δημήτρης-πλειώνης-μήπως-απευθυνόμασ-1460469

Θέατρο

Δημήτρης Πλειώνης: Μήπως απευθυνόμαστε σε λάθος ανθρώπους για να ορίσουμε την αξία μας;

Η θεραπευτική μαγεία του Χόρχε Μπουκάι ζωντανεύει στο «Να σου πω μια ιστορία»: Ο δημιουργός της παράστασης μας ξεναγεί στον κόσμο του Ντεμιάν και του «Χοντρού» στο Metropolitan The Urban Theater (16-19/04)

Ανδρέας Νεοκλέους
Ανδρέας Νεοκλέους

Από τις απαντήσεις του αλλά και από την ενασχόλησή του με ένα τέτοιο κείμενο για πέντε χρόνια – μπορεί να πει κανείς πως ο Δημήτρης Πλειώνης γοητεύεται από τις ιστορίες. Από τις αφηγήσεις εκείνες που μέσα στα χρόνια παραμένουν μέσω της μοναδικής τους προφορικότητας ζωντανές, αλλά και ικανές ώστε να επηρεάσουν με έναν τρόπο αγνό την θέαση του κόσμου στον οποίο ζούμε.

O Jorge Bucay ως ο άλλος, σύγχρονος, εξιστορητής των μύθων αυτών που μοιάζουν με του Αισώπου – συμπαρασέρνει σε μια λιγότερο επώδυνη εμβάθυνση. Και αυτό γιατί τα παραμύθια βρίσκουν τον τρόπο να μας βγάζουν από τη νοσταλγία εκείνη, του ψαξίματος της παιδικής μας αθωότητας.

Στο κέντρο αυτής της διαδρομής βρίσκεται ο Ντεμιάν, ένας ανήσυχος νέος που πασχίζει να ψηλαφήσει τον εαυτό του μέσα στο χάος των ερωτημάτων του. Η αναζήτησή του τον οδηγεί στο κατώφλι του «Χοντρού», ενός ψυχαναλυτή που αρνείται πεισματικά να χωρέσει σε καλούπια.

Σε κάθε τους συνάντηση, ο «Χοντρός» επιστρατεύει μια ιστορία —άλλοτε ανατολίτικη και άλλοτε δυτικότροπη, πότε δανεισμένη από τη λαϊκή παράδοση και πότε γεννημένη από τη δική του φαντασία— μετατρέποντάς την σε έναν καθρέφτη για τις αγωνίες του θεραπευόμενου.

Οι ιστορίες αυτές λειτουργούν ως παραβολές που δεν προσφέρουν έτοιμες «συνταγές ευτυχίας», αλλά το απαραίτητο έδαφος για μια ουσιαστική ωρίμανση. Μέσα από τη σχέση τους, που απέχει πολύ από το στερεότυπο του ψυχρού ντιβανιού, ο Ντεμιάν μαθαίνει να κατασιγάζει τις ανασφάλειές του. Η μεταξύ τους σύνδεση είναι ζωντανή, γεμάτη συγκρούσεις, διαφωνίες, αλλά και βαθιά συμπάθεια· μια σχέση με σάρκα και οστά που μετατρέπει τους δύο πρωταγωνιστές σε πρόσωπα οικεία, σχεδόν δικά μας.

Παρά την ταμπέλα της «αυτοβοήθειας» που συχνά συνοδεύει το έργο του Bucay παγκοσμίως, το «Να σου πω μια ιστορία» καταφέρνει να δραπετεύσει από αυτήν. Είναι, εν τέλει, ένα καθαρόαιμο λογοτεχνικό κείμενο, όπου ο διάλογος και η ανταλλαγή εμπειριών γίνονται η γέφυρα για να κατανοήσουμε ξανά τον εαυτό μας και τους γύρω μας, μέσα από τη μαγεία της αφήγησης.

Με αφορμή αυτή την ιδιαίτερη σκηνική μεταφορά, η Parallaxi συνομίλησε με τον Δημήτρη Πλειώνη — τον άνθρωπο που υπογράφει τη σκηνοθεσία, τη διασκευή, αλλά και την ερμηνεία ρόλου στο έργο.

Λίγο πριν την πρεμιέρα του στο Metropolitan The Urban Theater, όπου θα παρουσιαστεί για τέσσερις μόνο παραστάσεις, από τις 16 έως τις 19 Απριλίου, ο δημιουργός μας ξεναγεί στον κόσμο του Bucay και μας εξηγεί γιατί οι ιστορίες παραμένουν το πιο πολύτιμο εργαλείο μας για να νοηματοδοτήσουμε τη ζωή.

Τι ήταν αυτό που σας παρακίνησε ώστε να κάνετε την επιλογή του συγκεκριμένου έργου;

-Η ανάγκη να δείξω στον κόσμο τι συμβαίνει στα άδυτα ενός δωματίου ψυχοθεραπείας. Εμένα για χρόνια φίλοι και γνωστοί με παρότρυναν να κάνω ψυχοθεραπεία και εγώ είχα μια άρνηση, το έβλεπα σαν βουνό. Δεν ήταν τελικά. Με έναν απλό τρόπο, το συγκεκριμένο βιβλίο σου αποκαλύπτει ότι η ζωή είναι λιγότερο πολύπλοκη και υπάρχουν λύσεις.

Λέγεται συχνά ότι κάθε ιστορία που αφηγούμαστε, με έναν τρόπο μας αποκαλύπτει και εμάς τους ίδιους ως ανθρώπους. Θυμάστε πότε ήταν εκείνη η στιγμή που μια ιστορία κέρδισε εσάς πραγματικά;

-Η ιστορία για την «αξία του δαχτυλιδιού» ήταν αποκαλυπτική για μένα. Πολλές φορές στη ζωή μου έχω αμφισβητήσει τον ίδιο μου τον εαυτό, δεν ξέρω αν αξίζω, αν έχω πάρει τον σωστό δρόμο… Ζητάω βοήθεια!

Αλλά από ποιον; Είναι σωστός ο περίγυρος που απευθύνομαι; Γιατί νιώθω χειρότερα αντί για καλύτερα με αυτά που μου λένε; Μήπως απευθυνόμαστε σε λάθος ανθρώπους; Βρισκόμαστε σε λάθος περιβάλλον;

Αυτή η ιστορία μιλάει για το πώς δεν πρέπει να αφήνουμε τους άλλους να καθορίζουν την αξία μας. Διαβάζοντας την ιστορία κατάλαβα ότι θα πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί με ανθρώπους με τους οποίους σχετιζόμαστε αλλά και το περιβάλλον στο οποίο βρισκόμαστε.

Τι σημαίνει για έναν δημιουργό να επιστρέφει στην ίδια ιστορία για πέμπτη χρονιά; Είναι μια πράξη επανάληψης ή μια διαρκής επανεφεύρεση;

-Όταν ξεκινήσαμε, ο στόχος μας ήταν να κάνουμε 14 παραστάσεις. Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν πίστευα ότι θα φτάναμε στα πέντε χρόνια, με συνεχόμενα sold out και με χιλιάδες παραστάσεις και θεατές σε όλη την Ελλάδα. Κάθε χρόνο λέμε ότι είναι η τελευταία φορά, μα είναι τόσο μεγάλη η ζήτηση από τον κόσμο, που λέμε ας το ξανακάνουμε για ακόμη μια φορά.

Η αλήθεια είναι ότι κάθε φορά που το πιάνουμε, εμβαθύνουμε όλο και περισσότερο στα άδυτα της ψυχής μας, ανακαλύπτοντας πάντα κάτι ακόμη, τόσο για εμάς όσο και για την παράσταση την ίδια.

Μεγαλώνοντας, μοιάζει να κουβαλάμε πολλές «αόρατες αλυσίδες». Πιστεύετε ότι οι ιστορίες μπορούν πραγματικά να μας βοηθήσουν να τις σπάσουμε – και αν ναι, πώς;

-Δυστυχώς, όλοι οι άνθρωποι κουβαλάμε μικρές ή μεγάλες αλυσίδες. Το χειρότερο είναι ότι υπάρχουν αλυσίδες και από τις προηγούμενες γενιές, που δεν είναι δικές μας αλλά τις φορτωνόμαστε. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να το δούμε αυτό, να το αναγνωρίσουμε. Δεν είναι εύκολο.

Πόσες φορές δεν έχουμε κατηγορήσει τους γονείς μας για συμπεριφορές τους, τις οποίες, αν δούμε καλά τον εαυτό μας, θα συνειδητοποιήσουμε ότι τις έχουμε κι εμείς. Αυτή η παράσταση ίσως σε βοηθήσει να δεις τον εαυτό σου και τις αλυσίδες σου. Για να μπορέσεις, όμως, να τις σπάσεις, χρειάζεται να κάνεις πολλή δουλειά μόνος σου. Ξεκίνα!

Τι κρατάτε από την εμπειρία σας, εάν κρατάτε, στο παιδικό θέατρο μέσα σε αυτή την παράσταση για ενήλικες;

-Η παιδική μας σκηνή (ΤΟΠΙ ΠΑΙΔΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ) διανύει φέτος τον 13ο χρόνο της και ένα από τα έργα που ανεβάσαμε πριν χρόνια ήταν ο «Αλυσοδεμένος ελέφαντας» του Χόρχε Μπουκάι, ένα έργο που βρίσκεται στο «Να σου πω μια ιστορία». Αυτό θα έλεγα πως είναι ο συνδετικός μας κρίκος με την παιδική μας σκηνή.

Τα παιδιά του σήμερα, δέχονται πιο εύκολα τις ιστορίες από τους ενήλικες;

-Τα παιδιά του σήμερα είναι μια γενιά, θα έλεγα, αδικημένη. Στην αρχή ήταν ο κορονοϊός, μια περίοδος κατά την οποία έχασαν πάρα πολύ παιχνίδι με τους φίλους τους και αναγκάστηκαν να κάνουν μαθήματα στην οθόνη.

Παράλληλα, οι γονείς είναι πολύ απασχολημένοι με δουλειές και δεν δίνουν τον απαραίτητο χρόνο στα παιδιά. Ως εκ τούτου, βλέπουμε παιδιά με εντάσεις, νεύρα, συσσωρευμένο στρες και δυσκολία έκφρασης των συναισθημάτων τους. Τα περισσότερα είναι εθισμένα στην οθόνη και δεν έχουν καθόλου όρια.

Το θέατρο θεωρώ ότι θα πρέπει να είναι για αυτά μια πολιτιστική ανάσα. Μια ζωντανή παράσταση που αντικατοπτρίζει την αλήθεια και σε φέρνει αντιμέτωπο με θέματα που κρύβονται μέσα σου, θα μπορούσε να είναι αποκαλυπτική. Εγώ, μετά από κάθε παιδική μας παράσταση, λέω στους γονείς, να πηγαίνετε θέατρο!

Ένας άνθρωπος μπορεί να αλλάξει/αναγνωρίσει το «πώς» του ουσιαστικά χωρίς ψυχοθεραπεία; Ή είναι αναγκαίο για να δούμε βαθύτερα τον εαυτό μας;

-Πρόσφατα διάβασα κάπου ότι κάποιος έπαθε ένα ατύχημα με τη μηχανή του, έπεσε και χτύπησε σοβαρά στη μέση, σχεδόν έσπασε όλους τους σπονδύλους του. Του πρότειναν να κάνει εγχείρηση και να βάλει λάμες, κάτι το οποίο θα του δυσκόλευε τη μετέπειτα ζωή και το περπάτημα για την υπόλοιπη τη ζωή του, όμως θα περπάταγε.

Εκείνος αρνήθηκε αυτή την προοπτική, επέστρεψε σπίτι του, κλινήρης και με τη δύναμη του μυαλού του, μέρα τη μέρα, κατάφερε να επαναφέρει τους σπονδύλους έναν έναν και να γίνει καλά και να περπατήσει όπως πριν. Είναι μία αληθινή ιστορία. Πόσοι όμως μπορούν να το κάνουν…

Ο Jorge Bucay γράφει ότι «όποιος θέλει την αλήθεια πρέπει να είναι έτοιμος να χάσει την ηρεμία του για πάντα». Ο Ντέμιαν είναι ένας ανήσυχος νέος που βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την αναζήτηση. Υπάρχει τρόπος να «γνωρίσουμε» τον εαυτό μας χωρίς να χάσουμε την εσωτερική μας ισορροπία;

-Αν έχουμε εσωτερική ισορροπία, δεν θα χρειαστεί να κάνουμε ψυχοθεραπεία. Συνήθως μετά από τρικυμίες και ανισορροπίες προσβλέπουμε για βοήθεια. Και όταν ξεκινήσουμε, υπάρχουν πολλά στάδια που θα περάσουμε προς την αυτογνωσία, όπως η αμφισβήτηση, το μίσος, η άρνηση ,ο θυμός, η διαπραγμάτευση. Υπάρχει πολλή ανισορροπία μέχρι να φτάσουμε στην ισορροπία.

Υπάρχει κάποιο μήνυμα, ένας προβληματισμός που θα θέλατε να ακολουθήσει τον θεατή εκ των υστέρων – αφότου τελειώσει η παράσταση;

-Έκανα αυτή την παράσταση ως έναν αποχαιρετισμό στη μητέρα μου. Ήταν τόσο ξαφνική η φυγή της, δεν είχα προετοιμαστεί καθόλου γι’ αυτό, που διαλύθηκα. Τότε ήταν που για πρώτη φορά ξεκίνησα ψυχοθεραπεία. Ίσως για να της πω αυτά που δεν μπόρεσα να αρθρώσω όταν την είχα δίπλα μου. Προσωπικά, η ψυχοθεραπεία με βοήθησε να ορθοποδήσω και να γνωρίσω λίγο περισσότερο τον εαυτό μου.

Αν κάτι θα ήθελα από το κοινό να πάρει φεύγοντας είναι ότι όλοι λίγο-πολύ τις ίδιες ανησυχίες έχουμε, πιο πολλά κοινά πάρα διαφορές και ότι αν γνωρίσουμε λίγο παραπάνω τον εαυτό μας θα κατανοήσουμε και τον δίπλα μας και ίσως καταλάβουμε ότι η ζωή είναι πολύ όμορφη τελικά.

*Metropolitan The Urban Theater (Αλ. Φλέμινγκ 2) |Πέμπτη 16 Απριλίου έως Κυριακή 19 Απριλίου | Τιμές εισιτηρίων: από 13 ευρώ | Ηλεκτρονικά εισιτήρια: MORE

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα