Νοεμή Βασιλειάδου: “Κάθε τέλος ενός «μαζί» χωρίζει τη ζωή σου σε ένα πριν και ένα μετά”
Η Parallaxi συνομίλησε με τη σκηνοθέτιδα για τις ομάδες που γεννιούνται, ραγίζουν και μετακινούνται — όπως και «τα σπίτια», αφού «αλλάζουν θέση τη νύχτα»
Μήπως είμαστε έργα εν κινήσει;
Σαν πλάσματα που κουβαλούν το σπίτι τους στις πλάτες από ανάγκη; Κάτω από τον ίδιο ουρανό, ο καθένας με τη δική του καμπούρα, μαθαίνουμε να στεγάζουμε ιδέες, φόβους, επιθυμίες.
Και κάποιες φορές – όχι πάντα, όχι για πάντα – αποφασίζουμε να τις φέρουμε κοντά. Να τις δοκιμάσουμε κάτω από μια κοινή στέγη. Τι είναι αυτό που μας μετακινεί προς το «μαζί»;
Και τι είναι αυτό που, αργά ή απότομα, μας απομακρύνει;
Σε αυτή την τροχιά αναζήτησης, η Parallaxi συνομίλησε με τη Νοεμή Βασιλειάδου με αφορμή τη νέα παράσταση της ομάδας Τροχιές «Τα σπίτια αλλάζουν θέση τη νύχτα».
Η συζήτηση κινήθηκε γύρω από τον πυρήνα της συλλογικότητας: τι γεννά ένα «μαζί» και τι οδηγεί στη διάλυσή του – πώς η μνήμη, πάντα εύπλαστη και υποκειμενική, ανασυνθέτει τις ιστορίες των ομάδων και με ποιον τρόπο οι προσωπικές διαδρομές συναντούν ή συγκρούονται με τις πολιτικές τους προεκτάσεις.
Μιλήσαμε ακόμη για τη δυνατότητα (ή την αδυναμία) να φανταστούμε σήμερα μια διαφορετική συλλογική ζωή, για τη ρήξη ως πράξη ελευθερίας, αλλά και για τα όρια που θέτουν τα σύγχρονα κοινωνικά και οικονομικά μοντέλα σε κάθε απόπειρα κοινής ύπαρξης.
Αλλά πριν από όλα αυτά:
Θα μπορούσες για αρχή να μου πεις για τη θεατρική ομάδα «Τροχιές», από όπου πηγάζει και η συγκεκριμένη παράσταση μέσω της έρευνας στον πυρήνα της συλλογικότητας;
Τι επιδιώκει να παρουσιάσει και ποιος ο σκοπός της;
Η ομάδα Τροχιές ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 2023 με αφορμή την παράσταση «Προσοχή: εκτελούνται έργα». Μέσα στο ταξίδι αυτής της παράστασης, υποψιαστήκαμε ότι υπάρχει ένας χώρος συλλογικής δημιουργίας όπου μπορεί δυνητικά να προκαλέσει μικρές ρωγμές ελευθερίας και διαύγειας σε έναν κόσμο ανελευθερίας και σύγχυσης.
Έκτοτε γυρνάμε γύρω από την πρωτότυπη δραματουργία, με έμπνευση από παντός είδους θεατρικά και εξω-θεατρικά υλικά και μαθαίνουμε να δουλεύουμε μαζί εξελίσσοντας τα σκηνικά μας εργαλεία.
Μας ενδιαφέρει το πολιτικό όταν είναι και προσωπικό και το προσωπικό όταν είναι και πολιτικό, ενώ θα θέλαμε να φτιάχνουμε έργα πεισματάρικα και θαρραλέα, που αμφισβητούν τις θέσεις των πραγμάτων και προτείνουν νέες.
Η συγκεκριμένη παράσταση που κάνουμε τώρα με τίτλο “ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΘΕΣΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ” αφορά τις ομάδες. Είναι μια έρευνα για το τί μπορεί να γεννήσει και τί μπορεί να διαλύσει ένα συλλογικό εγχείρημα.

Είναι λιγότερο σκληρό το να χωρίζεσαι από κάτι με το οποίο κάποτε συνδέθηκες πραγματικά; ή κάθε τέλος ενός “μαζί” είναι μια μικρή καταστροφή από μόνη της;
Κάθε τέλος ενός πραγματικού «μαζί» είναι ένας μικρός θάνατος. Και ως τέτοιος, απαιτεί από εσένα να τον πενθήσεις. Επιστρέφει αιώνια σαν φάντασμα, που ζητά δικαιοσύνη. Δεν σε απαλλάσσει ποτέ. Κάθε τέλος ενός «μαζί» χωρίζει τη ζωή σου σε ένα πριν και ένα μετά.
Σε αναγκάζει να επαναπροσδιορίσεις τον εαυτό σου, να βαπτιστείς ξανά. Γιατί κάθε ταυτοτικό χαρακτηριστικό που έχουμε γεννιέται είτε επειδή συσχετίζουμε τον εαυτό μας με κάτι είτε επειδή διαχωρίζουμε τον εαυτό μας από κάτι – είναι πάντα «σε σχέση με».
Αν καταστραφεί αυτό, τότε αναπόφευκτα θα χρειαστεί να επανακαθορίσεις σε σχέση με τί ορίζεσαι. Σε κάθε περίπτωση, πιο σημαντικό από την καταστροφή ενός «μαζί» είναι ότι υπήρξε, ότι άφησε ένα αντίκτυπο στη σκέψη και την πράξη.
Αν δεχτούμε, όπως αναφέρετε, ότι οι άνθρωποι συντάσσονται επειδή “κάτι από τον κόσμο δεν τους αρκεί”, αναρωτιέμαι: Έχει ο σημερινός άνθρωπος τη δυνατότητα να φανταστεί μια όντως άλλη ζωή;
Όπως λέει και ο Φίσερ, η δυνατότητα μας να φανταστούμε ένα διαφορετικό μέλλον βάλλεται από παντού. Υπάρχουν πολύ στοχευμένοι τρόποι με τους οποίους τα σύγχρονα οικονομικά κοινωνικά και τεχνολογικά μοντέλα επιβάλλονται ως τα μόνα δυνατά.
Ίσως για αρχή, να διασώσουμε την ικανότητα μας να σκεφτόμαστε και να αμφισβητούμε, να βρούμε λίγο χρόνο μέσα σε όλη αυτήν την εξαντλητική ζωή, αφιερωμένο στη σκέψη, στην ενεργητική διερώτηση.

Είναι τελικά η φαντασία που υποκινεί και τα νήματα της ρήξης; Μήπως η απόφαση για τη διάλυση και η ανάγκη να “διαλέξει κανείς πλευρά” πηγάζει από την ίδια εκείνη φαντασία που, στην προσπάθειά της να μείνει πιστή σε ένα ιδανικό, προτιμά τη ρήξη από έναν συμβιβασμό που “δεν της αρκεί”;
Ναι, πιθανά. Εξάλλου μπορεί να χρειαστεί να έρθεις σε ρήξη και με κάτι το οποίο πίστεψες ακραία ή αγάπησες πολύ ή για το οποίο αφιέρωσες τη ζωή σου. Και νομίζω ότι είναι ζήτημα ελευθερίας να διατηρείς το δικαίωμα να σταθμίζεις κάθε φορά εκ νέου ποιος είναι ο εχθρός και απέναντι σε τί οφείλεις να παλέψεις.
Εξάλλου, στην εποχή μας μπορεί ο μεγαλύτερος συμβιβασμός να έχει ένα «επαναστατικό πέπλο» ή ο μεγαλύτερος πόλεμος να βαφτίζεται «κατάσταση ειρήνης».
Χρειάζεται να διερωτάσαι ξανά και ξανά από ποια πλευρά θα πας και ίσως η ίδια δύναμη που κάποτε σε έκανε να μπεις στο ποτάμι, να είναι η ίδια ακριβώς που θα σε κάνει να βγεις.
Αν η μνήμη είναι εξ ορισμού εύπλαστη και υποταγμένη στην υποκειμενικότητα της “εκ των υστέρων” θέασης, πώς μπορούμε τελικά να διδαχθούμε από τις αποτυχίες των συλλογικοτήτων του παρελθόντος;
Ναι, η μνήμη είναι πάντα δεμένη με την αφήγηση και άρα επιδέχεται ανασύνθεση, παραμόρφωση ή και ιδεολογική χρήση. Αυτός είναι και ο λόγος που ακόμα υπάρχει η «πάλη για το νόημα», η πάλη για το «πώς συνέβησε η Ιστορία», η πάλη για το «τί ακριβώς ειπώθηκε σε εκείνη την κουβέντα που μας διέλυσε».
Ωστόσο, ναι μεν είμαστε καταδικασμένοι να θυμόμαστε από ένα τελείως υποκειμενικό πρίσμα, όμως υπάρχουν οι πράξεις που μας ενώνουν. Υπάρχει το κοινό βίωμα της πράξης. Μια πορεία 5000 ανθρώπων είναι ένα γεγονός που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Μια κατάληψη τριών μηνών στο κέντρο της πόλης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Μια συλλογική κουζίνα που τάισε 100 ανθρώπους και ένα πλοίο που έφυγε για την Παλαιστίνη, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
Από αυτές τις πράξεις, σίγουρα κάτι μπορούμε να διδαχθούμε.

Δανείζομαι έναν προβληματισμό του Κ. Αβράμη για να ρωτήσω: Έχουμε την ικανότητα να δομήσουμε δομές μεγαλύτερες του εαυτού μας;
Ναι. Το θέμα είναι αν θα φτιάξουμε δομές προς εξυπηρέτησή μας ή αν θα φτιάξουμε δομές που θα λειτουργούν ως μηχανισμοί καταπίεσης και ελέγχου.
Στην οπτική ταυτότητα της παράστασης βλέπουμε σώματα-πολυκατοικίες.
Είναι αυτή μια αναφορά στο πώς οι συλλογικές εμπειρίες και οι διαδικασίες τους, με όλο το βάρος ή την ακαμψία τους, εγγράφονται τελικά πάνω στο σώμα μας; Και αν ναι, πιστεύεις ότι αυτή η “εγγραφή” είναι που δημιουργεί τελικά τη σχισμή για μια χαραμάδα αισιοδοξίας;
Θα έλεγα περισσότερο πως η οπτική ταυτότητα έχει την αίσθηση ότι «Τα σπίτια το βάζουν στα πόδια», παρά ότι «μια δομή εγγράφεται πάνω στο σώμα μας». Αν και ομολογώ είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα σκέψη που δεν είχα κάνει.
Από την μια πλευρά, θέλαμε να εικονοποιεί παιχνιδιάρικα την πεποίθηση ότι ακόμα και η πιο τσιμεντένια, η πιο ακίνητη, αυστηρή ή άκαμπτη δομή, μπορεί εν δυνάμει να μετακινηθεί.
Από την άλλη, θέλαμε να παραπέμπει καθαρά στην έννοια του «σπιτιού», της «στέγης», της «ελάχιστης γης» όπου χρειάζεται κάθε άνθρωπος για να φτιάξει τη ζωή του, που είναι σήμερα ένα από τα πιο ισχυρά πεδία συγκρούσεων και τελικά συμπεριλήφθηκε στην παράσταση ως ένα από τα βασικά της θέματα.

Ανήκω σε μια γενιά που ψάχνει συνεχώς σπίτια μετακινούμενη από το ένα στο άλλο και συζητά διακαώς το ζήτημα των χαμένων χώρων.
Ονειρεύομαι τα σπίτια να σηκώνονται το βράδυ και να αλλάζουν χέρια.
Έχεις αναφέρει πως η πραγματική κατανόηση της παράστασης ξεκινά από την επαφή σας με το κοινό. Θέλω να ρωτήσω για τη σημαντικότητα που ενέχει αυτός ο τρίτος.
Πώς η ύπαρξη ενός άλλου σώματος —πέραν των μελών της ομάδας με τα οποία συσχετιζόσασταν τόσο καιρό— και η αντίδραση εκείνου που παρατηρεί απ’ έξω, καθορίζει ή μεταμορφώνει τον τρόπο που βλέπετε εσείς πλέον τη σχέση των ηρώων επί σκηνής;
Μου φαίνεται τρομερό το πώς μια μέρα η ίδια σκηνή δημιουργεί στο κοινό γέλιο, την επόμενη παγωμάρα και την επόμενη συγκίνηση. Είναι μαγικό γιατί σημαίνει ότι η παράσταση διαμορφώνεται σε ζωντανό χρόνο, και από την άλλη είναι τρομακτικό ότι η παράσταση εξαρτάται τόσο από έναν μη προβλέψιμο παράγοντα. Αλλάζει πραγματικά, όχι μεταφυσικά.
Οι αντιδράσεις του κοινού επηρεάζουν σε πραγματικό χρόνο τον τρόπο που υπάρχουν οι ηθοποιοί επί σκηνής, τη ροή τους, την ενέργεια τους, αλλά και πως επηρεάζει τις διάρκειες, τον υποκειμενικό και τον αντικειμενικό χρόνο της παράστασης. Όταν βρεθήκαμε πρώτη φορά με κοινό, με εντυπωσίασαν σημεία στα οποία γελάει, ενώ δεν μου φαινόταν αστεία.
Σήμερα, στην καρδιά της Αθήνας, η Κοινότητα των Κατειλημμένων Προσφυγικών δίνει έναν αγώνα επιβίωσης ενάντια στην ανάπλαση και την έξωση, με τον Αριστοτέλη Χαντζή να βρίσκεται σε απεργία πείνας υπερασπιζόμενος μια δομή που προσφέρει και αποτελεί μια «άλλη» κοινωνία.
Επιτρέπει τελικά το εκάστοτε σύστημα την ύπαρξη και εγκαθίδρυση τέτοιων εγχειρημάτων; Κι αν όχι, τι ευθύνεται για αυτό;
Το κράτος επιτίθεται προσπαθώντας να κερδοσκοπίσει εις βάρος των αδυνάτων με διάφορους τρόπους είτε αυτοί λέγονται gentrification- εξευγενισμός, είτε εκτοπισμός, είτε θανατοπολιτική, εξουδετερώνοντας ταυτόχρονα τις κοινωνικές και ταξικές αντιστάσεις που αναπτύσσονται.
Τα Προσφυγικά (16 χρόνια κοινότητα Κατειλημμένων Προσφυγικών) είναι ένα παράδειγμα αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης – ένα μοναδικό παράδειγμα – και σε επίπεδο Ευρώπης – που πράττει υπέρ των αδυνάτων με 22 δομές αλληλεγγύης, που καλύπτουν βασικές ανάγκες δεκάδων ανθρώπων. Αν το σύστημα επιτρέψει να πετύχει αυτό το εγχείρημα (που ήδη έχει πετύχει) αυτό θα σημαίνει ότι «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός».
Επίσης, έχει μια σημασία να πούμε ότι η «ανάπλαση» που προτείνει η Περιφέρεια- Δύπα- Υπουργείο Πολιτισμού παίζει με τα κοινωνικά αντανακλαστικά και φέρνει έναν εκτοπισμό μέσω του real estate. Θέλει να εξασφαλίσει «κοινωνική κατοικία» – ενω αυτό που προσφέρεται στα προσφυγικά είναι ο ορισμός της κοινωνικής κατοικίας!
Θέλει να προσφέρει φιλοξενία για τους συνοδούς των ασθενών του Αγίου Σάββα – ενώ τα Προσφυγικά προσφέρουν ήδη αυτή τη φιλοξενία! Και αδιαφορεί για το γεγονός ότι στη περιοχή υπάρχουν εκατοντάδες κλειστά ακίνητα τα οποία θα μπορούσε να τα προσφέρει στην υπηρεσία αυτή. Αδιαφορεί επίσης και για τους δεκάδες ανθρώπους που μένουν μέσα στο συγκρότημα.

Είναι σαφές ότι ο εκτοπισμός έρχεται μέσω της ανάπλασης να υφαρπάξει το έδαφος των προσφυγικών – και ειδικά μάλιστα σε μια τοποθεσία που με εμπορικούς όρους είναι φιλέτο στην καρδιά της Αθήνας. Οπότε, νομίζω ότι η απεργία πείνας είναι ένα κορυφαίο μέσο αντίστασης που υπερασπίζεται τη ζωή και το μαζί της κοινότητας: η στέρηση τροφής έρχεται ίσως ως μέσο αγώνα για μια κοινωνία που θα υπερασπίζεται τη συν-τροφικότητα.
Τι είναι τελικά το δικό “σου” θέατρο; με όλο το βάρος της αντωνυμίας “μου”;
Είναι ένας χώρος ελεύθερης σκέψης και ως τέτοιος δεν μπορεί να υπαχθεί σε καθεστώς ιδιοκτησίας. Είναι ένας εκ φύσεως συλλογικός τόπος, ένας «κοινός χώρος» που, όπως όλοι οι κοινοί χώροι, βάλλεται από τις σύγχρονες πρακτικές εμπορευματοποίησης και φιλελευθεροποίησης. Είναι ο χώρος που μπορούν να συμβούν τα πάντα. Είναι σίγουρα ότι πιο κοντινό έχω βρει στην ελευθερία.
Πληροφορίες για το έργο:
Μια ομάδα ανθρώπων αναμετριέται επί σκηνής με τη διάλυση της. Καλούμενη να μιλήσει για το εγχείρημά της λίγα χρόνια μετά τη λήξη του, επιχειρεί έναν ιδιότυπο απολογισμό: από την πρώτη ιδέα μέχρι την πρώτη πράξη, από τις πρώτες νίκες στα πρώτα σημάδια ρήξης, από τις ιδεολογικές διαφορές μέχρι την απόφαση που τους ανάγκασε να «διαλέξουν πλευρά».
Τα γεγονότα θολώνουν από τις υποκειμενικές αφηγήσεις των ερμηνευτών οι οποίοι, σε μια προσπάθεια διάσωσης της μνήμης, αναβιώνουν ποιητικά τις στιγμές του παρελθόντος. Πραγματικές ιστορίες, ερευνητικό υλικό, πολιτική φιλοσοφία και προσωπικές σκέψεις, συνθέτουν ένα ψευδοντοκιμαντέρ που διερευνά το κοινό νήμα που συνδέει τη διάλυση της αγαπημένης μας μπάντας, τη διάσπαση των πιο σπουδαίων πολιτικών κινημάτων, αλλά και την αποτυχία της απογευματινής συνέλευσης της πολυκατοικίας.
Αν «η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία έχει κάνει σχεδόν αδύνατη τη φαντασίωση μιας συλλογικής εναλλακτικής», τι περιθώρια ρωγμής υπάρχουν;
Μια παράσταση για τις ομάδες που διαλύθηκαν. Και για εκείνες που θα διαλυθούν. Κυρίως όμως για τους ανθρώπους που επιμένουν να ονειρεύονται και να ζουν συλλογικά.
Συντελεστές:
Σύλληψη – Σκηνοθεσία: Νοεμή Βασιλειάδου
Έρευνα: Ομάδα Τροχιές
Δραματουργία: Νοεμή Βασιλειάδου, Χάρις Σερδάρη
Κίνηση: Αλέξανδρος Νούσκας Βαρελάς
Πρωτότυπη Μουσική: Γρηγόρης Λιόλιος
Σκηνικά – Κοστούμια: Εύα Κουρελιά
Σχεδιασμός φωτισμών: Ιωάννα Αθανασίου
Παραγωγή: Εταιρεία Θεάτρου Τροχιές
Παίζουν: Δημήτρης Γούλιος, Μαρία Καραγκιοζίδου, Γρηγόρης Λιόλιος, Βασίλης Μπόγδανος, Χάρις Σερδάρη, Σοφία Στυλιανού
*Θέατρο Αμαλία | Από το Σάββατο 2 Μαΐου έως Τρίτη 5 Μαΐου στις 21:00 | Ηλεκτρονικά εισιτήρια: MORE
