Νίκος Πουρσανίδης: «Δεν γίνονται τέτοιοι ρόλοι χωρίς κόστος»
Η Parallaxi συνομίλησε με τον ηθοποιό για την παράσταση «Πουπουλένιος» που ολοκληρώνει τον κύκλο της αυτό το τριήμερο στο Artbox Fargani.
Υπάρχουν παραστάσεις από τις οποίες φεύγεις βιαστικά. Όχι γιατί δεν σου άρεσαν, αλλά γιατί το φορτίο τους είναι τόσο πυκνό που η μόνη άμεση λύση είναι η αποχώρηση, μια ασυνείδητη προσπάθεια να «τρέξεις» μακριά από τα ερωτήματα που μόλις γεννήθηκαν μέσα σου.
Ο «Πουπουλένιος» του Μάρτιν ΜακΝτόνα είναι μια τέτοια οριακή συνθήκη. Το έργο μάς μεταφέρει σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, όπου ένας συγγραφέας, ο Κατούριαν (Nίκος Πουρσανίδης), ανακρίνεται από δύο αστυνομικούς (Δημήτρης Πιατάς, Γεράσιμος Σκαφίδας). Η κατηγορία είναι εφιαλτική: οι αποτρόπαιες ιστορίες που γράφει, γεμάτες με παιδικό τραύμα και βία, έχουν αρχίσει να συμβαίνουν στην πραγματικότητα. Σε αυτό το δυστοπικό δωμάτιο ανάκρισης, η αλήθεια συγχέεται με τη μυθοπλασία, ενώ η μοίρα του Κατούριαν και του αδερφού του, Μίσαλ (Αργύρης Αγγέλου), κρέμεται από μια κλωστή, αναδεικνύοντας τη σκοτεινή δύναμη της αφήγησης.
Την περασμένη Κυριακή, στο κατάμεστο Artbox Fargani, παρακολούθησα μία από τις δύο sold-out παραστάσεις. Σ’ ένα περιβάλλον όπου η παιδική αθωότητα συγκρούεται με τη βία και η τέχνη διεκδικεί το δικαίωμα στην ύπαρξη ακόμα και πάνω από τη ζωή, ο Νίκος Πουρσανίδης στον ρόλο του Κατούριαν κλήθηκε να ισορροπήσει ανάμεσα στον ναρκισσισμό του δημιουργού και τη βαθιά πληγή ενός τραυματισμένου παιδιού.
Την επόμενη κιόλας μέρα, συνομιλήσαμε, ούτως ώστε να αναψηλαφήσουμε αυτή την εμπειρία. Με την ιδιότητα του ηθοποιού αλλά και του συγγραφέα, ο Νίκος μιλά για το «κόστος» των ρόλων, τη μοναξιά της γραφής, τη δυσλειτουργική οικογένεια και την αόρατη βία που μας περιβάλλει.
«Δεν γίνονται τέτοιοι ρόλοι χωρίς κόστος», μου λέει, κι εγώ καταλαβαίνω εκ των υστέρων, πως η κουβέντα μας δεν αφορά μόνο το θέατρο, αλλά την αναγκαιότητα εκείνης της «πυρετικής σχέσης» για την οποία του μιλούσε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος.
Έχω αυτή την τάση να αποχωρώ, τρέχοντας αφότου παρακολουθήσω μια παράσταση – πόσο μάλλον όταν πρόκειται για μια σκηνική συνθήκη όπου θίγονται τέτοια ζητήματα: χωρίς να δίνονται απαντήσεις αλλά που δημιουργούν ερωτήματα τα οποία, καλώς ή κακώς, πρέπει να αντιμετωπίσουμε.
Αναφορικά με αυτό, καταλαβαίνω ότι ο «Πουπουλένιος» είναι ένα πυκνό κείμενο του ΜακΝτόνα και δη, ο χαρακτήρας που έχεις να υποδυθείς.
Από τη μια, αντιλήφθηκα ότι έχει μια βαθύτατη ευαισθησία ο Κατούριαν, προσπαθώντας να πλάσει κόσμους ώστε να αντέξει το τραύμα του και απο την άλλη υπάρχει ένας τρομακτικός ναρκισσισμός, αφού μπροστά στην σωτηρία του έργου του – ακόμα και η ίδια του η ζωή περνάει σε δεύτερη μοίρα.
Εάν ισχύουν όντως αυτές οι δυναμικές, πώς τις διαχειρίστηκες; Δεδομένου ότι έχεις και εσύ αυτή την ιδιότητα του συγγραφέα.
-Κοίτα, αυτό που προσπαθεί να κάνει είναι αυτό που είπες. Να διαχειριστεί το τραύμα και τη βία. Γιατί, ο τρόπος, ο λόγος που σκοτώνει αυτός τους γονείς του είναι και λίγο ηρωικό, για να σώσει τον αδερφό του. Μέσα απο τον Άριελ (ένας εκ των αστυνομικών) τον δικαιολογεί. «Είχες κάθε δικαίωμα να σκοτώσεις τη μαμά σου και τον μπαμπά σου» του λέει ο Άριελ. Για να σώσει τον αδερφό του – αλλά και για όλα αυτά που έκαναν και στον ίδιο.
Το να μεγαλώνεις και να ακούς, όλα αυτά τα πράγματα είναι μια απίστευτη φρίκη. Βλέπουμε πόσο αγαπάει τον αδερφό του, πόσο τον φροντίζει, ακόμα και το γεγονός ότι τον σκοτώνει μετά, είναι μια πράξη για να τον σώσει απο τα βασανιστήρια που έρχονται. Και το εννοεί αυτό. Αλλά το κάνει και για να μπλεχτεί, ώστε να σώσει τις ιστοριές του. Αυτό, ως συγγραφέας και εγώ, αλλά και ως ηθοποιός το καταλαβαίνω πάρα πολύ καλά. Αλλά περισσότερο ως συγγραφέας, γιατί δεν σηκώνω μύγα στο σπαθί μου, ως ηθοποιός επειδή υπηρετείς το όραμα τόσο του σκηνοθέτη όσο και του συγγραφέα είναι διαφορετικό.
Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση είμασταν πάρα πολύ τυχεροί γιατί και εγώ και ο Νικορέστης (σκηνοθέτης) πιστεύαμε τα ίδια πράγματα. Στο κομμάτι του συγγραφέα, που έχω και την ιδιότητα, λίγο πριν εκδοθεί το βιβλίο μου έλεγε κάποιος ότι «σε αυτό το σημείο θα μπορούσες να αλλάξεις κάποια πράγματα» και απαντούσα «όχι», γιατί δεν έχει σημασία τι πιστεύει ο άλλος. Είναι δικό μου. Κι από τη στιγμή που ο εκδότης μου θέλει να το εκδώσει έτσι, η δική σου η γνώμη δεν είναι σε καμία περίπτωση ισχυρότερη από τη δική μου. Γιατί εγώ, θα ξαναγράψω, κι άλλο βιβλίο – και σκέφτομαι πως ο Νίκος, εγώ δηλαδή – έγραφα έτσι τότε. Εγώ κι όχι εσύ.
Γιατί αλλιώς είμαι η δική σου η γνώμη ή του αλλουνού η γνώμη. Για αυτό και στα βιβλία υπάρχουν οι ευχαριστίες, γιατί χωρίς αυτούς δεν θα ήτανε δυνατή η έκδοση αυτού του βιβλίου – απ’ έξω όμως γράφει Νίκος Πουρσανίδης. Εγώ έχω την ευθύνη και θέλει πολύ πείσμα να είναι κάποιος συγγραφέας ή σεναριογράφος. Πάρα πολύ μοναξιά για να μπορέσεις να πείσεις ότι αυτοί οι ήρωες που σκέφτεσαι δεν σε κάνουν τρελό.
Μερικές φορές γράφω και γελάω μόνος μου, λέω «καλά, εντάξει τρελάθηκε» γιατί δεν καταλαβαίνουνε το πόσο γλαφυρός, το πόσο ζωντανός είναι αυτός ο κόσμος που δημιουργώ. Και ο Κατούριαν στο τέλος, λίγο πριν πεθάνει – πλάθει μια ιστορία όπου βάζει τον αδερφό του να συναντηθεί με τον αγαπημένο του ήρωα, τον Πουπουλένιο – ο αδερφός του λέει τότε στον Πουπουλένιο, ότι δεν θέλει να αυτοκτονήσει αλλά να περάσει όλα αυτά τα βασανιστήρια, ώστε ο αδερφός του να μπορέσει να γράψει όλες αυτές τις ιστορίες. Και τότε λες δεν είναι δυνατόν.

Μέσα απο αυτό το προσωπικό, συγγραφικό σου βίωμα αλλά και μέσω του Κατούριαν – αντιλαμβάνομαι πως το γράψιμο είναι και το χρονογράφημα μιας περιόδου που διανύουμε. Κι αφού εμείς οι άνθρωποι έχουμε την διαρκή τάση να επιστρέφουμε στο οικείο της παιδικής μας ηλικίας, παρεμβαίνουν και πράγματα τα οποία μπορεί να συμβαίνουν στο «τώρα» και να ντύνουμε τα παιδικά μας χρόνια με διαφορετικά ενδύματα, ώστε να βρουν σύμφωνες τις εκάστοτε εσωτερικές μας πεποιθήσεις. Οπότε, το γράψιμο λειτουργεί ως το μοναδικό αυθεντικό απόσταγμα της στιγμής;
-Ακριβώς, θέλω να γυρίσω και να λέω «εγώ έτσι έγραφα τότε, άρα έτσι ήμουν τότε». Ουσιαστικά, και εγώ μέσα από τα γραπτά μου – γιατί ξεκίνησα να γράφω όταν έμαθα πως θα γίνω μπαμπάς και ήταν μια πολύ πιεσμένη περίοδος της ζωής μου στο Λονδίνο. Κι αυτό γιατί δεν δούλευα και πολύ ως ηθοποιός, ήθελα να εκφραστώ.
Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, ψυχολογικά κυρίως αλλά με οδήγησε και σε άλλους δρόμους. Αλλά, μέσα από αυτό ανακαλύπτεις τον εαυτό σου και βγάζεις κομμάτια του στην επιφάνεια. Οπότε πολλές φορές όταν σου λένε «δεν είναι έτσι αυτό», σκέφτομαι πως δεν έχεις ιδέα το ποιος είμαι.
Ωστόσο τι συμβαίνει όταν αυτές οι ιστορίες δραπετεύουν απο το χαρτί; Πιστεύεις απο τη στιγμή που ένα έργο ολοκληρώνεται και φεύγει απο τα χέρια του δημιουργού αποκτάει τη δική του υπόσταση; Ή φέρει την ευθύνη του “ελεγκτή” ο δημιουργός για ενδεχόμενες παρενέργειες;
-Δεν νομίζω ότι μπορεί να τις ελέγξει. Βασικά, είμαι σχεδόν σίγουρος – εκτός και αν βγαίνει συνεχώς και να λέει «δεν εννοώ αυτό» (γελάει). Δηλαδή πρέπει να έχεις προσωπική επαφή μαζί του για να συμβεί κάτι τέτοιο. Πάρα πολλοί καλλιτέχνες επειδή γράφουνε π.χ για την πατρίδα έχουν προσαρτιστεί σε κάποια πολιτική θέση. Ενώ γράφουν για αυτήν με έναν τόσο αγνό και τρυφερό τρόπο, αλλά αυτό μπορεί να πάρει εθνικιστικές προεκτάσεις από κάποιους άλλους γιατί θέλουν να το δουν έτσι, ενώ δεν είναι.
Πολλές φορές παρεξηγείται – ο Κατούριαν καταρχάς όταν λέει τις ιστορίες, είναι επί της ουσίας ο ΜακΝτόνα. Λέει ότι «το πρωταρχικό καθήκον ενός παραμυθά είναι να διηγηθεί ένα παραμύθι», αυτό πάει να πει ότι δεν είναι ζήτημα για τον ίδιο να θίξει την πολιτική. Δεν θέλει αυτοβιογραφικά πράγματα να λέει, βέβαια κάπου εδώ όμως αυτοαναιρείται γιατί ο Μίσαλ (αδερφός του Κατούριαν) είναι σαν να έχει τη σχέση του ΜακΝτόνα με τον αδερφό του Τζορτζ Μάικλ που είναι κι αυτός συγγραφέας.
Δηλαδή «ο συγγραφέας και ο αδερφός του συγγραφέα». Είναι αυτοαναφορικό αυτό. Δεν μπορεί να κάνει τίποτα, αυτό που μπορεί να κάνει – αυτό που εγώ πιστεύω είναι πως η έμπνευση έρχεται χωρίς ουσιαστικά να θες να πεις κάτι. Θες να πεις μια ιστορία, απλά όσο τη λες, αυτό που με εμένα συμβαίνει, είναι ότι ανακαλύπτω στη διαδρομή γιατί θέλω να το πω.
Είναι πάρα πολλές φορές, που θα έρθει κάποιος να μου πει, αφότου διάβασε ή είδε ρόλο που υποδύομαι και να μου πει «α κοίταξε να δεις, μου άρεσε πολύ αυτό που έγραψες ή έπαιξες – αυτό δεν εννοούσες» και να απαντάω «όχι, δεν σκεφτόμουνα αυτό – αλλά τι ωραίο αυτό που λες». Κι άλλες φορές που λέω αυτός δεν κατάλαβε τίποτα.
Εάν το καθήκον του παραμυθά είναι να αφηγείται ιστορίες, τότε ποιο είναι το καθήκον αυτού που ακούει αυτές τις αφηγήσεις;
-Η Ιστορία μας δείχνει, ότι η Τέχνη γενικότερα μπορεί να φέρει επανάσταση. Η μουσική, τα τραγούδια του Θεοδωράκη είναι δηλαδή.. για αυτό και στην Ελλάδα είναι κάτι πάρα πολύ κοντινό μας. Ο Μπρεχτ, το πολιτικό θέατρο. Παρόλα αυτά – εγώ δεν πιστεύω ότι υπάρχει βαθιά τέχνη, η οποία δεν έχει ακόμα και άθελά της πολιτική μέσα. Δεν έχει δηλαδή μια θέση.
Γιατί ακόμα και στον «Πουπουλένιο» όπως βλέπουμε, ο ΜακΝτόνα μας επιτρέπει να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα. Κι αυτό στο δίνει στο πιάτο, όχι εύκολα, αλλά στην ιστορία του παραμυθιού που έχει ο Πουπουλένιος: θες να είναι για την παιδική βία; για το παιδικό τραύμα; για την λογοκρισία σε μια δικτατορία; Δεν τοποθετεί το έργο τυχαία σε μια δικτατορία. Αν δεν ήταν σε μια δικτατορία, δεν θα τον σκοτώνανε στο τέλος.
Θα περίμενε μια δίκη.
Πάντως και ο τρόπος γραφής του ΜακΝτόνα, επιτρέπει ή καλύτερα διευκολύνει την «ανοιχτότητα» του θεατή με αυτό το «ζωτικό χιούμορ» που χρησιμοποιεί. Κι αυτό περνάει μέσα απο τη δική σου ερμηνεία, με τις εναλλαγές διάθεσης που έχει ο Κατούριαν απο τον ναρκισσισμό στην ευαισθησία και αντίστροφα. Πως είναι να εντρυφείς με ένα τόσο πυκνό κείμενο σε τόσες πολλές παραστάσεις; Είσαι συνεχώς υπό διαπραγμάτευση με το κείμενο ή μήπως έχεις κλειδώσει εάν μπορώ να πω στη “νοηματοδότησή” του;
-Είμαι ανοικτός, όπως πιστεύω ότι θα ήθελε ο ΜακΝτόνα να είναι κανείς με το έργο του. Ηθοποιός ή θεατής. Αυτό που μπορώ να σου πω με σιγουριά, είναι ότι το έχω δουλέψει πάρα πολύ και ότι δεν υπάρχει φορά που να μην είμαι πάνω στη σκηνή και να μην υπάρχει αυτή η διαπραγμάτευση που λες. Προσπαθώ να είμαι όσο πιο ειλικρινής γίνεται.
Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις αυτό που λέω. Μου το έλεγε ένας συνάδελφος σου κάποια στιγμή, ότι είμαι περίεργος πάνω στη σκηνή με αυτό τον ρόλο. Δεν καταλαβαίνω αν είσαι εσύ. Όχι με την έννοια που λέμε «μπήκε στο πετσί του ρόλου» και δεν νομίζω ότι μπορώ να το εξηγήσω. Επιζητώ κιόλας αυτή τη σχέση με τον κόσμο που κάνει τις ιστορίες διαφορετικές κάθε βράδυ. Αν προσπαθώ να κάνω κάτι;
Αυτό είναι να αφεθώ στη στιγμή, έχοντας δουλέψει πάρα πολύ σε αυτό το κείμενο ώστε να μπορώ να έχω την ευχέρεια να το κάνω. Δύο απο τις αγαπημένες μου ιστορίες είναι «η μικρή Ιησούς» και ο «Πουπουλένιος»: όταν βγαίνω και λέω με κάποιο τρόπο τα παραμύθια αυτά, είναι μεγάλη μου χαρά.
Αυτό που παθαίνω καμιά φορά μεταδίδεται και στους θεατές. Είτε με πιάνει νευρικό γέλιο και τους πιάνει και αυτούς είτε κρατιέμαι με ανθρώπους που κλαίνε και συμπεριφέρομαι με έναν τρόπο λες και «έλα να το περάσουμε μαζί». Έπειτα, έρχονται, μιλάμε και μου λένε πως μας απελευθέρωσε όλο αυτό.
Κι αυτό για μένα, είναι ένα μεγάλο ευτύχημα – χωρίς όμως ποτέ να πω, το κατέκτησα. Νιώθω απίστευτη χαρά που παίζω αυτό τον ρόλο. Τον έχω διεκδικήσει και έχω ματώσει για αυτό κυριολεκτικά και μεταφορικά. Δεν γίνονται τέτοιοι ρόλοι χωρίς κόστος.

Πάντως αναφορικά με τις ιστορίες που μας έλεγες χθες στο θέατρο – παρατήρησα πως μια σκηνοθετική προσέγγιση του Νικορέστη Χανιωτάκη ήταν να επιστρατεύσει και ένα μικρό θέατρο σκιών ενώσω εκτυλίσσονταν οι ιστορίες. Aναρωτιέμαι εάν αυτή η οπτικοποίηση των παραμυθιών, η ανάγκη να δούμε την ιστορία, σηματοδοτεί και μια σύγχρονη κρίση φαντασίας.
-Από μεριάς του Νικορέστη όχι τόσο πολύ, δεν ήτανε αυτό το άγχος του. Γιατί ξέρεις, απο γραφής αυτές οι σκηνές είναι οδηγίες: πώς κάποιοι ηθοποιοί πρέπει να τις κάνουνε ενώ της λέει ο Κατούριαν. Στην Αθήνα για παράδειγμα, όταν είμασταν, σε μια σκηνή που είχε περιστροφική σκηνή και δεν έκλεινε η αυλαία στις ιστορίες που έβγαινα απ’ έξω υπήρχε θέατρο σκιών.
Απο ένα σημείο και μετά, δεν έχει σημασία, γιατί αυτό ήταν κάτι συμπληρωματικό. Η γενναιοδωρία του Νικορέστη, σε μένα αλλά και η πίστη του ήταν ότι εγώ μπορώ να κάνω αυτές τις σκηνές μόνος μου. Με αυτή την απίστευτη μουσική, που έχει γράψει ο Γιάννης Μαθές, η οποία ήτανε παρτιτούρα.
Επομένως εγώ, χωρίς να το καταλαβαίνεις, ακολουθώ πάντα τη μουσική. Μπαίνω σε έναν τέτοιο ρυθμό, λες και είναι κομμάτι, τραγούδι – σαν να είναι παρτιτούρα. Κάποια στιγμή, όταν ήρθε ο Γιάννης Μαθές στη πρόβα μου λέει «ξέρεις κάτι; σε ηχογράφησα την προηγούμενη φορά και την ιστορία του συγγραφέα και του αδερφού του συγγραφέα το έκανες σε 6 λεπτά και 20 δευτερόλεπτα – αν μπορούμε να το φέρουμε ξανά σε τέτοιο χρόνο θα ήταν πολύ εντυπωσιακό».
Το έκανα αμέσως, αφού εγώ το κάνω μήνες αυτό. Ηχογραφώ τις ιστορίες μου, πάω, τις λέω σε άλλο κόσμο και έπειτα τους ρωτάω τι είναι αυτό που τους άρεσε, που να κόψω, τι να κάνω.
Γιατί ήθελα, ο κόσμος που έρχεται, να αισθάνεται πως αυτές τις ιστορίες τις έχω γράψει εγώ.
Αν και πρόκειται πάντως για ένα τρίπρακτο, δημιούργησε την εντύπωση πως θα μπορούσε κάλλιστα να σταθεί και η κάθε πράξη μόνη της – λες και κάθε πράξη ήταν ένα μονόπρακτο.
-Η σκηνή με τον αδερφό, βέβαια. Πολλές φορές έχει παιχτεί κιόλας και αντί να λέγεται «ο Πουπουλένιος» (Pillowman), έφερε τον τίτλο «Ο συγγραφέας και ο αδερφός του συγγραφέα» ή το «μια αγκαλιά για να πεθάνεις». Όπως και ιστορίες που αφηγούμαι θα μπορούσαν να είναι μόνες τους, αλλά και να εκδοθούν μόνες τους.
Τι τρέχει με αυτό το μοτίβο που συνεχώς επαναλαμβάνει ο ΜακΝτόνα με τους ακρωτηριασμούς;
-Έχει δώσει μια συνέντευξη που έχει ενδιαφέρον, είναι director’s on director’s και είναι με την Taylor Swift. Ρωτάει η Taylor «τι είναι αυτό με τα κομμένα δάχτυλα στα “Πνεύματα του Iνίσεριν”;» και λέει «θεώρησα ότι έχει πολλή πλάκα». Και ο ίδιος ξαφνιάστηκε όταν το έγραψε.
Αφήνει τον εαυτό του να πάει όπου θέλει, χωρίς να δίνει πάλι καμία απάντηση. Και αυτό που λέει νομίζω ότι έχει πολύ μεγάλη πλάκα. Δηλαδή τι μπορεί να έχει ζήσει αυτός ο άνθρωπος και λέει αυτά τα πράγματα. Δεν δίνει απαντήσεις. Το φαινομενικά τυχαίο, βάζει τους χαρακτήρες σε μια διαφορετική διαδικασία.
Γιατι έχουμε ανάγκη να βλέπουμε τέτοιες ιστορίες σήμερα;
-Νομίζω ότι ειδικά τέτοιες ιστορίες δοσμένες με αυτό τον τρόπο, με τέτοιο χιούμορ: είναι για να μπορούμε να το αντέξουμε. Είχα μια συζήτηση τώρα τελευταία, για τα σενάρια που έχουν στο επίκεντρο την δυσλειτουργική ελληνική οικογένεια, που έχω πλέον μπουχτίσει με αυτό το πράγμα. Δηλαδή, μπορεί να είναι και καλή η ελληνική οικογένεια.
Όπως και σε όλες τις χώρες – νομίζω πως σε κάποια στιγμή το ξεφτυλίσαμε. Χωρίς να λέω ότι είναι αγία. Αλλά πώς να σου το πω; Εγώ τους αγαπάω τους γονείς μου. Δεν είμαστε και τόσο χάλια. Εμένα μου αρέσει αυτό που κάνει ο ΜακΝτόνα, γιατί σου λέει από τη μια είμαστε και τόσο χάλια αλλά υπάρχει ελπίδα.
Αν προσέξεις στις περισσότερες ιστορίες του, στο τέλος, υπάρχει ελπίδα.
Είναι ένα έργο που θα μπορούσε να είναι στο μυαλό του Κατούριαν και το λέει κιόλας «Θεέ μου μια ιστορία, αν είχα ένα μολύβι τώρα θα έγραφα μια σπουδαία ιστορία» και επι της ουσίας περιγράφει το έργο του «Πουπουλένιου».
Αυτός κινεί το έργο και ως πρωταγωνιστής βέβαια – γιατί αυτός είναι και ο ρόλος τους.

Μεταξύ άλλων είναι και το τραύμα της παιδικής ηλικίας – μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτή την προδιαγεγραμμένη μοίρα;
-Μπορούμε, αλλά εξαρτάται απο το τραύμα, έτσι; Κάποιοι θεατές μου λένε ότι τους ελευθέρωσε η θέαση αυτής της παράστασης. Αλλά, δεν ξέρω σε τι βαθμό και κατά πόσο ισχύει. Εγώ δεν έχω σε καμία περίπτωση ζήσει κάτι αντίστοιχο. Πιστεύω ότι με δουλειά και ψυχανάλυση μπορούμε να ξεπεράσουμε πολλά πράγματα.
Από την άλλη, τα πιο μικρά παιδιά – πέρα από το σπίτι, κι αυτό τώρα το φέρνω στην επιφάνεια καθώς υπάρχει ένα νομοσχέδιο το οποίο προσπαθεί να περάσει η κυβέρνηση για απαγόρευση των social media στα παιδιά κάτω των 15 ετών, καταναλώνουν εικόνες και βίντεο στο διαδίκτυο που μπορεί και να τους τραυματίζει ανεπαίσθητα, επί καθημερινής βάσης. Δεν ξέρω, κατά πόσο είναι η εύκολη απόφαση το «να απαγορεύσουμε»
-Αυτό είναι μια μεγάλη κουβέντα, γιατί το βλέπω και από το δικό μου παιδί που είναι 11 χρονών. Το πώς βλέπουν διαρκώς shorts, τα πράγματα που έχουν δει – και ενώ λένε να μην δούνε το squid games κτλ., το βλέπουνε από το YT. Ακόμα και αν πάρεις το remote control, αυτά θα βρούνε τον τρόπο να το πάρουνε.
Είναι φοβερή η βία, σε αυτή την παιδική ηλικία. Γιατί, και το έχω ξαναπεί, δεν πρέπει να τον νοιάζει τον γιο μου η πολιτική του Τραμπ. Κι όμως, τα ξέρουνε όλα. Δεν λέω να μην έχουνε την ευαισθησία – γιατί αυτό έχει να κάνει και με τους γονείς, όπως με την Παλαιστίνη που το παρακολουθούμε και μας ενδιαφέρει.
Αλλά κάποια στιγμή, πρέπει να ζήσουνε και την ηλικία τους, γιατί νιώθουν ένα φοβερό βάρος μέσα σε όλο αυτό.
Είναι λες και η παιδική αθωότητα, σβήνει ολοένα και νωρίτερα με το πέρας του χρόνου; Δυσκολεύουν οι καιροί;
-Ναι, με αυτή την έννοια ναι. Πάρα πολύ, μεγαλώνουν τα παιδιά πιο γρήγορα απ’ όλες τις μεριές. Και μόνο που το ποδόσφαιρο που βγαίναμε και παίζαμε έχει γίνει δραστηριότητα και τα παιδιά πάνε σε ομάδες και κρίνονται, ουσιαστικά, γιατί όσο και να λέμε ότι «τώρα παίζουνε» είναι οι γονείς απ’ ‘εξω και λένε «α ο γιός μου» «α η κόρη μου» και θα γίνει ποδοσφαιριστής – κάτσε λίγο.
Άστο να παίξει. Υπάρχει, μια κοινωνική βία για τα παιδιά – η οποία είναι πολλές φορές, φαινομενικά αόρατη και αυτό την κάνει ακόμα πιο επικίνδυνη.
Μετά απο μια παράσταση, τι είναι αυτό που θα ήθελες ιδανικά να συμβεί στον θεατή που φεύγει;
-Αυτό που κάνουμε τώρα. Συζήτηση. Κι αυτό συμβαίνει πολλές φορές και μένω ώστε να συζητήσω με ανθρώπους. Να συζητάνε, όλες τις πλευρές του έργου. Αυτό που μου λένε – είναι ότι νιώσαμε. Επιτέλους, νιώσαμε μου λένε. Ακόμα και για αυτό το έργο που είναι βαρύ.
Ξέρεις τι; Είναι και ο τρόπος που είναι δοσμένη αυτή η παράσταση – και για να μιλήσω προσωπικά, το πώς αντιμετωπίζω εγώ το θέατρο.
Δεν είμαι καθόλου αποστασιοποιημένος. Θέλω να το κουβαλάω όλο αυτό. Είναι με κόστος όλο αυτό.
Το συνδέω με κάτι που έχω πάντα στο μυαλό – για το επάγγελμα του ηθοποιού. Σας παρομοιάζω ως τους «μοναχούς των πόλεων», πολλοί ηθοποιοί με διορθώνουν – μου λένε δεν είναι τα πράγματα έτσι όπως τα νομίζεις.
-Χαίρομαι που είδες το έργο, γιατί αυτά που λέω ακουμπούν στην πραγματικότητα. Όταν ήμουν πιο μικρός και δούλεψα με τον Αγγελόπουλο, με επηρέασε πάρα πολύ αυτός στο πώς αντιμετωπίζω τα πράγματα. Μου έλεγε «πρέπει να έχεις πυρετική σχέση με την ταινία».
Μου έλεγε για αγιογράφους, οι οποίοι νήστευαν για να πάνε να ζωγραφίσουνε, προετοίμαζαν τον εαυτό τους. Δεν λέω κάτι καινούργιο, είναι πάρα πολύ οι ηθοποιοί που δουλεύουν με αυτό τον τρόπο και ακόμα πιο μοναστικά.
Εγώ είμαι και ένας άνθρωπος που έχω και η οικογένεια, απλώς είναι κάποιες φορές – κάποιοι ρόλοι που σε μετακινούν και αναγνωρίζεις πως πρέπει να δώσεις περισσότερο βάρος σε αυτούς. Υπάρχει αυτή η ομάδα που στο επιτρέπει ή και εσύ το διεκδικείς πάρα πολύ και νομίζω πως όλα αυτά έγιναν σε αυτή την περίπτωση.
*ArtBox Fargani (Αγίου Παντελεήμονος 10) | Παρασκευή 13, Σάββατο 14 και Κυριακή 15 Φεβρουαρίου, οι τελευταίες παραστάσεις | Διάρκεια: 120 λεπτά | Ηλεκτρονικά εισιτήρια: MORE

