«You can check out anytime you like, but you can never leave» / 20 χρόνια Μουσικό Χωριό
Από την «άγνοια κινδύνου» του 2006 μέχρι το σήμερα: Ο συνιδρυτής του Μουσικού Χωριού, Κώστας Μακρυγιαννάκης μιλά στην Parallaxi για μια διαδρομή δύο δεκαετιών γεμάτη μουσική, τρικυμίες και δημιουργικές συναντήσεις.
Αλήθεια, πώς καταφέρνει κανείς να συνοψίσει είκοσι χρόνια ιστορίας σε λίγες σελίδες; Πώς μπορεί η ενέργεια που φέρει ένας τόπος να μετουσιωθεί σε λέξεις, ώστε το λατινικό scripta manent να σφραγίσει τη βαθύτερη ουσία ενός τέτοιου εγχειρήματος; Ενός εγχειρήματος που, για να παραμένει μια κοινότητα δεμένη, με τα πάνω και τα κάτω της, αλλά να εξακολουθεί να υπάρχει και να δημιουργεί, προσφέρει πρόσφορο έδαφος για άλλα πρόσωπα να συναντηθούν εκεί με τη δική τους δημιουργικότητα.
Ο τρόπος είναι ένας και έτσι κινούμαστε μαζί με τον Κώστα Μακρυγιαννάκη, έναν εκ των συνιδρυτών του Μουσικού Χωριού στον Άγιο Λαυρέντιο του Πηλίου.
Σε ρυθμούς παρελθοντικούς, σε χρόνους που έχουν παρέλθει, ξετυλίγουμε το νήμα αυτής της ιστορίας με τρόπο αισθαντικό. Γιατί έτσι το παρελθόν μόνο, γραμμένο επάνω μας, παραμένει…
Από την «άγνοια κινδύνου» του 2006 μέχρι το σήμερα μιας συμβιωτικής ευτοπίας, το Μουσικό Χωριό κλείνει δύο δεκαετίες ζωής.
Ο Κώστας Μακρυγιαννάκης μάς επιστρέφει σε εκείνη τη «φωλιά μέσα στον χρόνο» που στήθηκε στον Άγιο Λαυρέντιο, μια γιορτή που σπάει τις αισθητικές προκαταλήψεις, ξεπερνά τις τρικυμίες και μας ξελογιάζει σαν ένα πηλιορείτικο «Hotel California», όπου η μουσική και η ομορφιά δεν σε αφήνουν να φύγεις ποτέ…
Η άγνοια κινδύνου και το εναρκτήριο λάκτισμα του 2006
Όλα ξεκίνησαν το μακρινό καλοκαίρι του 2006. Καθώς ο Κώστας ξετυλίγει τις αναμνήσεις του, παραδέχεται πως πιάστηκε εξ απήνης από αυτό που συνέβη. Ο ίδιος, ο Θύμιος Ατζακάς και ο Γιώργος-Εμμανουήλ Λαζαρίδης, όταν ξεκίνησαν όλο αυτό το πράγμα, είχαν μια σχετική άγνοια των συνθηκών.
Η απόφαση να γίνει η πρώτη συνάντηση στον Άγιο Λαυρέντιο δεν ήταν τυχαία – ήταν το χωριό όπου πηγαίνανε από μικρά παιδιά, καθώς ο Γιώργος και ο Θύμιος είχαν οικογενειακά σπίτια εκεί. Υπήρχε, επομένως, μια οργανική, προϋπάρχουσα σύνδεση με τον τόπο.
Βρισκόμαστε στα πρώτα χρόνια της επιστροφής τους από το εξωτερικό, γεμάτοι από τις εμπειρίες των σπουδών και των δουλειών τους εκεί. Όπως μου εξηγεί, είχαν μια πολύ μεγάλη επιθυμία να καλέσουν σε έναν τόπο όλους τους συνεργάτες που είχαν γνωρίσει, μαζί με ανθρώπους που εκτιμούσαν από την Ελλάδα.
Σκοπός ήταν απλός αλλά ουσιαστικός: να τους φέρουν κοντά σε μια μουσική συνεύρεση, μια γιορτή με ολιγοήμερα εργαστήρια και πολύ παίξιμο.

Όταν όμως ο Κώστας μιλά για «άγνοια συνθηκών», το εννοεί κυριολεκτικά. Μου εξηγεί:
«Δεν είχαμε καν τηλέφωνο επικοινωνίας! Το πρώτο Μουσικό Χωριό είχε μια ιστοσελίδα μόνο και μέσα από αυτήν γίνονταν τα πάντα. Μιλάμε για το 2006, όπου ακόμα δεν είχαμε ιδιαίτερα γρήγορες συνδέσεις, ούτε ευρύ δίκτυο ίντερνετ στην Ελλάδα»
Κι όμως, το ξάφνιασμα ήταν τεράστιο, καθώς σημειώθηκαν εκατό συμμετοχές. Άνθρωποι έφτασαν από την Ελλάδα, την Κύπρο, τα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή, την Τουρκία, την Ιταλία, τη Γερμανία, μέχρι και την Αγγλία.

Η τύχη τους χαμογέλασε ακόμα περισσότερο όταν, μέσα από μια συγκυρία, φιλοξένησαν μια παραγωγό του BBC World Service, η οποία κάλυψε όλο το χωριό και έκανε εκπομπή για την πρώτη εκείνη διοργάνωση.
Επιστρέφοντας στο σήμερα, ο Κώστας θυμάται ότι η επόμενη μέρα τους έφερε αντιμέτωπους με τη διαχείριση αυτής της επιτυχίας: έπρεπε να δουν πώς θα χτίσουν κάτι στέρεο, μια δομή ικανή να υποστηρίξει το εγχείρημα σε επίπεδο ανθρώπινου δυναμικού, αλλά και κοινωνικής διαχείρισης, καθώς υπήρχε πάντα και η τοπική κοινότητα.
Το δίκτυο που άπλωσε ρίζες στον χρόνο
Ήταν σαφές ότι δεν ήταν στα πλάνα τους να πάρει η ιστορία μια τέτοια τροπή. Αν κοιτάξει κανείς τα πρώτα πόστερ, από τις λίγες εβδομάδες διάρκειας φτάσαμε σήμερα σε ένα Μουσικό Χωριό που εκτείνεται από τον Ιούλιο έως και τον Σεπτέμβριο.
Από το 2008 και μετά, μια σειρά από δράσεις πραγματοποιούνται καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς στον Άγιο Λαυρέντιο, στη Θεσσαλονίκη ή και αλλού, χωρίς απαραίτητα να επικοινωνούνται κάτω από τον επίσημο τίτλο.

Ο Κώστας περιγράφει αυτή τη δυναμική σαν έναν «μπουφέ» από πράγματα, που γεννιούνται μέσα από συνεργασίες με καλούς φίλους στην Κύπρο (Louvana Records), με ωδεία και πανεπιστήμια στη Θεσσαλονίκη (ΠΑΜΑΚ, ΑΠΘ), καθώς και με άλλες περιφερειακές ομάδες που σφύζουν από ιδέες.
Αυτό το ευρύ δίκτυο ανθρώπων και δημιουργών διευρύνεται συνεχώς. Πέρα από το καλοκαίρι, βρίσκουν χρονικές «φωλιές» μέσα στα Χριστούγεννα, το Πάσχα ή το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας.
«Από τη μια δεν το περιμέναμε, από την άλλη χαίρομαι που δεν το φοβηθήκαμε… μας άρεσε πάρα πολύ», εξομολογείται. «Συνέβη με πολλή αγάπη, ο κόσμος το αγκάλιασε με πολύ μεγάλη ειλικρίνεια κι αυτό έχει τεράστια σημασία. Έχει μεγάλη αξία να βάζεις μια ιδέα και να βλέπεις ότι αφορά πολύ περισσότερους ανθρώπους από όσους νόμιζες εξ αρχής».

Φυσικά, η σχέση με τους ντόπιους πέρασε από τα δικά της κύματα. Ο Κώστας την παρομοιάζει με έναν γάμο που περνάει από τρικυμίες αλλά επιβιώνει, αφού ο καθένας κουβαλά το δικό του μετερίζι. Οι μόνιμοι κάτοικοι, μαθημένοι σε έναν συγκεκριμένο ρυθμό ζωής, αγκάλιασαν τελικά τις δράσεις.
Μου περιγράφει την εικόνα ηλικιωμένων ανθρώπων, που δεν είχαν καμία προηγούμενη επαφή με τη νεωτερικότητα, να παρακολουθούν καθηλωμένοι μια συναυλία ελεύθερου αυτοσχεδιασμού.
Σήμερα, το Μουσικό Χωριό είναι οργανικά συνδεδεμένο με την οικονομία του τόπου. Επαγγελματίες της εστίασης, κτηνοτρόφοι και ιδιοκτήτες δωματίων αποτελούν πια ένα σταθερό δίκτυο συνεργατών.

Ένα σχολείο διά βίου μάθησης και αρχέγονης έκφρασης
Καθώς συζητάμε, γίνεται φανερό ότι πρόκειται για ένα project βαθιά ανθρωποκεντρικό. Όταν τον ρωτάω σε ποιους θα ήθελαν, βαθιά μέσα τους, να απευθυνθούν, ο Κώστας μου λέει ότι το Μουσικό Χωριό έχει γίνει το δικό τους σχολείο διά βίου μάθησης.
«Σκέφτομαι ότι για να μπορέσω να γνωρίσω όλους αυτούς τους ανθρώπους, για να έρθω σε επαφή με αυτή τη διαφορετικότητα στη δημιουργία, θα έπρεπε να έχω πληρώσει πάρα πολλά λεφτά στη ζωή μου. Και συμβαίνει έτσι. Μας έχει δοθεί σαν δώρο»
Αυτό το δώρο επιθυμούν να το επιστρέψουν στον κόσμο με ειλικρίνεια. Στόχος τους είναι να προσφέρουν μια ζεστασιά που εμπεριέχει την αποδοχή της αισθητικής του άλλου, αλλά και να παραμένουν στην αιχμή της δημιουργίας, δοκιμάζοντας νέα πράγματα.

Γι’ αυτό φιλοξενούν εργαστήρια που προσεγγίζουν τη μάθηση με ρηξικέλευθο τρόπο, όπως αυτό του songwriting, το οποίο, αν και παλιότερα φάνταζε αξιοπερίεργο, σήμερα έχει ενταχθεί στα επίσημα εκπαιδευτικά συστήματα.
Ο Κώστας πιστεύει πολύ σε αυτούς τους αρχέγονους τρόπους έκφρασης —στο να γράφουν οι άνθρωποι τραγούδια και να μοιράζονται ρυθμούς. Αυτά τα εργαστήρια ενώνονται με έναν μαγικό τρόπο, καθώς μπορούν να φιλοξενήσουν άτομα με τελείως διαφορετικό επίπεδο τεχνικής δεινότητας.
Ακόμα και όσοι δεν έχουν τη γνώση, κουβαλούν συχνά εκείνο το «κάτι» που κάνει έναν στίχο ή ένα σόλο αληθινά μαγικό.

Ωστόσο, η διοργάνωση δεν επαναπαύεται. Ο Κώστας μου φέρνει ως παράδειγμα τον Λευτέρη Μουμτζή, τον οποίο χαρακτηρίζει «χαμαιλέοντα» για την ικανότητά του να κινείται από την ποπ και τη fusion jazz μέχρι τον αυτοσχεδιασμό.
Ο Λευτέρης λέει – ξεδιπλώνει ιδέες, βοηθά τον συμμετέχοντα, αλλά ταυτόχρονα τον σπρώχνει να πάει παρακάτω, προτρέποντάς τον να δοκιμάσει το κάτι παραπάνω. «Δεν μένουμε στο να χαϊδεύουμε τα αυτιά», τονίζει ο Κώστας, κι αυτός ακριβώς ο δημιουργικός μοχλός είναι που κάνει το 40% με 50% των συμμετεχόντων να επιστρέφει σταθερά κάθε χρόνο.
Το «Hotel California» του Πηλίου
Το πρόγραμμα, όμως, δεν περιορίζεται στη μουσική, επεκτείνεται στις παραστατικές τέχνες (performative arts) μέχρι και την κατασκευή μασκών.
Αναρωτιέμαι πώς δένουν όλες αυτές οι ετερόκλητες τέχνες κάτω από την ίδια ομπρέλα και τι σημαίνει αυτή η συμβίωση στην πράξη. Ο Κώστας με επαναφέρει στον εμβληματικό στίχο των Eagles:
«Το γνωρίζεις το “Hotel California”; Λέει στο τέλος: “You can check out anytime you like, but you can never leave”. Όταν έρχεται ο κόσμος και μας ρωτάει αν μπορεί να πάει για ένα μπάνιο στη θάλασσα, τους λέμε: “Είναι 35 λεπτά, αλλά δεν θα φύγεις ποτέ”. Και πράγματι, δεν φεύγει κανένας».
Το χωριό λειτουργεί σαν μια «ευτοπία», ένα ζωντανό χωνευτήρι. Χωρίς αυτοκίνητα, με μια κεντρική πλατεία όπου όλοι συμβιώνουν για μια εβδομάδα, ο άνθρωπος αρχίζει και ανοίγει. Οι δέκτες των αισθήσεων μεγεθύνονται.
Ξαφνικά, ο μουσικός συνειδητοποιεί ότι μπορεί να παίξει καλύτερα αν το προηγούμενο βράδυ έχει δει μια παράσταση χορού, μια θεατρική performance ή ένα αυτοσχέδιο δρώμενο από μια punk μπάντα που γεννήθηκε μόλις πριν λίγες ώρες.
Αυτή η συνθήκη, όπου η μία τέχνη τροφοδοτεί την άλλη, έχει πάντα ως άξονα τη μουσική, αφού αυτό είναι το πεδίο των ιδρυτών. Όμως η επαφή με άλλες μορφές έκφρασης σπάει τις αισθητικές προκαταλήψεις.

Επιμένει πολύ σε αυτό: στο πόσο ανοιχτός είναι κανείς να δεχτεί κάτι που φαινομενικά δεν τον αφορά, ή στο πώς μια «παράταιρη» μουσική γίνεται απόλυτα αποδεκτή όταν λειτουργεί ως χαλί σε μια χορευτική παράσταση.
Όλα αυτά συμβαίνουν υποσυνείδητα. Το πρωί και το απόγευμα γίνονται τα εργαστήρια, το βράδυ οι συναυλίες, και μετά όλοι καταλήγουν στην πλατεία για jamming μέχρι το πρωί. «Πολλές φορές έρχεται η αστυνομία και μας λέει “παιδιά, μαζέψτε τα δεν γίνεται άλλο”, έχουμε κι αυτά», μου λέει γελώντας.
Είναι μια γιορτή που γίνεται από τον κόσμο για τον κόσμο και ζυμώνεται οργανικά.
Η δουλειά της καλλιτεχνικής ομάδας ξεκινάει από τον Νοέμβριο της προηγούμενης χρονιάς και μέχρι τον Ιανουάριο το πρόγραμμα είναι έτοιμο.
Μετά αναλαμβάνει η εξαιρετική ομάδα παραγωγής —η Αναστασία, ο Αλέξανδρος, η Ελένη, ο Δημήτρης— και η γραμματεία που διαχειρίζεται τα μηνύματα, μέχρι να έρθει ο κόσμος, ο τρίτος και πιο σημαντικός πόλος, για να ζωντανέψει το όραμα.

Φωτεινά καλοκαίρια, αναζωογονητικά διαλείμματα
Αυτή η ανάγκη για συνύπαρξη δοκιμάστηκε σκληρά στα χρόνια της πανδημίας, όμως το Μουσικό Χωριό δεν σιώπησε. Πραγματοποιήθηκε κανονικά και το 2020 και το 2021, τηρώντας όλα τα υγειονομικά πρωτόκολλα.
Ο Κώστας θυμάται εκείνη την περίοδο, χαρακτηρίζοντάς την ως μια από τις πιο ωραίες φάσεις της εικοσαετίας. Ο κόσμος είχε τόσο μεγάλη ανάγκη να εκφραστεί και να βρεθεί, που στήριξε τη διοργάνωση με απίστευτη προσοχή, χωρίς να δημιουργηθεί το παραμικρό πρόβλημα.
Μέσα σε μια σκοτεινή εποχή, το χωριό έζησε δύο φωτεινά καλοκαίρια
Κι όμως, ενώ η πανδημία δεν στάθηκε ικανή να τους σταματήσει, το Μουσικό Χωριό έκανε μια συνειδητή παύση το 2017. Ο Κώστας μου εξηγεί με απόλυτη ειλικρίνεια τους λόγους:
«Το 2016 ο τρόπος με τον οποίο ήταν οργανωμένο μέχρι τότε το χωριό έγινε για εμάς μη διαχειρίσιμος. Είχε να κάνει με τη συνεργασία με τους τοπικούς φορείς, αλλά κυρίως με την ανεξέλεγκτη ροή του κόσμου. Είχε γίνει… Μύκονος! Ήταν κάτι που δεν μπορούσαμε να ελέγξουμε, οπότε αποφασίσαμε να κάνουμε ένα διάλειμμα».

Αυτό το διάλειμμα τους οδήγησε σε μια νέα, πιο ώριμη φάση. Σήμερα, αν και ο αριθμός των συμμετεχόντων παραμένει μεγάλος, η διοργάνωση είναι πιο προσανατολισμένη στα εργαστήρια, χωρίς να χάνει καθόλου από τη φρεσκάδα, το μπρίο και τον αυθορμητισμό της. «Ίσως μάθαμε κι εμείς», παραδέχεται ο Κώστας, εξαίροντας για άλλη μια φορά την ομάδα παραγωγής του.
Ο καθρέφτης μιας ζωής
Κλείνοντας τη συζήτησή μας, τον ρωτάω τι κομμάτι της δικής του ζωής καθρεφτίζεται σε αυτά τα είκοσι χρόνια, αν αφαιρέσουμε τους τίτλους. Ποιος είναι ο Κώστας μέσα στο Μουσικό Χωριό;
Μου περιγράφει τρία διακριτά στάδια. Το πρώτο χαρακτηριζόταν από μια «απληστία» για ερεθίσματα —ήθελε να ρουφήξει όσα περισσότερα μπορούσε. Στο δεύτερο στάδιο, ένιωθε την ανάγκη να δημιουργεί ακατάπαυστα, να δείχνει τη δουλειά του, να κλείνει συνεργασίες, σαν να τον πίεζε ο χρόνος.

«Η τρίτη φάση, αυτή που ζω τώρα, είναι διαφορετική», με μια ηρεμία στη φωνή. «Έχω γίνει ένας από τους καλύτερους ακροατές και θεατές αυτού που συμβαίνει εκεί. Συγκινούμαι, βλέπω καταπληκτικές παραστάσεις που μόνο εκεί μπορείς να συναντήσεις. Υπάρχει μια μυσταγωγική, μοναδική διάθεση κάποιες μέρες. Νιώθω τυχερός που το ζω αυτό και που, όποτε έχω να πω κάτι καλλιτεχνικά, το λέω σαν Κώστας — χωρίς βιασύνη και πίεση. Όλο αυτό διαμόρφωσε το είναι μου: με έκανε καλύτερο άνθρωπο και καλλιτέχνη».
Το Μουσικό Χωριό στέκει πλέον ως ένα φωτεινό παράδειγμα του τι μπορεί να γεννηθεί όταν δημιουργικοί νόες συναντιούνται. Για τον Κώστα, οι δημιουργικές κοινότητες δεν είναι ποτέ αρκετές, ο κόσμος δεν τελειώνει και όσο περισσότερες δημιουργούνται, τόσο περισσότερο γεμίζουν από ανθρώπους που αναζητούν την ομορφιά.
Νέες κοινότητες ξεφυτρώνουν πια και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, με επίκεντρο τη μουσική ή το θέατρο, φέρνοντας τους ανθρώπους κοντά στην τέχνη. Κι αυτό, ειδικά στους καιρούς που ζούμε, έχει ανεκτίμητη αξία.
Η κουβέντα μας κλείνει με μια ευχή του Κώστα, που αντηχεί σαν καλωσόρισμα: «Να βαδίζουν όλοι καλά, και εμείς και αυτοί».











