, Γιώργης Χριστοδούλου, Gadjo Dillo, καθώς και οι δύο εμπνευστές της δουλειάς αυτής.

Μίας δουλειάς που έγινε αφορμή για να μιλήσουμε για τα τραγούδια της και τον ίδιο τον Λουκιανό, τόσο ως δημιουργό όσο και ως άνθρωπο, ενώ αναλύουμε αυτή τη σημαντική δισκογραφική στιγμή, μέσα από λόγια των ίδιων των ανθρώπων που την οραματίστηκαν και την δημιούργησαν με αγάπη και σεβασμό στον ίδιο τον Κηλαηδόνη.

«Ένας από τους λόγους που έγινε αυτό το άλμπουμ, ήταν και για να περάσει στους νεότερους η μουσική του Λουκιανού. Σε όσους δηλαδή δεν τον  ξέρουν, γιατί ξέρετε υπάρχουν πάρα πολλοί που επειδή τον άκουγαν οι γονείς τους, τώρα έρχονται κι αυτοί στις συναυλίες. Όμως ναι, υπάρχει και κόσμος που δεν τον ήξερε τον Λουκιανό και με αυτόν τον τρόπο νομίζω πως τώρα κάτι θα γίνει.» αναφέρει η Μαρία Κηλαηδόνη, ενώ ο Μανώλης Φάμελλος εξηγεί πώς έγινε το άλμπουμ, λέγοντας πως «Εγώ είχα στο ρεπερτόριο μου τραγούδια του Λουκιανού πάντα. Από πολύ μικρή ηλικία, δηλαδή το πρώτο ελληνικό τραγούδι που έπαιξα ζωντανά ήταν ο «Κάου Μπόυ» του Λουκιανού στην αυλή του σχολείου μου το 1984. Αλλά και τα παλιότερα τραγούδια, τα οποία τα έκανα «δικά μου», δηλαδή τα είχα φέρει στα δικά μου εκφραστικά μέσα και όπως τα αντιλαμβανόμουν εγώ. Μου πρότειναν τα κορίτσια να κάνουμε ένα αφιέρωμα στον Λουκιανό πριν από δύο χρόνια σε μία καλοκαιρινή περιοδεία. Εγώ τότε δεν ήθελα απλά να συμμετέχω διεκπεραιωτικά σε αυτό το υλικό, αν και μιλάμε για υλικό που σε παίρνει μαζί του όπως και να το δεις. Επειδή είναι ένα υλικό τόσο προσωπικό και τόσο ιδιόρρυθμο, δεν μπορεί παρά να είναι Λουκιανός αυτό. Είναι τραγούδια δηλαδή, που παίρνοντας μία απόσταση, μόνο αυτός καταλαβαίνεις πως θα έκανε. Τραγούδια που καταλαβαίνεις αμέσως ότι είναι δικά του. Τραγούδια δηλαδή, που σου επιβάλλονται με έναν τρόπο. Υπήρχε και η διάθεση από την άλλη πλευρά, από την οικογένεια να τα δούμε διαφορετικά. Ταιριάξαμε και με τη Μαρία που έχουμε σχετικά κοινές καταβολές αλλά αγαπάμε και κοινές μουσικές. Οπότε όλο αυτό προέκυψε με έναν τρόπο αβίαστα. Ξέρεις όμως, δεν στοχεύαμε σε κάποια ανατροπή και προσωπικά, ούτε εγώ ήθελα κάτι τέτοιο. Δεν θα ήθελα να κάνω κάτι που θα φανταζόμουν ότι ίσως δεν θα του άρεσε.

Εγώ αντιλαμβάνομαι μία ισορροπία ανάμεσα στον Κηλαηδόνη και τον  Φάμελλο και δε ξέρω να σου βγήκε όντως αβίαστα ή αν κόπιασες γι’ αυτό, πάντως υπάρχει.

Μ.Φ.: Έχω δοκιμάσει και πιο ρηξικέλευθα πράγματα σε διασκευές παλιότερα, γιατί κατά καιρούς έχω ασχοληθεί με αυτό. Μπορώ να σου πω, ότι όσο παίζω δικά μου τραγούδια, άλλο τόσο αποδομώ και επανασυναρμολογώ τραγούδια άλλων. Είναι ένα από τα αγαπημένα μου παιχνίδια αυτό. Αυτό, ήταν και ένα ρεπερτόριο με το οποίο συνδέομαι και ιστορικά αλλά και σε επίπεδο καταβολών. Δηλαδή, υπάρχει και το ελαφρό τραγούδι που μου άρεσε πάντα, υπάρχει αμερικάνικη μουσική που άκουγα πάντα, πράγματα δηλαδή που υπάρχουν και στο δικό μου υλικό. Δεν υπήρχε όμως και κανένα φρένο, μη νομίζεις. Το ζητούμενο είναι να το απολαμβάνουμε κι εμείς, να παίζουμε κάτι και να το ευχαριστιόμαστε και να είναι λειτουργικό πρώτα απ’ όλα σε εμάς.

Τι άνθρωπος ήταν ο Λουκιανός Κηλαηδόνης;

Μ.Κ.: Ο Λουκιανός ήταν νομίζω αυτό που φαινόταν και προς τα έξω. Ήταν πάρα πολύ ευγενικός, πολύ γλυκός άνθρωπος, με χιούμορ. Η πρώτη λέξη όμως που μου έρχεται πάντα σε αυτή την ερώτηση, είναι ευγενικός. Αλλά και ιδιαίτερος, έξυπνος πολύ… Ήταν μοναδικός ο Λουκιανός και δεν το λέω επειδή ήταν πατέρας μου.

Εσύ τι θέλεις να θυμάσαι από την δική σας σχέση;

Μ.Κ.: Θυμάμαι έναν πολύ στοργικό μπαμπά, πολύ γλυκό, που είχε μεγάλη ισορροπία μεταξύ του ρόλου του ως πατέρας και του ρόλου του με όλο αυτό το μεγάλο πράγμα που ήταν ως τόσο επιτυχημένος καλλιτέχνης με αποτέλεσμα στο σπίτι μας να είναι μπαμπάς. Θυμάμαι πως μας διάβαζε, μας πήγαινε στα κολυμβητήρια, σε όσα έπρεπε να πάμε, φρόντιζε πολύ και την πατρική του οικογένεια.

Υπήρχε μουσική μέσα στο σπίτι σας;

Μ.Κ.: Δική του μουσική όχι συχνά, γιατί δεν ήθελε. Αλλά πάντα υπήρχαν ακούσματα, κυρίως αμερικάνικα, 50’s, rock n’ Roll, country. Εγώ δηλαδή, με αυτά μεγάλωσα κυρίως. Επίσης, ο Λουκιανός άκουγε ραδιόφωνο πάρα πολύ και όλες τις ώρες τις μέρας, όταν ήταν στο σπίτι, υπήρχε ένα τρατζιστοράκι σε κάθε σημείο που καθόταν. Ένα στο σαλόνι, ένα στη κουζίνα και έπαιζε διαρκώς ραδιόφωνο

Στο μυαλό μας τον έχουμε πάντως, ίσως και λόγω Βουλιαγμένης, συνδεδεμένο πάντα με ένα πάρτι.

Μ.Κ.: Έτσι είναι. Του άρεσε να κάνει τον κόσμο να περνάει καλά και το έκανε με πολλή αγάπη. Επίσης, είχε τον τρόπο να το κάνει, κάτι που δεν το καταφέρνουν όλοι αυτό. Ό, τι και να έκανε, όλες οι παραγωγές του, στον Λυκαβηττό ή και αλλού, η αίσθηση του κόσμου ήταν ότι τους έκανε καλό αυτό, αφήνοντας μία πάρα πολύ γλυκιά αίσθηση. Αυτό συμβαίνει, τολμώ να πω, και στα δικά μας αφιερώματα για τον Λουκιανό. Περνάει αυτή η αύρα του ακόμα μέσα στα τραγούδια του. Αλλά κι αυτός ο δίσκος που είναι με δικά του τραγούδια αλλά τραγουδισμένα από πολύ διαφορετικούς ερμηνευτές, πάλι καταφέρνει να μας κάνει να περνάμε καλά.

Μανώλη, δεν τον είχες γνωρίσει τον Λουκιανό;

Μ.Φ.: Ενώ βρεθήκαμε πολλές φορές κοντά, έχω παρακολουθήσει φυσικά και πολλές συναυλίες του και οι κρίσιμοι δίσκοι του κυκλοφόρησαν σε μία καθοριστική ηλικία για μένα, ξεκινώντας από την «Χαμηλή πτήση», που τον άκουγα βέβαια και την δεκαετία του ’70 σαν παιδάκι, αλλά αυτός ήταν ένας δίσκος – σε κασέτα εταιρίας θυμάμαι τότε – που τον είχα εξαντλήσει. Έτυχε να τον δω στη Θεσσαλονίκη σε ανοιχτές συναυλίες, τον είχα δει και στην Αθήνα αλλά ίσως κι επειδή είχε αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια που εγώ ήμουν περισσότερο ενεργός, δεν προέκυψε η ευκαιρία να συναντηθούμε πρόσωπο με πρόσωπο κι έχω την αίσθηση ότι τώρα με έναν τρόπο αποκαθίσταται κάτι που όφειλε η μοίρα.

Βλέπεις μουσικά κοινά ανάμεσα στους δυο σας;

Μ.Φ.: Ο Λουκιανός ήταν κάποιος που έσπασε τον ρόλο που του δόθηκε, δηλαδή ξεκίνησε σε μία εποχή όπου η κυρίαρχη φόρμα ήταν το τρίο – στιχουργός, συνθέτης, ερμηνευτής – κι ενώ ξεκίνησε μέσα σε αυτό το πλαίσιο, έσπασε τα όρια, δηλαδή ξεκίνησε να τραγουδάει αυτός, έπειτα να σκαρώνει τους στίχους αυτός, και σιγά σιγά ενώ ήταν ένα γρανάζι του μηχανισμού, έγινε ο ίδιος ολόκληρος ο μηχανισμός. Έκανε συναυλίες, έκανε τις αφίσες, τα τραγούδια του κι επειδή ήταν και αρχιτέκτονας είχε μία ολιστική προσέγγιση σε αυτό που έκανε. Δεν άφηνε δηλαδή καμία λεπτομέρεια που να μην την είχε φροντίσει ο ίδιος προσωπικά. Ήταν δηλαδή κάποιος που αλλιώς ξεκίνησε και σιγά σιγά κατέλαβε τον δικό του χώρο. Εγώ δεν ήμουν αυτή η περίπτωση, γιατί πάντα έκανα πράγματα στα οποία λίγο πολύ είχα τον έλεγχο. Και με το συγκρότημα παλιότερα, από την αρχή βρέθηκα σε, ας πούμε, επιτελικές θέσεις και σαν παραγωγός αλλά και σαν επικεφαλής σχημάτων. Όμως, πήρα από αυτό, δηλαδή είναι ένα όραμα ολοκληρωμένο που θέλεις να κάνεις και ξεκινάει από το εξώφυλλο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια της αφίσας, της συναυλίας.   Το πώς θα τοποθετήσεις τον κόσμο. Στη δική μας περίπτωση, υπάρχουν δύο κεντρικές αναφορές, η μία είναι το ελαφρό τραγούδι που εγώ το έμαθα από δεύτερο χέρι από τον Λουκιανό, αυτό των πρώτων δεκαετιών μετά τον πόλεμο και το οποίο δεν υπήρχε στα ακούσματα μου αλλά το μάθαμε από επανεκτελέσεις δικές του και του Σαββόπουλου εκείνης της εποχής. Τραγούδια που τα ακούσαμε και από την Αρλέτα ακόμα. Δηλαδή, ήταν μια ολόκληρη σχολή που έμαθα από αυτούς και το αγάπησα, όπως επίσης και την αγάπη του για την αμερικανική παράδοση. Υπήρχε μέσα στο υλικό του και ήταν έναυσμα για μένα να το ψάξω περισσότερο. Αυτές είναι οι δύο συνισταμένες μας μουσικά. Ως προς το στιχουργικό κομμάτι, για μένα είναι πολύ σημαντικό ότι υπερασπίστηκε μία ατομικότητα, ξεκινώντας σε μία εποχή που ήταν πολύ φορτισμένη πολιτικά και κομματικά, όπου επικρατούσε το πολιτικό τραγούδι. Χωρίς όμως ποτέ, να καταργεί το εμείς και την ομάδα. Έκανε μία δική του προσπάθεια, να δημιουργήσει ένα νέο «εμείς» μέσα από παρέες, μέσα από ανθρώπους που είχαν κοινές αισθητικές και έναν κοινό αισθητικό και ηθικό κώδικα, όπου απομακρυνόταν από τις συνταγές τις κομματικές και τις παραδοσιακές ελληνικές που υπήρχαν μέχρι τότε.

Ακούγοντας το άλμπουμ, ακούει κάποιος πολλούς διαφορετικούς καλλιτέχνες, αλλά κάπως έτσι δεν ήταν ο Λουκιανός έτσι κι αλλιώς στην πορεία του; Είχε διαφορετικές περιόδους και στο σύνολο του, ήταν ο Λουκιανός.

Μ.Κ.: Ακριβώς. Είχε συνδυάσει πολλά διαφορετικά πράγματα που αγαπούσε, από το ξεκίνημα του που ήταν πολύ διαφορετικός ο ήχος του, κάτι που στην πορεία άλλαξε με επιρροές από την Αμερική, τα swing, το ελαφρό τραγούδι που έφερε αυτός ξανά στη μόδα. Ήταν πολλά πράγματα ο Λουκιανός και σε αυτόν τον δίσκο βγαίνει αυτό. Είναι ωραίο θεωρώ που είναι τόσο μεγάλη η γκάμα των καλλιτεχνών.

Ποια τα κριτήρια των τραγουδιών που μπήκαν τελικά στο άλμπουμ αυτό;

Μ.Φ.: Θέλαμε να είναι αντιπροσωπευτικό το δείγμα, από όλες τις περιόδους του. Υπήρχαν ήδη τραγούδια που είχαμε «πιάσει» από πριν με την Μαρία και οπότε, υπήρχε μια μαγιά, αλλά υπήρχαν και τραγούδια που θέλαμε να ξαναδούμε. Τραγούδια που θέλαμε να ακουστούν, αν θέλεις, περισσότερο γιατί δεν είναι τραγούδια πρώτης γραμμής, όπως η «Decadenza» που λέει ο Φοίβος Δεληβοριάς ή αυτό το υπέροχο παιδικό τραγουδάκι, το «Γαϊτανάκι» που λέει ο Μάρκος από τους Locomondo που αναρωτιόμουν γιατί αυτά τα τραγούδια δεν έχουν ακουστεί περισσότερο.

Υπήρχε κάποιο τραγούδι που τελικά δεν μπήκε και το έχεις ακόμα στο μυαλό σου πως ίσως έπρεπε;

Μ.Φ.: Είναι ένα τραγούδι, το «Μασάω τσίχλα» που το λέμε στις εμφανίσεις μας και αποδομεί πλήρων το μεταπολιτευτικό κλίμα και νομίζω πως κάποια στιγμή θα το κάνουμε. Το τραγούδι αυτό, δυστυχώς, παραμένει τρομερά επίκαιρο. Για κάποιο λόγο έμεινε έξω αλλά ίσως γίνει και η αφορμή για κάποια συνέχεια.

Εσύ Μαρία, ποια τραγούδια του Λουκιανού ξεχωρίζεις;

Μ.Κ.: Είναι πάρα πολλά. Αλλά, θα σου πω πως αγαπώ πάρα πολύ την «Χαμηλή Πτήση» την οποία την έλεγα κι εγώ πολύ και την παραχώρησα στον Μανώλη – δεν θα την έδινα σε κανέναν άλλον – αλλά γενικά, αγαπώ τα πιο αργά και καταραμένα του ίσως περισσότερο, την «Decadenza» ας πούμε ή το «Όταν η πόλη κοιμάται» που δεν το βάλαμε και σου μιλάω τώρα για τα λιγότερο γνωστά αλλά ο Λουκιανός δεν τελειώνει. Είναι ξέρεις πολλά τραγούδια του που δεν βάλαμε.

Υποθέτω όπως σε όλους μας, έρχονται και φεύγουν κομμάτια του, ανάλογα με την εποχή

Μ.Κ.: Ναι έτσι είναι. Επίσης, τα παιδιά μου που ανακαλύπτουν τώρα τον Λουκιανό, περνάνε φάσεις που κολλάνε με ένα τραγούδι και το ακούμε συνέχεια. Έκανα πρόσφατα μία ανάρτηση γράφοντας για το «Τζιν τζιν τζιν» ότι γράφτηκε όταν ήμασταν εμείς παιδιά και τώρα το ακούν τα δικά μου παιδιά. Αυτό είναι πολύ συγκινητικό. Τα παιδιά μου, χωρίς πραγματικά να καταλαβαίνουν επειδή είναι πολύ μικρά, θυμάμαι πέρυσι είχαν κολλήσει με το «Κακάν Κακάν» και το ακούγαμε πραγματικά συνέχεια και σκεφτόμουν πως αυτά τώρα, με ένα τελείως άλλο μάτι ξεκινούν να ανακαλύπτουν μία ολόκληρη ιστορία. Είναι πολύ ωραίο αυτό σίγουρα.

Η επιλογή των καλλιτεχνών πώς έγινε;

Μ.Φ.: Τα τελευταία χρόνια του Λουκιανού και μετά τον θάνατο του, υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που ήταν πρόθυμοι να συμμετάσχουν σε συναυλίες με τα τραγούδια του. Κάπως έτσι ήρθαν και σε εμάς και ο καθένας ξεχωριστά το είδε σαν μία ευκαιρία που δεν θα άφηνε να χαθεί. Απλά εμείς, σκεφτήκαμε το κάλεσμα να το περιορίσουμε σε ανθρώπους της νεότερης γενιάς. Έγινε μάλιστα και με έναν τρόπο, που διάλεξε ο καθένας το τραγούδι που του πήγαινε και έγινε απολύτως αβίαστα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα μα ς ήταν μάλιστα από την άλλη πλευρά, ότι δεν καταφέραμε να χωρέσουμε όλα τα παιδιά που ήθελαν να συμμετάσχουν και είναι ένας δίσκος με 27 τραγούδια και έπρεπε κάποια στιγμή να βάλουμε ένα τέλος. Η αρχική ιδέα ήταν να κάνουμε έναν δίσκο με 10 τραγούδια και μετά πήγαμε στα 20 κι όταν είδαμε ότι θα φτάναμε στα 30, είπαμε να σταματήσουμε. Θα μπορούσαμε πάντως εύκολα να φτιάχναμε άλλα 20 τραγούδια.

Μαρία, για ποιο λόγο λες εσύ «ευχαριστώ» στον Λουκιανό;

Μ.Κ.: Είναι δύο οι τρόποι και λόγοι που θα του έλεγα. Ο ένας είναι το κομμάτι μου ως μουσικός και το άλλο είναι ως κόρη του. Ως μουσικός, θα έλεγα ότι μας έχει ανοίξει έναν πολύ μεγάλο δρόμο ο Λουκιανός με την τόσο μεγάλη ποικιλία που είχε, τα ακούσματα που έφερε. Ο Λουκιανός είχε μία τεράστια ελευθερία σαν άνθρωπος. Δηλαδή, αυτά που ήθελε να κάνει, τα έκανε. Τα έκανε μέχρι το τέλος και τράβηξε τον δικό του δρόμο. Αυτό είναι τεράστιο μάθημα, δεν ξέρω αν μπορούν να το καταφέρουν πολλοί άνθρωποι και εγώ σίγουρα δεν μπορώ, με τον τρόπο που το έκανε εκείνος αλλά θα ήθελα πάρα πολύ καλλιτεχνικά να πω ότι τραβάω 100% τον δικό μου δρόμο. Δεν αντέγραψε κανέναν ποτέ, δεν προσπάθησε να μπει σε μόδες, έκανε πραγματικά αυτό που ήθελε ο ίδιος και αυτό είναι το πολυτιμότερο μάθημα που μου έδωσε ως καλλιτέχνη. Ως μπαμπάς και κόρη, τον ευχαριστώ πάρα πολύ για όλη την αγάπη του, την τρυφερότητα και το νοιάξιμο που μας έδωσε και την στάση ζωής που κράτησε για πάντα. Αυτός και η μητέρα μου.

Υπάρχουν σχέδια για παρουσιάσεις του άλμπουμ τους επόμενους μήνες;

Μ.Κ.: Βεβαίως υπάρχουν και μάλιστα συζητάμε και με Θεσσαλονίκη για να έρθουμε εκεί. Επίσης συζητάμε και για άλλες πολλές εμφανίσεις σε όλη την Ελλάδα για μέσα στο καλοκαίρι.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα