Μάριος Κακουλλής: Η αθέατη «εγγραφή» των τραυμάτων που μας διαμορφώνουν
Ο σκηνοθέτης μιλάει στη Parallaxi για τις «Στρακαστρούκες», τη συγγένεια των ανθρώπινων ιστοριών και τη δύσκολη αναμέτρηση με το παρελθόν.
Με αφορμή την επιστροφή της sold-out παράστασης «Στρακαστρούκες» στη σκηνή του θεάτρου Αυλαία, είχα τη χαρά να συνομιλήσω με τον σκηνοθέτη Μάριο Κακουλλή. Έναν δημιουργό που, με εφόδια τις σπουδές του στο Εθνικό Θέατρο και μια διαδρομή γεμάτη βραβεία και διεθνείς συμμετοχές (από την Κύπρο έως τη Σαγκάη), καταφέρνει να μπολιάζει κάθε του δουλειά με μια ιδιαίτερη αισθητική ταυτότητα.
Στις «Στρακαστρούκες», ο Μάριος καλείται να διαχειριστεί το πρώτο θεατρικό κείμενο του ηθοποιού και τραγουδοποιού Δημήτρη Σαμόλη. Η ιστορία μας μεταφέρει δέκα λεπτά πριν την Ανάσταση σε ένα χωριό της Κρήτης. Εκεί, ο Κωνσταντής, ένα αγόρι που μεγάλωσε μέσα στις σιωπές της «αγίας ελληνικής οικογένειας» και τη σκληρότητα της επαρχίας, ετοιμάζεται για το δικό του «μπαμ».
Στη συζήτησή μας, εξηγεί πώς αυτή η ιστορία συνάντησε τα δικά του βιώματα, όχι ως μια ξένη μαρτυρία, αλλά ως κάτι βαθιά οικείο. Όπως ο ίδιος επισημαίνει, οι ιστορίες που αφηγούμαστε έχουν μια εγγενή συγγένεια μεταξύ τους, αφού είναι στην ουσία κοινές, με μόνες μεταβλητές τα ονόματα, τους χαρακτήρες και τις τοποθεσίες. Αυτή η διαπίστωση του επέτρεψε να αφήσει ένα ισχυρό προσωπικό αποτύπωμα στην παράσταση.
Μας μιλά για τη μαγεία της ντοπιολαλιάς που καταργεί τα φίλτρα, την πρόκληση του να σκηνοθετείς έναν δημιουργό που ερμηνεύει το δικό του έργο, αλλά και την ανάγκη να φωτίζονται queer ιστορίες χωρίς το πέπλο της λύπησης. Μέσα από ένα σκηνικό «unboxing» αναμνήσεων, η παράσταση «Στρακαστρούκες» μας υπενθυμίζει ότι, όσο μακριά κι αν φύγουμε, οι «πόλεις» μας θα μας ακολουθούν πάντα, μέχρι να αποφασίσουμε να τις μετουσιώσουμε σε τέχνη.
Πρόκειται για το πρώτο θεατρικό του Δημήτρη, επομένως θέλω να σε ρωτήσω πώς έφτασε αυτό το έργο στα χέρια σου. Αλλά και τι ήταν αυτό, που σε έκανε ως Κύπριο να διαβάσεις πίσω από τις γραμμές που αφορούν την ελληνική επαρχία. Πώς αυτή η ιστορία βρήκε αντίκρισμα στον δικό σου κόσμο προσωπικά ;
Ο Δημήτρης ήταν αυτός που με κάλεσε, λέγοντας μου πως έχει αυτό το κείμενο και θα ήθελε να το διαβάσω. Να πω ότι είναι από τις πρώτες φορές που κάποιος με κάλεσε για να σκηνοθετήσω κάτι το οποίο δεν είναι δικό μου ή της ομάδας μου. Σε δεύτερο χρόνο είναι γενικά κάτι που με εξιτάρει: το να δουλεύω με ανθρώπους, που όχι μόνο δεν έχω ξανά συνεργαστεί, αλλά και που δεν γνωρίζω.
Οπότε με μεγάλη χαρά, διάβασα το κείμενο. Με το που τελείωσα την ανάγνωση, κατάλαβα ότι πρόκειται για μια ιστορία η οποία δεν πρέπει να μείνει στο συρτάρι, και ότι πρέπει να ακουστεί. Είτε την κάνω εγώ είτε όχι. Κι αυτό γιατί είχα πίστη στην ιστορία αλλά και στο αντίκτυπο που αυτή θα είχε στον κόσμο.
Με έκανε να συνειδητοποιήσω την συγγένεια που έχουν οι ιστορίες που γράφουμε μεταξύ τους. Είναι όλες κοινές, απλά αλλάζουν τα ονόματα, οι χαρακτήρες και οι τοποθεσίες τους – επομένως, δεν σκέφτομαι ότι η «ελληνική επαρχία» είναι το ένα και το αυτό.
Είναι μια άλλη «μικρή κοινωνία», στην οποία, όπως αντιλαμβάνεσαι είναι πολύ πιο εύκολο να συμβούν τέτοιου είδους συμβάντα που είναι δραματικά. Χωρίς να σημαίνει ότι ο κόσμος που ζει στις μεγαλουπόλεις δεν υποφέρει. Ίσως, όντως στην επαρχία τα πράγματα να είναι πιο έντονα.
Εξάλλου, ο κεντρικός χαρακτήρας του έργου ονειρεύεται μια ζωή που δεν χωράει στο χωριό του – θέλει να πάει στην πόλη. Ωστόσο, ακόμα και όταν επιτέλους καταλήξει εκεί, καταλαβαίνει πως εξακολουθούν τα προβλήματα που είχε να τον ακολουθούν.

Η φυγή από το οικείο είναι όμως ένας τρόπος αναπόφευκτος για όποιον θέλει να κοιτάξει τα, αν μη τι άλλο, τραύματα του κατάματα; ώστε σε δεύτερο χρόνο να τα αντιμετωπίσει;
Κοίτα, αυτό είναι αρκετά προσωπικό. Επομένως πολύ διαφορετικό σε κάθε περίπτωση. Όμως, επί προσωπικού, στη δική μου περίπτωση αυτό συνέβη. Έφυγα από την Κύπρο και πήγα σε έναν άλλο χώρο, δημιουργώντας έτσι, μια μεγάλη απόσταση.
Έτσι ώστε να παρακολουθήσω τι συμβαίνει, αλλά και που βρίσκομαι εγώ μέσα σε όλο αυτό. Πρώτα δρα το ένστικτο. Είτε για να σε προστατέψει ή για να προκαλέσει αν θες. Χτυπάει την πόρτα και αν εσύ ανοίξεις, τότε αυτομάτως μπαίνεις μέσα σε μια άλλη πίστα.
Στην περίπτωση της Αθήνας, επειδή βρίσκεται αρκετά κοντά από τη Κύπρο, είναι ένα αρκετά ασφαλές περιβάλλον: που επιτρέπει ακόμα και στον “νέο” χώρο να ξεκινήσεις το δικό σου προσωπικό ταξίδι.
Παρόλα αυτά, τις πρώτες μέρες, είχαν μπλεχτεί τα όνειρά μου. Σε αυτό συνέδραμαν: το γεγονός ότι με το που έφτασα μπήκα στο εθνικό, είχα πάρα πολλά καινούργια ερεθίσματα, η κυπριακή γλώσσα, από το μικρό πλαίσιο που βρισκόμουνα, βρέθηκα ξαφνικά σε ένα πολύ μεγαλύτερο.
Αυτό που έγινε όμως ήταν τρομερό. Σκέψου ότι λίγο πριν το τέλος της χρονιάς, σχεδόν το μισό εθνικό μιλούσε κυπριακά. Δεν μπορούσα να μπω σε αυτή τη διαδικασία, γιατί ξέρεις μπαίνει αυτόματα ένα φίλτρο.
Στα ελληνικά υπάρχουν λέξεις με τις οποίες δεν έχουμε μεγαλώσει εμείς, δεν είναι εμποτισμένες στη γλώσσα του σώματος και του κορμιού μας. Αν μπεις στη διαδικασία να αλλάξεις κάτι – ξαφνικά μπαίνει ένα φίλτρο το οποίο σπάει σε πολύ μεγάλο βαθμό τον αυθορμητισμό της στιγμής.
Για εμένα, το αυθόρμητο είναι πολύ πηγαίο. Τόσο στην τέχνη, όσο και στην προσωπική μου ζωή.
Στάθηκα τυχερός, γιατί το πλαίσιο στο οποίο βρισκόμουνα, έβρισκε την ντοπιολαλιά της Κύπρου τόσο συναρπαστική. Όταν ήταν κουρασμένοι, χρησιμοποιούσαν φράσεις που τους είχα μάθει, λες και εκείνοι ήταν αυτοί που προσπαθούσαν να έρθουν προς τα εμένα.
Επαναλαμβάνω όμως, ότι βρισκόμουν σε ένα πολύ ασφαλές περιβάλλον – με ανθρώπους που είχαμε έναν πολύ κοινό πυρήνα: το θέατρο.

Αυθόρμητα λοιπόν και εγώ, σκέφτομαι κάτι που μπορεί να συνδέεται με το έργο: ότι οι καμπάνες της Ανάστασης κτύπησαν σε ένα ανύποπτο χρονικό διάστημα. Μήπως είναι μια υπενθύμιση στην οποία πρέπει να αντιληφθούμε ότι η λύτρωση δεν έρχεται ποτέ όταν προγραμματίζεται;
Ο Δημήτρης έγραψε μια πολύ ωραία ιστορία. Η οποία είναι μέσα στο Πάσχα, την Άνοιξη και την Ανάσταση: η οποία είναι πολυεπίπεδη, με διαφορετικούς συμβολισμούς και αναγνώσεις.
Αυτό είναι όμως και το πιο ωραίο της, υπενθυμίζοντας μας ότι δεν έχουν όλα τα πράγματα μια ανάγνωση.
Έτσι λοιπόν και εμείς κινηθήκαμε στη δημιουργία με αυτή τη λογική: τόσο αισθητικά, όσο και σκηνικά αφήνοντας, ή μάλλον καλύτερα, επιτρέποντας στον θεατή να αναπτύξει τον δικό του χώρο νοηματοδότησης. Ώστε εκ των υστέρων, να προκύψουν διαφορετικές οπτικές αναφορικά με το έργο.
Ωστόσο, η ίδια ιστορία, από μόνη της έχει αυτή τη δυναμική να σου ξετυλίγεται σιγά σιγά. Έτσι και στον θεατή που πρόκειται να παρακολουθήσει. Σε όσες παραστάσεις, τουλάχιστον παρακολούθησα εγώ βρήκα πολύ ωραίο το γεγονός ότι βρίσκει πάντα τρόπο να συγκινεί. Διαφορετικά τον καθένα.
Ήταν σκηνοθετικό στοίχημα για εσένα, το γεγονός ότι είχες να διαχειριστείς έναν ηθοποιό ο οποίος ταυτόχρονα είναι και ο συγγραφέας του έργου;
Ήταν περισσότερο πρόκληση, παρά δυσκολία. Ιδιόμορφο, καθώς ο Δημήτρης δεν έγραψε μόνο το έργο, αλλά και τους στίχους, όπως και τη μουσική που ακούγεται στη παράσταση.
Όταν κάποιος έρχεται ξαφνικά και σου λέει «εγώ αυτό που φαντάστηκα είναι..» και είσαι και εσύ μέρος αυτής της δημιουργικής διαδικασίας, που το βλέπει διαφορετικά, τότε θα υπάρξει πάντα εκείνο το σημείο όπου πρέπει να αποδεχτεί ένας από τους δύο να μπει στον άλλο κόσμο.
Στη δική μας περίπτωση, νομίζω ότι προτείναμε έναν πολύ ωραίο κόσμο. Είναι κάτι που συνδιαμορφώθηκε και σε αφήνει να ταξιδέψεις – δίνοντας σου χώρο. Ο Δημήτρης μου είχε πει εξάλλου από την αρχή ότι ήθελε μια παράσταση τέτοια που να είναι πρακτική: να μην στέκεται και απλά να μιλάει.
Η αλήθεια, είναι πως η σκηνοθετική, σκηνογραφική συνθήκη που έχουμε βρει είναι αρκετά ενεργή. Ο ίδιος είναι πολύ ενεργητικός καθώς – επάνω στη σκηνή υπάρχουν μεταξύ άλλων ένα κουτί, μια ντουλάπα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ο ίδιος κάνει unboxing συνεχώς διαφορετικά πράγματα. Συγκεκριμένα, αναμνήσεις που αφηγούνται την ιστορία που πρόκειται να παρακολουθήσετε.
Είναι από τη μια συναρπαστικό και από την άλλη περίεργο. Ειδικά το γεγονός όπου ο άλλος μοιράζεται τον κόσμο που ονειρεύτηκε και εσύ πρέπει να φέρεις μπροστά και την δική σου ονειροπόληση. Είναι πάντα ένα στοίχημα συντονισμού, συνύπαρξης και σεβασμού μεταξύ όλων των συντελεστών.
Κάθε σκηνοθέτης για εμένα, το πιο σημαντικό καθήκον που έχει, είναι να πλάσει έναν ολόκληρο κόσμο που ο θεατής βλέποντας όλο αυτό το πράγμα να το χάψει, ώστε να κατοικήσει αυτό το σύμπαν. Κι αυτό νομίζω πως η παράστασή μας το πετυχαίνει.

Αναφορικά με την παράσταση: ο Κωνσταντής, δυσκολεύεται να κατανοήσει την κακία των ανθρώπων που τον περιτριγυρίζουνε – πόσο διατεθειμένος ένιωσες εσύ να κατανοήσεις αυτή την «κακία» ;
Εξαρτάται πάντα από τη φάση που βιώνει ο καθένας την δεδομένη στιγμή στη ζωή του. Εγώ, μετά από κάποια χρόνια ψυχοθεραπείας – μπορώ να φιλτράρω έως έναν βαθμό τις προθέσεις του κάθε ανθρώπου που με προσεγγίζει. Το μικρό της ηλικίας, ίσως να μας καθιστά περισσότερο ευάλωτους, με πιο αργά αντανακλαστικά σε τέτοια ζητήματα. Δεν καταλαβαίναμε πολλά, αλλά σίγουρα εγγράφονταν πάνω μας.
Με το πέρας του χρόνου, τα ανακαλύπτεις, σιγά σιγά. Από την άλλη, δεν μπορούμε να κανονικοποιούμε τέτοιου είδους συμπεριφορές – όπως επίσης δεν μπορείς να πεις κάποιου να φανεί δυνατός ή να το αντέξει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
Πρόκειται για καταστάσεις στις οποίες δεν μπορείς να γνωρίζεις. Έχουν να κάνουν με την προσωπικότητα του καθενός και το πόσο δυνατός, εύθραυστός ή ευάλωτος είναι: νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια ξεκινάει να αλλάζει κάτι, με την ορατότητα.
Είναι ένα τεράστιο κομμάτι της παράστασης αυτό. Αποσκοπεί στην καλύτερη ορατότητα και ανάδειξη τέτοιων ιστοριών. Αν θέλουμε να “αλλάξουμε” τον κόσμο, είναι μέσα από τη δουλειά μας. Χωρίς να λέω ότι κάνω μια παράσταση η οποία είναι σταθμός.
Απλά είναι μια ιστορία, που όταν τη διάβασα είπα ότι πρέπει να ακουστεί. Νομίζω σε αυτό οφείλεται ένα κομμάτι της επιτυχίας: όταν βρίσκεις κομμάτια που σου μιλούν τόσο στο συνειδητό όσο και στο ασυνείδητο με ένα τρόπο βαθύ. Γιατί; μάλλον όλοι έχουμε ζήσει την ιστορία του Κωνσταντή είτε από τη μια, είτε από την άλλη πλευρά.
Η λάθος πλευρά που παίρνουμε απέναντι στα πράγματα μπορεί να οφείλεται στο φόβο ή στην ανάγκη μας να αισθανόμαστε αρεστοί στην πλειονότητα. Το τρομακτικό είναι ότι δεν ξέρεις ποτέ ποια και πότε θα είναι εκείνη η στιγμή όπου η κίνηση σου, θα σηματοδοτήσει τόσα πολλά για εσένα στο μέλλον.
Καταλήγω στο ότι δεν ξέρεις πού θα είσαι, αλλά μπορείς να αποφασίσεις το που και με το ποιους θα είσαι.
Ο Κωνσταντής, όταν κατάλαβε ότι το περιβάλλον στο οποίο βρισκότανε δεν του έκανε, μεταφέρθηκε. Ωστόσο, ακόμα και όταν έφυγε ήρθε αντιμέτωπος με τα ίδια προβλήματα.
Καβαφικός ο Κωνσταντής, επομένως οι θεματικές που θίγει η παράσταση ακουμπούν έναν υπαρξιακό πυρήνα, ακουμπόντας ζητήματα πανανθρώπινα…
Σκέφτομαι, πολλές φορές, ότι όλες αυτές οι ιστορίες – οι gay, queer ιστορίες: τις εκλαμβάνουμε, τις διαχειριζόμαστε με μια λύπηση. Είναι κάτι το οποίο δεν ήθελα. Αντί αυτού επιλέξαμε να πούμε αυτή την ιστορία, όσο τραγική και αν είναι, με μια διαφορετική ματιά.
Σε αυτό βοήθησε και η γραφή του Δημήτρη που είχε το χιούμορ της αλλά και μια εναλλασσόμενη ψυχολογική διάθεση που προκαλεί στον θεατή την αίσθηση ότι βρίσκεται σε ένα rollercoaster.
Είναι πολλά τα σημεία όπου μπορεί κανείς να συνδεθεί με τα πράγματα που συμβαίνουν στην παράσταση. Και νομίζω ότι είναι ωραίο να συνδέεσαι όταν πηγαίνεις στο θέατρο. Όχι αναγκαστικά να ταυτίζεται, παρά να υπάρχει μια σύνδεση.
Η σύνδεση φέρνει την παρατήρηση, αυτή την σκέψη και μετά έρχεται ο διάλογος.
