Μπήκαμε στις πρόβες της νέας παραγωγής του ΚΘΒΕ: «Ήλιος με Ξιφολόγχες»
Μια πυρκαγιά, ένα θαμμένο πτώμα και η άνοδος του φασισμού: Η Ελένη Ευθυμίου σκηνοθετεί το εμβληματικό έργο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, μεταμορφώνοντας τη σκηνή του ΕΜΣ σε μια σκοτεινή ακτινογραφία της Θεσσαλονίκης του 1931
Παρατηρεί κανείς το τελευταίο διάστημα, όλο και πιο συχνά, παραστάσεις που σχετίζονται με το παρελθόν της πόλης όπου ζούμε. Της Θεσσαλονίκης. Ή αλλιώς Σαλονίκης, Salonica, Selanik σε ένα μακρινό «τότε» που ακόμα και στο πιο «κοντινό τώρα» – άνθρωποι δηλαδή του σήμερα επιλέγουν πεισματικά να αναδεικνύουν στρώσεις αυτού του παλίμψηστου τοπίου που περπατάμε καθημερινά.
Ονόματα που αντηχούν ένα μακρινό «τότε», το οποίο η παράσταση «Ήλιος με ξιφολόγχες» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη επιλέγει πεισματικά να ανασύρει στο σήμερα. Σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου και διασκευή του Δημήτρη Ζάχου, το έργο μεταμορφώνει τη σκηνή του ΚΘΒΕ σε μια σκοτεινή, κινηματογραφική ακτινογραφία της Θεσσαλονίκης του 1931.
Είναι μια εποχή που η πόλη «βράζει» μέσα στις αντιθέσεις της. Από τη μία, η μεγαλοαστική αίγλη, η υψηλή ραπτική και οι ευρωπαϊκοί χοροί· από την άλλη, η εξαθλίωση της προσφυγιάς, τα συσσίτια και ο υπόκοσμος της Μπάρας. Μέσα σε αυτό το πολυπολιτισμικό κέντρο που πασχίζει να ομογενοποιηθεί, το «αυγό του φιδιού» εκκολάπτεται ήσυχα στις ρωγμές της κοινωνίας, προμηνύοντας την άνοδο του φασισμού.

Στο επίκεντρο της δράσης, ο ταγματάρχης Γόρδιος Κλήμεντος —ένας ήρωας με τη μοναχικότητα ενός Corto Maltese, προσπαθεί να εξιχνιάσει τα αίτια μιας πυρκαγιάς σε εβραϊκό συνοικισμό, η οποία ξεκίνησε από έναν πυρακτωμένο ποντικό για να καταλήξει στην αποκάλυψη ενός θαμμένου πτώματος. Παγιδευμένος ανάμεσα στο καθήκον της εξουσίας και την αβάσταχτη ουτοπία του έρωτά του για τη μυστηριώδη Ντανιέλ, ο Γόρδιος γίνεται ο μάρτυρας μιας πόλης που οδηγείται στο πογκρόμ του Κάμπελ.

Με μια γραφή γλαφυρή και μια σκηνοθεσία που δανείζεται τον ρυθμό και το σασπένς του αστυνομικού νουάρ, η παράσταση δεν βαυκαλίζεται με λαμπρές ιστορικές στιγμές. Αντίθετα, εκθέτει με τόλμη τις «ανορθόδοξες» πολιτικές και τις κοινωνικές ζυμώσεις μιας περιόδου που, αν και απέχει έναν αιώνα, συνομιλεί ανησυχητικά με το παρόν.
Ελένη Ευθυμίου: «Συνήθως, έχουμε την τάση να μιλάμε για τα όμορφα και βαυκαλιζόμαστε λαμπρές στιγμές της πόλης μας..»

Ήταν μια πρόταση του καλλιτεχνικού διευθυντή του ΚΘΒΕ, Αστέρη Πελτέκη, η οποία κατά τη γνώμη μου αποτέλεσε μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόκληση, την οποία και αποδέχτηκα. Είναι η πρώτη φορά που διάβασα τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη, παρότι είναι πολύ αγαπητός στη πόλη της Θεσσαλονίκης αλλά και σε όλη την Ελλάδα.
Πέρα από το λογοτεχνικό περιεχόμενο που είναι πάρα πολύ γοητευτικό, μου φάνηκε άκρως ενδιαφέρουσα η ιστορική συγκυρία στη οποία τοποθετείται η ίδια ιστορία.
Έχει πάρα πολλές ομοιότητες, με την παρούσα εποχή που διατρέχουμε, παρόλο που είναι σχεδόν 100 χρόνια πίσω.
Ωστόσο, μου αρέσει πάντα και η συνεργασία με το κρατικό θέατρο της Θεσσαλονίκης – είναι πάντα χαρά μου να επιστρέφω εδώ και πόσο μάλλον στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών. Είναι η πρώτη φορά που κάνω μια παράσταση εδώ.
Αφορά μια πολύ σκοτεινή περίοδο, τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά, της Θεσσαλονίκης σε σχέση με της ζυμώσεις που γίνονται. Συνήθως, έχουμε την τάση να μιλάμε για τα όμορφα και βαυκαλιζόμαστε λαμπρές στιγμές της πόλης μας ή της χώρας μας. Αν και προσωπικά, έχω ασχοληθεί ξανά με αυτή την εποχή της Θεσσαλονίκης στην παράσταση «Μεγάλη Πλατεία» (2019) – δεν είναι κάτι σύνηθες να αναφερόμαστε σε αυτά τα γεγονότα που λίγο, κάπως εκθέτουν κάποιες ανορθόδοξες πολιτικές μας σαν πολιτισμό:
Όπως το πογκρόμ του Κάμπελ, την άνοδο των εθνικιστικών και φασιστικών μορφωμάτων, τη συνεργασία με τους Ιταλούς φασίστες και το ξεκίνημα στην ουσία όλου αυτού του αντισημιτικού κινήματος, αλλά και την τότε πολιτική επιλογή να ομογενοποιηθεί και να ελληνοποιηθεί αυτός ο λαός – ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή ζούσαν, σχετικά, αδελφικά και συντροφικά. Όλοι αυτοί οι λαοί, ζούσαν μαζί και συνυπήρχαν.

Η παράσταση διαρκεί σχεδόν 2 ώρες και 30 λεπτά, και μάλιστα είναι πολύ μεγάλη η συμπύκνωση σε σχέση με το περιεχόμενο του βιβλίου. Κι αυτό γιατί, έχει πάρα πολλά επίπεδα, διαφορετικούς ήρωες, πολλά κοινωνικά στρώματα – και κατά κύριο λόγο πολλά γεγονότα τα οποία εκτυλίσσονται παράλληλα και συνδιαμορφώνουν την πλοκή του έργου.
Ο έρωτας είναι αρκετά κυρίαρχος στο έργο. Ιδίως στην περίπτωση του κεντρικού ήρωα, υπάρχει όμως και ο πληρωμένος έρωτας, ο οποίος είναι πολύ έντονος στο κείμενο. Δηλαδή, γίνεται εκτενής αναφορά στον υπόκοσμο της Θεσσαλονίκης, στην Μπάρα: που ήτανε μάλιστα μια απο τις μεγαλύτερες περιοχές με πορνεία στην Ευρώπη. Όλο αυτό, έρχεται σε αντίθεση με τον ανεκπλήρωτο έρωτα του κεντρικού πρωταγωνιστή, ήρωα προς την πρωταγωνίστρια, την Ντανιέλ.
Η οποία μοιάζει λίγο σαν άπιαστο όνειρο, σαν ένα όρμα που δεν εκπληρώνεται – όπως και τα πολιτικά του οράματα επίσης. Ενώ, αντιθέτως, ο έρωτας κάπως, κάπου τον φτάνει. Στο να κάνει μια επιλογή: ανάμεσα στο καθήκον και στην προσωπική ανάγκη. Ωστόσο, υπάρχει και ο έρωτας των γονιών της Ντανιέλ, ο οποίος σηματοδοτεί κάτι άλλο – την αίγλη μιας εποχής που πεθαίνει, μιας σταθερότητας και αγάπης η οποία σιγά σιγά συνθλίβεται με όλα αυτά που τριγύρω τους συμβαίνουν.
Είναι σαν μια ακτινογραφία της πόλης. Όπου, αρχίζεις να βλέπεις γνώριμα μέρη, με διαφορετικό τρόπο – ιδίως όταν αντιλαμβάνεσαι ότι στην πλατεία Ελευθερίας συνέβαινε αυτό, στη Χαριλάου συνέβαινε το άλλο… Βλέπεις την πόλη, ξαφνικά, με άλλα μάτια και σίγουρα αυτό έχει μια φοβερή γοητεία.

Δημήτρης Ζάχος: «Δίνει την αίσθηση ενός αστυνομικού νουάρ, που έχουμε δει στον κινηματογράφο»

Είναι πολύ σημαντικό, ότι η διασκευή έγινε τόσο με τη σκηνοθέτρια, όσο και με τον ίδιο τον συγγραφέα του έργου. Η εμπειρία μου απο τη δραματική αφήγηση στον κινηματογράφο ήρθε με κάποιο τρόπο, ώστε να συνεισφέρει σε αυτό που είχαμε νιώσει, διαβάζοντας για πρώτη φορά το έργο.
Είναι ένα μυθιστόρημα που τοποθετείται σε μια εποχή με έντονες συγκρούσεις, πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές. Καταρχάς ένιωσα ότι με αφορά, αφού είμαι από τη Θεσσαλονίκη και είχα μια συγκίνηση: σε αυτόν εδώ το χώρο που βρισκόμαστε, που έχω γεννηθεί και μεγαλώσει, έχουν γίνει όλα αυτά τα πράγματα που περιγράφονται στην ιστορία που μας μεταφέρει το μυθιστόρημα «Ήλιος με ξιφολόγχες».
Αυτή είναι η αρχική μου συγκίνηση, και αυτή που με τη σειρά της μου άνοιξε την πόρτα ώστε να εισέλθω σε αυτό το εγχείρημα. Τώρα, σε δεύτερο χρόνο, υπήρχε μια ματιά τόσο στην ατμόσφαιρα όσο και στη γραφή, δομή του έργου που μας προκάλεσε την αίσθηση ότι παρακολουθούμε μια ταινία. Στην σκηνική απόδοση του έργου υπάρχει αυτό το στοιχείο. Σε αυτό συνέδραμε το γεγονός ότι ο συγγραφέας μας είναι σύγχρονος: είναι εν ζωή, μιλάει για πράγματα που γνωρίζει – μέσα απο μεγάλη έρευνα που έχει κάνει ο ίδιος για την εποχή και την πόλη.

Ο άλλος σημαντικός πυλώνας, είναι η σκηνοθέτρια. Η οποία σε πολλά σημεία της μεταφοράς είχαμε πάρα πολύ άμεσα κατά νου το πώς θα μεταφερθεί επί σκηνής αυτή η ιστορία. Έγιναν κάποιες επιλογές, πολύ κρίσιμες. Για παράδειγμα: θέλαμε να διατηρήσουμε κάτι από τη δύναμη της γλώσσας του συγγραφέα – και έτσι υπάρχει, προέκυψε ένα σύνολο από αφηγητές. Οι οποίοι μας αφηγούνται στην πραγματικότητα αυτή την ιστορία που βλέπουμε να εκτυλίσσεται επάνω στη σκηνή.
Ακόμα και οι λέξεις έχουν το νόημα τους – δεν είναι τίποτα τυχαίο από αυτά που γράφει. Επομένως, αυτή ήταν μια μεγάλη περιπέτεια: δηλαδή το πώς ένας όγκος μυθιστορηματικός, θα μεταφερθεί. Νομίζω ότι έγινε πολύ γρήγορα, γιατί υπήρχαν αυτοί οι δύο άνθρωποι. Ο συγγραφέας και η σκηνοθέτρια, που έδωσαν κατεύθυνση.
Όλα τα επίπεδα και οι χώροι που διακρίνονται επί σκηνής – σηματοδοτούν τα διάφορα σημεία δράσης. Είναι αποφάσεις, σκηνοθετικές, υπάρχει δηλαδή ένα όραμα: να μεταφέρει την αίσθηση ενός αστυνομικού νουάρ που έχουμε δει στον κινηματογράφο. Εκεί τι συμβαίνει; Οι αλλαγές στο μοντάζ, οι εναλλαγές των σκηνών είναι πάρα πολύ γρήγορες. Η δράση και το σασπένς κορυφώνεται. Στον κινηματογράφο, αυτό μπορεί να διακριθεί από ένα σύνολο στοιχείων: μουσική κορύφωση, υποκριτικής, με τους φωτισμούς.

Με κάποιο τρόπο συνομιλεί το θέατρο με το σινεμά, παρότι είναι θεατρικό, έχει έναν τρόπο που θυμίζει το πώς κορυφώνει μια ταινία αυτού του είδους τη δράση. Μας ενδιέφερε, να υπάρχει από την αρχή μέχρι το τέλος ένα νήμα που να συνδέει την ιστορία. Ο έλεγχος είναι μια κομβική έννοια του έργου, ιδίως για τον πρωταγωνιστή – καθώς υπάρχει κάποιο τίμημα.
Ένας λόγος που μας συγκινεί λίγο περισσότερο αυτό που συμβαίνει, είναι ότι αφορά ένα πρόσφατο μυθιστόρημα, ένα σύγχρονο έργο, που ανεβαίνει στη σκηνή του ΚΘΒΕ – του θεάτρου της πόλης – και αυτό είναι πολύ σημαντικό: συνομιλεί με την εποχή και ανοίγονται τα θέματα που πραγματεύεται το βιβλίο σε ένα ευρύτερο κοινό – ξεφεύγει από το μόνο αναγνωστικό και περνάει στη σφαίρα της θεατρικής κοινωνίας. Όπου, παρακολουθούμε κάτι όλοι μαζί.
Ορέστης Παλιαδέλης: «Η εξουσία επηρεάζει, αλλάζει τον άνθρωπο»

Ο Γόρδιος Κλήμεντος: είναι η περίπτωση ενός ανθρώπου, του οποίου έτσι όπως έχω κάνει εγώ την ανάγνωση του ήρωα έχει εμπιστευτεί το όραμα του Βενιζέλου. Πήγε πολέμησε στην Μικρασιατική κατατροφή, στην εκστρατεία μάλλον, και εκεί αντιμετώπισε μια μεγάλη απογοήτευση.
Είδε με τα δύο του μάτια, πράγματα, τα οποία δεν είναι όμορφα. Ωστόσο, επιστρέφοντας διατηρεί ακόμα αυτή του την διάθεση για όνειρο και όραμα: μια πιο ευρωπαϊκή Ελλάδα.
Αλλά, η Θεσσαλονίκη δεν είναι τόσο ευρωπαϊκή όσο πιστεύει ο Γόρδιος. Επομένως, έρχεται αντιμέτωπος με πολύ έντονες, ψυχολογικά, καταστάσεις. Πρέπει να καταστείλει εκκολαπτόμενες επαναστάσεις, φασιστικά μορφώματα που αρχίζουν και παίρνουν τον έλεγχο της πόλης. Μα, δεν τα καταφέρνει.
Άρα έχουμε έναν άνθρωπο που έχει ναι μεν ένα όραμα, αλλά αυτό εξατμίζεται. Μετά ξανά πολεμάει για ένα άλλο όραμα και αυτό καταστρέφεται. Αυτή είναι η ερμηνεία που έχω δώσει εχώ για αυτό τον ήρωα.
Εμείς τον συναντάμε κατά τη διάρκεια της δεύτερης προσωπικής του απογοήτευσης αναφορικά με τους στόχους που έθεσε.

Νομίζω ότι αγνοούσε μέχρι να έρθει και στη Θεσσαλονίκη – την ύπαρξη ενός τέτοιου έρωτα. Κι όταν ξαφνικά έρχεται, αντικρίζει αυτή την πόλη και βλέπει την Ντανιέλ – νομίζω ότι τον αιφνιδιάζει. Δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι κάτι μπορεί να είναι τόσο όμορφο, γενναιόδωρο και πλούσιο. Η Ντανιέλ τον έχει συνεπάρει σε σημείο που είναι εντελώς αντίθετο με τον εαυτό του. Δηλαδή δεν εκδηλώνεται, κι αυτό λόγω στρατιωτικής ας πούμε πειθαρχίας.
Μέσα του τρέφει μια ερωτική επιθυμία, όπου η Ντανιέλ του βγάζει. Το αναφέρει, πολύ ξεκάθαρα και στο βιβλίο ο Σκαμπαρδώνης, ότι η δουλειά του Κλήμεντου επειδή είναι μιας τέτοιας φύσεως: κατάσκοπος – έχει να κάνει με την εξιχνίαση ψεμάτων. Άρα όλοι είναι πιθανοί εχθροί και εν δυνάμει ψεύτες. Αυτό νομίζω του κοστίζει, γιατί θα ήθελε ιδανικά όλος ο κόσμος να είναι αυτό που είναι, αλλά εν αντιθέσει ο κόσμος έξω είναι εχθρικός.
Καμιά φορά όταν σκέφτομαι τον ήρωα – μου έρχεται στο μυαλό η εικόνα ενός αστυνομικού σε μια κλούβα. Ο οποίος, ενώσω ήταν μικρός και βρισκότανε στο σχολείο έτρεφε ελπίδες για τη ζωή του: «θέλω να γίνω αυτό» και ξαφνικά τον έφερε η ζωή να είναι σε μια θέση εξουσίας που τον αναγκάζει να είναι κάποιος που δεν θέλει. Μου έρχεται αυτό το πράγμα στο μυαλό: αναρωτιέμαι εάν μπορεί ένας αστυνομικός να είναι όλη του τη ζωή σε αυτή τη θέση και να καταπιέζει ανθρώπινα συναισθήματα.

Η εξουσία επηρεάζει, αλλάζει τον άνθρωπο. Δυστυχώς, δεν μπορώ να δω την παράσταση από έξω, αλλά η Ελένη Ευθυμίου έχει κάνει ένα πάρα πολύ ωραίο θεατρικό σύνολο. Δηλαδή, ναι μεν ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Γόρδιος αλλά έχουμε άλλους 18 ηθοποιούς οι οποίοι πλαισιώνουν τον κόσμο της Θεσσαλονίκης. Ουσιαστικά, ο πρωταγωνιστής είναι η Θεσσαλονίκη.

Τάσος Παπαδόπουλος «Πολλές φορές το κοστούμι, είναι υλικό της δουλειάς, γιατί η φαντασία φτάνει μέχρι ένα σημείο»
Είμαι ένας εκ των συντελεστών, έχω αναλάβει το κομμάτι της κίνησης. Το μυθιστόρημα έχει πολύ πλούσιες περιγραφές, γλαφυρές – πέρα από τα ιστορικά στοιχεία – που εξάπτουν και τη φαντασία ενός δημιουργού. Είναι ευτύχημα το ότι είμαστε μαζί με την Ελένη και άλλους δημιουργούς, ηθοποιούς που οι φαντασίες μας συνδυάζονται.
Ελπίζω το αποτέλεσμα να είναι γοητευτικό.

Πολλές φορές το κοστούμι, είναι υλικό της δουλειάς, γιατί η φαντασία φτάνει μέχρι ένα σημείο. Όταν ξαφνικά βλέπεις τον εαυτό σου με το συγκεκριμένο ένδυμα, με το συγκεκριμένο αντικείμενο τότε νομίζω ότι αρχίζει σιγά σιγά να γίνεται πιο φυσικός ο χαρακτήρας. Να βγαίνει δηλαδή από τις σελίδες του βιβλίου ή της διασκευής: και να γίνεται λίγο πιο πραγματικός επί σκηνής.
Όπως και οι αλλαγές που κάνουν μερικές φορές οι ηθοποιοί στο πρόσωπο. Στο μουστάκι, στο εάν θα φοράνε καπέλο, αν θα αφήσουν φαβορίτα, στο εάν φοράνε κοσμήματα – στο πώς στέκονται τα χέρια τους ανάλογα με το κοστούμι. Μπορεί να ακούγονται ως λεπτομέρειες αλλά τελικά δεν είναι.

Καταλήγουν να είναι σημαντικές λεπτομέρειες.
Θεωρώ ότι είμαι ο κοντινός συνεργάτης του σκηνοθέτη: προσπαθώντας να βρω τρόπους να αντιληφθώ, τι είναι αυτό που έχει στο μυαλό της. Σε δεύτερο χρόνο να κουμπώσω και εγώ με τις δικές μου ιδέες και τους δικούς μου τρόπους σε αυτή την έμπνευση που κάθε φορά φέρει ο εκάστοτε σκηνοθέτης.

Δεν είναι χορογράφος ο κινησιολόγος, είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Ίσως κάτι πιο ευρύ. Αγγίζει σε κάποιες πτυχές και την σκηνοθετική διαχείριση, κυρίως σε ότι αφορά όπως και εδώ ένα σύνολο 18 ανθρώπων, που θα πρέπει να σκεφτούμε εισόδους-εξόδους. Το πώς θα είμαστε επί σκηνής, ποιες σχέσεις δημιουργούνται μεταξύ τους ακόμα και από το πόσο κοντά ή το πόσο μακρυά υπάρχει ένας χαρακτήρας από τον άλλον.

*Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών (Εθνικής Αμύνης 2) | Σάββατο 14 Μαρτίου στις 21:00 και Κυριακή 15 Μαρτίου στις 19:00 | Τιμές εισιτηρίων: από 6 ευρώ | Διάρκεια: 150′ | Ηλεκτρονικά εισιτήρια: MORE

