Σταμάτα κι άκου: H Έλενα δίνει μικρές συναυλίες στην Αριστοτέλους!

Η νέα στήλη της parallaxi σας συστήνει τους μουσικούς του δρόμου της πόλης.

Μυρτώ Τούλα
Μυρτώ Τούλα

Σε μία συννεφιασμένη ημέρα, που όλα μου πήγαιναν λάθος, είχα τα νεύρα μου με την δουλειά, με τα έξοδα που τρέχουν με την ζωή που παίζει ύπουλα παιχνίδια, καθώς κοιτούσα το mail του κινητού μου και ταλάνιζα το μυαλό μου για το τι επαγγελματική απάντηση έπρεπε να δώσω μία φωνή με έκανε να σταματήσω και να κάτσω σε ένα παγκάκι. Η Έλενα. Μπροστά μου ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, αγκαλιασμένοι, άκουγαν την “σκανδάλη” και χαϊδευόντουσαν τρυφερά ενώ λίγο παραπέρα δύο νεαρά κορίτσια χόρευαν βαλς. Μία εικόνα που θύμιζε μία εσωτερική γιορτή.

“Είμαι η Έλενα! Αγαπώ την έκφραση, τον ρομαντισμό, τα ζώα, την περιπέτεια, τις τέχνες και τα μακαρόνια. Σιχαίνομαι το ψέμα, την ειρωνεία, τις κοινωνικές διακρίσεις, την αδικία και τους πολιτικούς για όλους τους παραπάνω λόγους. Στον ελεύθερο μου χρόνο θέλω να μπορώ να γυμνάζομαι, να βλέπω σινεμά, να μαθαίνω για βιογραφίες μεγάλων προσωπικοτήτων και να περνάω χρόνο με τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα και τον σκύλο μας είτε στη πόλη είτε σε κάποια εξόρμηση Μεγάλωσα στην Κεφαλονιά και από τα 17 μου έως και τον περασμένο Μάρτιο έζησα στην Αθήνα, όπου βρέθηκα εκεί για σπουδές υποκριτικής. Όταν πια έφυγα από τη δραματική σχολή, η μουσική σιγά σιγά μπήκε πολύ έντονα στη ζωή μου και με κέρδισε. Σήμερα είμαι στη Θεσσαλονίκη. Πώς; Αφού είναι η πιο ρομαντική πόλη της χώρας μας. Τραγουδώ για τον έρωτα, ζω τον έρωτα. Εδώ βρήκα καταφύγιο!”

Η μουσική ήταν πάντα κομμάτι της ζωής της. Η μητέρα της ήταν δασκάλα κλασικού μπαλέτου. Η κλασική μουσική υπήρχε πάντα στο σπίτι τους.

“Σε συνδυασμό με την επτανησιακή κουλτούρα, ήταν δύσκολο να ξεφύγω! Ντρεπόμουν, βεβαίως, για χρόνια να τραγουδήσω μπροστά σε κόσμο γιατί όσο ήμουν στο σχολείο, τα υπόλοιπα παιδιά με κορόιδευαν για το γεγονός ότι ήθελα να ασχοληθώ με τις τέχνες. Αυτό κάπως με έκανε να προσπαθώ περισσότερο να το αποφύγω παρά να το εξελίξω εκείνη την εποχή. Πρώτη φορά σε κοινό τραγούδησα 16 χρονών σε μία συναυλία καρναβαλιού που γινόταν στην Κεφαλονιά. Όπως είπα πιο πάνω, για χρόνια είχα ράψει το στόμα μου και δειλά δειλά έκανα τις πρώτες απόπειρες κοντά στο τέλος της πρώτης καραντίνας με φίλους μουσικούς του δρόμου. Περισσότερο από ανάγκη έκφρασης μετά τον εγκλεισμό.

Μετά, πρώτη φορά τραγούδησα με αποφασιστικότητα στο X Factor του 2022. Όχι από τις καλές μου τεχνικά στιγμές, αλλά σίγουρα όλο αυτό με έβαλε στη διαδικασία να καταλάβω πόσο αγαπώ να εκφράζομαι με τη φωνή μου και πως δεν θέλω να μείνω στάσιμη. Ξεκλείδωσε κάτι μέσα μου μετά από την τόσο απότομη προβολή που μου φύτεψε τον σπόρο του να γίνω καλύτερη ώστε να στέκομαι στα πόδια μου καθαρά και μόνο από αυτό που αγαπάω. Παρόλο που οι απαντήσεις ήταν θετικές και ο κόσμος άρχισε να με γνωρίζει στο δρόμο μετά την εμφάνισή μου, όταν έβλεπα το βίντεο από την οντισιόν μου, ήξερα πως μπορώ να δώσω κι άλλα. Η αμφιβολία είναι το κίνητρο της γνώσης και της εξέλιξης.”

Αποφάσισε να τραγουδήσει στον δρόμο το φθινόπωρο του 2023 μετά από παρότρυνση φίλων μουσικών του δρόμου. Δούλευε χρόνια στην εστίαση, από 16 ετών. Το καλοκαίρι του ’23 ήταν άλλο ένα καλοκαίρι που είχε δουλέψει ξανά σεζόν. Και το φθινόπωρο του ’23 ήταν άλλο ένα φθινόπωρο που έπρεπε να βρει την καινούρια μου δουλειά σε κάποιον χώρο εστίασης για να βγάλει τον χειμώνα.

“Έλα ντε που και η ψυχή μου και το σώμα μου ήταν σε άρνηση! Ήθελα επιτέλους να δουλέψω πάνω στο αντικείμενό μου και να ζω από αυτό. Μου δάνεισαν οι φίλοι μου εξοπλισμό μέχρι να βγάλω χρήματα και να αγοράσω τον δικό μου και μου είπαν «Βγες!!!». Και βγήκα. Και τους το χρωστάω. Γιατί το ότι «βγήκα» με έβαλε μέχρι και στη σκηνή του θεάτρου «Παλλάς» σε μια βραδιά αφιέρωμα στη μουσική του δρόμου. Και αυτό ήταν μια μεγάλη νίκη για εμάς τους ρομαντικούς και ασυμβίβαστους, που μας έδωσε δυνατή φωνή και βήμα.

Στον δρόμο μπορώ να είμαι ο εαυτός μου. Να τραγουδάω μια μουσική που εκπέμπει ευαισθησία χωρίς να έχω κάποιον πάνω από το κεφάλι μου που να μου λέει «γίνε ρε παιδί μου και λίγο πιο εμπορική» ή «πες και κανά τσιφτετελάκι να γουστάρει ο κόσμος». Πρώτα τραγουδάω για την ψυχή μου και μετά για τους άλλους. Και πριν με πει κανείς εγωίστρια, ας σκεφτεί αν θα θαύμαζε έναν καλλιτέχνη για το πόσο καλό CD player είναι ή για το τι σύνδεση έχει με τη ψυχή του πάνω στη σκηνή. Δεν θα έδινα ποτέ κάτι ψεύτικο στον κόσμο που με ακούει. Αυτό θεωρώ υποκρισία και εγωισμό. Το να προτιμώ για λίγα παραπάνω χρήματα να γίνω ένα καλό CD player που τα παίζει όλα. Όσοι με ξέρουν από τον δρόμο, ξέρουν την Έλενα, κάθονται να την ακούσουν, συγκινούνται, της μιλούν, ξαναπερνούν και την επόμενη μέρα και ίσως ζητήσουν λίγα παραπάνω τραγούδια του Χατζιδάκι. Χαρά μου να προσφέρω ευαισθησία! Αυτό έχω στις βαλίτσες μου.”

Στη Θεσσαλονίκη ένιωσε πως ο δρόμος είναι μια μεγάλη σκηνή. Οι άνθρωποι εδώ θα χαρίσουν λίγο από το χρόνο τους στους μουσικούς πριν τρέξουν στη ρουτίνα τους. Τα καλοκαίρια, δε, στο σποτάκι της στην παραλία, κάθε βράδυ γινόταν συναυλία.

“Είναι τόσο δύσκολη η καθημερινότητα που μας πλασάρουν ως φυσιολογική, που αυτό το μικρό μουσικό διάλειμμα σε κάποιους ανθρώπους είναι αναγκαίο. Είδα τις προάλλες έναν κύριο ηλικιωμένο να κλαίει όταν άκουσε να λέω το «Μην το ρωτάς τον ουρανό» και σκέφτηκα «πόσα χρόνια άραγε να είχε να το ακούσει;». Ξέρεις… σήμερα πια έχουμε την ευκολία να επιλέξουμε τη μουσική που θέλουμε τη στιγμή που τη θέλουμε. Όμως δεν ξέρεις τι μνήμες μπορεί να ξυπνήσει το «τυχαίο» που σου προσφέρει ο δρόμος.

Ο δρόμος μου έμαθε να αντιμετωπίζω την απόρριψη ως κάτι φυσιολογικό. Στους 6 στους 10 η παρουσία σου θα περάσει αδιάφορη. Είτε γιατί έχουν δουλειές, είτε γιατί δεν είσαι στα γούστα τους, είτε γιατί προτιμούν να πάνε για ψώνια, είτε γιατί φορούν ακουστικά, είτε γιατί σε θεωρούν ζητιάνο και επιβάρυνση στη κοινωνία.

Πολλές φορές και γιατί είμαι γυναίκα και «πώς τολμάει να εκτίθεται». Καμία σχολή δεν σε προετοιμάζει για αυτό. Όταν πια συμβιβαστείς με αυτήν την συνθήκη, εκτίθεσαι άφοβα. Η έκθεση μόνο εξέλιξη μπορεί να φέρει. Έχεις νικήσει τον μεγαλύτερο φόβο όλων των καλλιτεχνών. Τον φόβο της αποτυχίας. Έχεις μάθει να τον διαχειρίζεσαι και η άνεσή σου ξεχειλίζει πια. Μπορεί καμία σχολή να στο μάθει αυτό; Η σχολή του πεζοδρομίου είναι η καλύτερη.”

Υπάρχουν μερικοί άγραφοι νόμοι ανάμεσα στους καλλιτέχνες. Δεν μπορείς να παίζεις με το ηχείο σου δίπλα από έναν καλλιτέχνη. Κοιτάς να υπάρχει απόσταση. Χαμηλώνεις αν κάποιος σου πει ότι τον καπακώνεις και σέβεσαι το γεγονός ότι ένας άλλος πρόλαβε το σποτ πριν από σένα.

“Τα σποτ δεν γράφουν το όνομα κανενός. Όποιος πρόλαβε, πρόλαβε. Βέβαια, αν έχεις σκοπό να τελειώσεις το πρόγραμμα σου σε λιγότερο από μισάωρο και δεις κάποιον μουσικό να ψάχνει σποτ, καλό θα ήταν να τον ενημερώσεις πως σε λίγο θα τελειώσεις ώστε φεύγοντας να του παραχωρήσεις τον χώρο. Γενικά υπάρχει εκτίμηση ανάμεσά μας και συνεργασία. Αλλά όχι πάντα.

Κινδυνεύουμε από τις δύο αντίθετες δυνάμεις: αστυνομία και κλοπές. Οξύμωρο, ε; Τα πρόστυχα πάνε κι έρχονται για άδειες οι οποίες έχουν καταργηθεί και πολλές φορές έχουν καταγραφεί κλοπές είτε χρημάτων είτε μουσικών οργάνων που όλοι ξέρουμε πόσο κοστίζουν. Και προφανώς στη περίπτωση των κλοπών μπορεί να βρούμε και τον μπελά μας αν απευθυνθούμε στην αστυνομία επειδή παίζαμε μουσική στο δρόμο. Άλλος ένας κίνδυνος για τις γυναίκες είναι η παραβίαση ορίων προσωπικής ζωής. Ένα πρόσφατο περιστατικό με έκανε να νιώσω πολύ άβολα και να κάνω μέρες να βγω να τραγουδήσω με άνθρωπο που δήθεν ήθελε να μου κάνει επαγγελματική πρόταση αλλά στην πραγματικότητα επιδίωκε επαφή μαζί μου και να αποσπάσει πληροφορίες για κοντινό μου πρόσωπο.”

Θεωρεί πως ο δρόμος είναι πιο ειλικρινής από τη μουσική βιομηχανία. Οι περισσότερες εταιρίες είναι ανθρωποφάγες. Κυρίως γιατί δεν αποτελούνται από ανθρώπους της τέχνης αλλά από ανθρώπους του μάρκετινγκ.

“Μια προσωπικότητα που μου είναι πολύ απεχθής (προφανώς και ήταν παραγωγός) μου είπε κάποτε πως «το μάρκετινγκ, κούκλα μου, είναι η τέχνη του 21ου αιώνα». Εγώ πάλι βλέπω πως όσο περνάνε τα χρόνια οι άνθρωποι αναζητούν ξανά την ευαισθησία και την αλήθεια στην τέχνη και πως όλο αυτό το μοντέλο της τοξικής θετικότητας και των αψεγάδιαστων προτύπων πεθαίνει γιατί κούρασε. Κούρασε και οπτικά και ψυχικά γιατί ήταν κενό. Ψευτικό. Φελός! Πώς το λένε!! Ο κόσμος που με στηρίζει το κάνει γιατί βλέπει σε εμένα κάτι αληθινό. Έτσι νιώθω τουλάχιστον. Αν το πουλήσω αυτό, θα είμαι ένα τίποτα. Αν μπω στα παπούτσια αυτής της βρωμερής βιομηχανίας με τους όρους που θέτει, θα γίνω μία ξένη. Μια άλλη. Μα πάνω απ’ όλα μια δυστυχισμένη.

Αν ο δρόμος είχε φωνή, θα έλεγε: «Μην τρέχεις τόσο γρήγορα, περπάτα και αφουγκράσου πόσο μικρή είναι η ζωή και πόσο σύνθετη τη κάνουμε. Σκέψου τι ιστορία μπορεί να κρύβουν τα σοκάκια. Άκου τα πουλιά, δες τα αδέσποτα, παρατήρησε τα πρόσωπα με έναν καφέ στο χέρι, μην δώσεις τόση σημασία στα αμάξια σήμερα. Είναι όμορφη η ζωή αν αποφασίσεις να την δεις έτσι εσύ. Σου δίνω μαγεία, δώσε μου σεβασμό. Και σε εμένα και στα πλάσματά μου.»”

Όσοι σταματούν να την ακούσουν, θα ήθελαν να γυρίσει σπίτι του λίγο πιο ανάλαφρος από όσα τον βασάνιζαν ένα λεπτό πριν την δει. Και να μην ξεχάσει πως οι μουσικές του παρελθόντος είναι ακόμα εδώ!

“Παλαιότερα ήταν το να εμπνεύσω κόσμο να κυνηγήσει τα όνειρά του. Σήμερα, αφού μου έχουν πει αρκετοί πως τους ξύπνησα αυτήν τους την σπίθα, θα σου πω πως θέλω να καταφέρω να βγάλω την ελληνική μουσική ξανά εκτός συνόρων και να μπει στις μεγάλες σκηνές.

Η τέχνη είναι ανάγκη. Και αυτό φαίνεται στους αιώνες. Είναι η ερωμένη με τα χίλια πρόσωπα. Παίρνει συνεχώς μορφές που ταιριάζουν με την εποχή της μα ποτέ δεν θα δεις την αποχή της. Οφείλει να προβληματίζει και μετά να γιατρεύει. Όπως μια μητέρα. Βλέπεις πως την παρομοίασα με ερωμένη και μητέρα. Δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο αφού συνεχώς της φυτρώνουν και συνεχώς γεννά. Και αυτός είναι ένας λόγος που η τεχνητή νοημοσύνη δεν με τρομάζει καθόλου. Γιατί η ανάγκη του ανθρώπου να κάνει τέχνη δεν θα πάψει ποτέ στους αιώνες. Όπως και η ανάγκη του να εισπράξει τέχνη. Αληθινή. Με σάρκα, οστά, πάθος και ιδρώτα.”

Θα ήθελε να συνεργαστεί με την Χαρούλα και όπως χαρακτηριστικά λέει ας πέθαινε την επόμενη στιγμή.

“Δεν είναι εύκολο πουθενά να είσαι καλλιτέχνης. Αλλά στην Ελλάδα είναι εξουθενωτικό. Και όχι γιατί δεν υπάρχει η ανάγκη του κοινού για τέχνη, αλλά γιατί δεν υπάρχει η κρατική στήριξη. Βλέπεις… στη χώρα μας προτιμάμε να τσιμεντώσουμε την Ακρόπολη για να περπατούν πιο άνετα οι τουρίστες. Και αυτό τα λέει όλα για τη σχέση που έχουν οι κρατικοί φορείς με τις τέχνες και τον πολιτισμό και αντίστοιχα με το αν υπάρχει παιδεία.”

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα