Είστε όλοι σας καθάρματα: Ελλάδα 2.0 – «Γιατί δεν θυμώνουμε;»
Η Parallaxi συνομίλησε με τον σκηνοθέτη Χριστόφορο Χριστοφορίδη λίγο πριν το ανέβασμα της παράστασης στη σκηνή του Θεάτρου Τεχνών
Το έργο του Rodrigo García δεν χρειάζεται συστάσεις για όσους αναζητούν ένα θέατρο που δεν χαρίζεται. Στη Θεσσαλονίκη, μας το σύστησε για πρώτη φορά ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης στο Θέατρο Όρα, φέρνοντας το κοινό αντιμέτωπο με τη σκληρή, ωμή ειλικρίνεια ενός κειμένου που μοιάζει να γράφτηκε για να ξεβολέψει.
Σήμερα, η παράσταση επιστρέφει στην πόλη σε μια νέα, επίκαιρη εκδοχή από τον σκηνοθέτη Χριστόφορο Χριστοφορίδη. Με την διαφορά ότι στον τίτλο προστίθεται και το: Ελλάδα 2.0. H παραγωγή που φιλοξενείται στο Θέατρο Τεχνών Θεσσαλονίκης επιχειρεί να συνδέσει τον εκρηκτικό λόγο του García με τη δική μας, τρέχουσα πραγματικότητα.
Πώς μεταβολίζεται ένα τέτοιο κείμενο μέσα στις συλλογικές μας μνήμες και τα τραύματα; Ποιο είναι το όριο ανάμεσα στην ατομική ερμηνεία και τη δημιουργία ενός «καθρέφτη» της κοινωνίας μας; Και τελικά, ποιος είναι ο ρόλος του πολιτικού θεάτρου σε μια εποχή που η πληροφορία μάς έχει κάνει να χτίζουμε άμυνες απέναντι σε όλα;
H Parallaxi συνομίλησε με τον Χριστόφορο Χριστοφορίδη και ακουμπήσαμε ζητήματα που αφορούν τη διαδικασία της διασκευής, τη σωματικότητα της παράστασης και τον σκοπό, φυσικά, που επιλέχθηκε αυτό το έργο.
Ο τίτλος είναι προκλητικός, αλλά το περιεχόμενο είναι κάτι πολύ βαθύτερο από μια απλή πρόκληση. Το κείμενο δομείται πάνω σε θραύσματα γεγονότων που μεταφέρουν μια ωμή πραγματικότητα, μέσα από ημερολογιακές αφηγήσεις και μια γλώσσα ελευθεριάζουσα, που αφήνει περιθώρια στον τρόπο χειρισμού της.
Πίσω από τις γενικευμένες σκέψεις και τις συνεχείς μεταπηδήσεις στον χρόνο, αναδεικνύεται η ταυτότητα ενός αμφισβητία συγγραφέα με βαθιές κοινωνικές ανησυχίες.
Γεννημένος στο Μπουένος Άιρες και εγκατεστημένος στη Μαδρίτη, ο García ίδρυσε τη θρυλική ομάδα La Carnicería Teatro (Θέατρο Κρεοπωλείο), επαναπροσδιορίζοντας τα όρια της performance και της πολιτικής παρέμβασης. Όπως λέει και ο ίδιος:
«Κάνω θέατρο γιατί δεν μ’ αρέσει ο κόσμος έτσι όπως είναι οργανωμένος. Δεν θέλω να υποταχτώ στον κοινό νου, δεν τη θέλω αυτή τη συναίνεση που προσπαθούν να μας επιβάλουν. Αν υπάρχει μήνυμα στα έργα μου, αυτό είναι το πολιτικώς μη ορθόν.»
Αυτή ακριβώς η άρνηση υποταγής στον «κοινό νου» αποτελεί και το έναυσμα για τη νέα σκηνική απόπειρα του Χριστόφορου Χριστοφορίδη.
Πώς βιώσατε τη διαδικασία της διασκευής και ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη μεταφορά ενός τόσο ωμού κειμένου στα δεδομένα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας;
Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να παραμείνει ζωντανή η ένταση του κειμένου χωρίς να γίνει απλώς μια μεταφορά του. Το έργο του Rodrigo García έχει μια σκληρότητα που δεν επιτρέπει εύκολες λύσεις.
Προσπαθήσαμε να το φέρουμε μέσα στην ελληνική πραγματικότητα διασκευασμένο από την Ελευθερία Καμπαγιοβάνη συνδέοντας το με γεγονότα και εμπειρίες που όλοι αναγνωρίζουμε.
Η διασκευή ήταν μια διαδικασία διαλόγου ανάμεσα στο αρχικό κείμενο και στη δική μας ιστορική και κοινωνική εμπειρία.

Πώς θα περιγράφατε αυτόν τον εσωτερικό ρυθμό του κειμένου και με ποιον τρόπο εξυπηρετεί την ανάδειξη των θεμάτων που θίγετε;
Ο ρυθμός του κειμένου είναι σχεδόν παλμικός. Κινείται ανάμεσα σε ένταση και παύση, σε σύγκρουση και σιωπή.
Αυτός ο ρυθμός επιτρέπει στο κοινό να περάσει από τη σκέψη στο συναίσθημα και πίσω ξανά. Είναι ένας τρόπος να αναδειχθούν τα θέματα της μνήμης, της ευθύνης και της συλλογικής εμπειρίας χωρίς να γίνουν απλώς θεωρητικές έννοιες.
Σκηνοθετικά, πώς δουλέψατε με τους τρεις ηθοποιούς σας; Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στην ατομική ερμηνεία και τη δημιουργία ενός συλλογικού «καθρέφτη» επί σκηνής;
Η δουλειά με τους τρεις ηθοποιούς, τον Αλέξη, τη Βασιλική και την Αλεξάνδρα, βασίστηκε στην ιδέα ότι δεν εκπροσωπούν μόνο τρεις χαρακτήρες αλλά τρεις διαφορετικές όψεις μιας συλλογικής εμπειρίας.
Μας ενδιέφερε να υπάρχει η προσωπική φωνή του κάθε ηθοποιού, αλλά ταυτόχρονα να δημιουργείται επί σκηνής μια κοινή ενέργεια, σαν ένας καθρέφτης μιας κοινωνίας που μιλά μέσα από πολλά στόματα.
Σε αυτό βοήθησε πολύ η δραματουργική δουλειά της Ελευθερίας, η οποία συνέβαλε στη δομή και στον τρόπο που οι φωνές αυτές συναντιούνται και συγκρούονται. Παράλληλα, η κινησιολογία του Τάσου έδωσε στο σώμα έναν εξίσου σημαντικό ρόλο με τον λόγο. Το σώμα γίνεται φορέας έντασης, μνήμης και σχέσης μεταξύ των ηθοποιών.
Έτσι η παράσταση δεν λειτουργεί μόνο ως ατομική ερμηνεία, αλλά ως μια συλλογική παρουσία που κοιτάζει τον θεατή και του επιστρέφει την εικόνα της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε.

Είναι αναγκαίο η τέχνη να είναι πολιτική; Τι σημαίνει για εσάς «πολιτικό θέατρο»;
Η τέχνη δεν χρειάζεται να δηλώνει ότι είναι πολιτική για να είναι. Από τη στιγμή που μιλά για τον άνθρωπο και την κοινωνία, ήδη βρίσκεται μέσα στο πεδίο της πολιτικής. Για μένα πολιτικό θέατρο είναι εκείνο που δεν φοβάται να θέσει ερωτήματα για την πραγματικότητα που ζούμε και να φέρει τον θεατή αντιμέτωπο με αυτά.
Είναι τελικά η σύγχρονη ελληνική ιστορία ένας φαύλος κύκλος συλλογικού τραύματος;
Δεν ξέρω αν είναι ακριβώς ένας φαύλος κύκλος, αλλά σίγουρα είναι μια ιστορία που επαναλαμβάνεται επικίνδυνα εύκολα. Η ελληνική κοινωνία έχει την τάση να ξεχνά γρήγορα και να συγχωρεί ακόμη πιο γρήγορα.
Και όταν μια κοινωνία δεν κοιτάζει πραγματικά το παρελθόν της, το παρελθόν επιστρέφει πάντα με άλλη μορφή.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα τραύματα που κουβαλάμε. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά μαθαίνουμε να ζούμε μαζί τους χωρίς να τα αντιμετωπίζουμε. Κάποια στιγμή αυτό παύει να είναι απλώς μνήμη και γίνεται κανονικότητα.
Και τότε η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται τυχαία. Την αφήνουμε εμείς να επαναληφθεί.

Στο δελτίο τύπου αναφέρεται ότι η παράσταση είναι ένα «κράμα ντοκουμέντου».
Εννοείτε τα ιστορικά γεγονότα ή τα «εσωτερικά ντοκουμέντα» που φέρει ο κάθε άνθρωπος ως βίωμα; Μήπως αυτό το μωσαϊκό είναι που σηματοδοτεί ότι η όποια αλλαγή ξεκινά τελικά από τη μονάδα;
Αφορά και τα δύο. Υπάρχουν τα ιστορικά γεγονότα που όλοι γνωρίζουμε, αλλά υπάρχουν και τα προσωπικά βιώματα που κουβαλά κάθε άνθρωπος. Αυτά τα δύο επίπεδα συναντιούνται στη σκηνή.
Η δραματουργός της παράστασης, η Ελευθερία Καμπαγιοβάνη, βοήθησε να οργανωθεί αυτή η συνάντηση ώστε το προσωπικό και το συλλογικό να συνυπάρχουν.

Η παράσταση ακροβατεί ανάμεσα στο θέατρο ντοκουμέντου και την αισθητική του in-yer-face theater. Είναι ένας τρόπος να σπάσετε την άμυνα του θεατή;
Σε έναν βαθμό ναι. Ζούμε σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι συνεχής και συχνά μας κάνει να αμυνόμαστε απέναντι σε όσα βλέπουμε. Η σκηνική ένταση δεν υπάρχει για να σοκάρει, αλλά για να σπάσει αυτή την άμυνα και να δημιουργήσει μια πιο άμεση σχέση ανάμεσα στη σκηνή και τον θεατή.
Σε ποιο σημείο αυτής της «σχισμής» θεωρείτε ότι ανήκει περισσότερο η δική μας γενιά;
Η δική μας γενιά βρίσκεται κάπου στη μέση. Δεν ζήσαμε πολλά από τα μεγάλα γεγονότα του παρελθόντος, αλλά ζούμε ακόμη μέσα στις συνέπειές τους.
Μεγαλώσαμε ακούγοντας ιστορίες για αυτά, ενώ ταυτόχρονα βλέπουμε ότι κάποια από τα ίδια προβλήματα συνεχίζουν να εμφανίζονται με άλλες μορφές.
Γι’ αυτό η θέση μας είναι λίγο παράξενη. Από τη μία κουβαλάμε μια μνήμη που δεν είναι δική μας εμπειρία, από την άλλη έχουμε την ευθύνη να αποφασίσουμε αν θα συνεχίσουμε να την αναπαράγουμε ή αν θα προσπαθήσουμε να την αλλάξουμε.

Είναι το «δεν ήξερα» ή το «επέλεξα να ξεχάσω» ένας τρόπος να αποφύγουμε την ευθύνη;
Πολλές φορές ναι. Η άγνοια ή η λήθη μπορεί να λειτουργήσουν σαν μηχανισμοί άμυνας. Όμως η ευθύνη ξεκινά από τη στιγμή που επιλέγουμε να κοιτάξουμε τα πράγματα όπως είναι και να αναγνωρίσουμε τη θέση μας μέσα σε αυτά.
Όταν σβήσουν τα φώτα της σκηνής, τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής;
Δεν θα ήθελα να φύγει με μια απάντηση αλλά με ένα ερώτημα. Να αναρωτηθεί σε ποιο σημείο της καθημερινότητάς του συναντά αυτά τα θέματα που βλέπει στη σκηνή. Αν η παράσταση καταφέρει να δημιουργήσει αυτή τη σκέψη, τότε έχει ήδη πετύχει κάτι σημαντικό.

Τι ακολουθεί μετά την αναγνώριση του «καθάρματος» μέσα μας;
Ίσως το πιο δύσκολο βήμα είναι η αυτογνωσία. Η αναγνώριση ότι όλοι συμμετέχουμε με κάποιο τρόπο στην πραγματικότητα που ζούμε. Από εκεί και πέρα, η αλλαγή δεν είναι κάτι θεαματικό είναι μικρές στάσεις και επιλογές που διαμορφώνουν σταδιακά έναν διαφορετικό τρόπο να υπάρχουμε μαζί και η φωνή μέσα μας πρέπει να αναπαράγει την ερώτηση γιατί δεν θυμώνουμε;

*Θέατρο Τεχνών Θεσσαλονίκης | Από Παρασκευή 27 Μαρτίου έως 5 Απριλίου κάθε Παρασκευή, Σάββατο & Κυριακή | Ηλεκτρονικά εισιτήρια: ΕΔΩ
